Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Η «επανάσταση των γαριφάλων»: η τελευταία εξέγερση της εργατικής τάξης στην Ευρώπη



























Από το περιοδικό: "ξ" Τεύχος 6 - Ιούνιος 2004


Η αρχή μίας νέας εποχής»

Όταν το 1974 ξέσπασε η «επανάσταση των γαριφάλων» στην Πορτογαλία πολλοί ήταν εκείνοι που έκαναν λόγο για την «αρχή μίας νέας εποχής», εννοώντας την κατάρρευση της καπιταλιστικής ηγεμονίας στον κόσμο και την επικράτηση του σοσιαλισμού, με τη μία ή την άλλη εκδοχή του. Η διεθνής πολιτική συγκυρία επέτρεπε ίσως μια τέτοια ανεδαφική εκτίμηση: οι ΗΠΑ εκδιώκονταν ντροπιασμένες από την Ινδοκίνα· στις πρώην πορτογαλικές αποικίες θριάμβευαν τα αντι-ιμπεριαλιστικά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα· πολλές χώρες του Τρίτου Κόσμου, με επικεφαλής την Ινδία της Ίντιρα Γκάντι, αποστασιοποιούνταν από τη Δύση και προσέγγιζαν την Ανατολή· στην ανατολική Μεσόγειο οι δύο σύμμαχοι των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, η Ελλάδα και η Τουρκία, βρίσκονταν στο χείλος του πολέμου λόγω της Κύπρου· στο Λίβανο άρχιζε ο εμφύλιος πόλεμος· στη δυτική Ευρώπη και την Αμερική οι κυβερνήσεις κατέρρεαν υπό την πίεση απεργιών και πολιτικών ή οικονομικών σκανδάλων· ακόμα, σημαντική ήταν η οικονομική ύφεση που προκλήθηκε από την πετρελαϊκή κρίση του 1973, όταν οι αραβικές χώρες απάντησαν στη νίκη του Ισραήλ κατά τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ με την αύξηση της τιμής του πετρελαίου. Σε ολόκληρο τον κόσμο τα θεμέλια του καπιταλισμού και της ηγεμονίας της Δύσης έδειχναν να τρίζουν, ενώ τα φιλο-μαρξιστικά και φιλο-σοβιετικά κινήματα βρίσκονταν σε άνοδο.

         Κι όμως, μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια η ισορροπία ανατράπηκε ολοκληρωτικά. Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους όχι μόνο κατάφεραν να αντιμετωπίσουν την αμφισβήτηση της κυριαρχίας τους, αλλά και να προχωρήσουν σύντομα στην ολοκληρωτική της επιβεβαίωση: η Κίνα συμμάχησε με την Αμερική και σταδιακά εντάχθηκε στην παγκόσμια αγορά· στον μουσουλμανικό κόσμο ο ισλαμικός εξτρεμισμός αντικατέστησε τα σοσιαλιστικά και εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα· στη δυτική Ευρώπη η κρίση του μεταπολεμικού “κράτους πρόνοιας” δεν οδήγησε σε κάποια “σοσιαλιστική” παραλλαγή του, αλλά στο νεοφιλελεύθερο κράτος, προϊόν της αμερικανο-βρετανικής “αντεπανάστασης”, μ’ επικεφαλής την Θάτσερ και τον Ρίγκαν· τέλος, το ίδιο το ανατολικό μπλοκ άρχισε να καταρρέει, με τους –υποστηριζόμενους από την καθολική Εκκλησία– Πολωνούς εργάτες να καταφέρνουν το πρώτο χτύπημα στη σταλινική στασιμότητα. Η πετρελαϊκή κρίση δεν είχε πλήξει βέβαια μονάχα τη Δύση, αλλά ολόκληρο τον κόσμο· και το πλήγμα ήταν ισχυρότερο για τους περισσότερο αδύναμους, δηλαδή εκείνους που η εξουσία τους προσπαθούσε να ισορροπήσει στην αντίφαση μεταξύ του κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας και της ταυτόχρονης υπαγωγής της στο πλαίσιο της ελεύθερης αγοράς.

        Η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου σήμανε το τέλος της εποχής του “μεγάλου εργοστασίου” και, επακόλουθα, της εργατικής τάξης ως συγκροτημένου επαναστατικού υποκειμένου. Ταυτόχρονα, σήμαινε την οριστική απαξίωση του συγκεντρωτικού μοντέλου του “λαϊκού” ή “προοδευτικού” κράτους, δηλαδή του μοντέλου που προέβλεπε την ανάπτυξη σε εθνικό επίπεδο, με βάση μία προοδευτική γραφειοκρατία και έναν κεντρικό οικονομικό σχεδιασμό, μοντέλο το οποίο υιοθετήθηκε από το σύνολο σχεδόν των μαρξιστικών κομμάτων και καθεστώτων του 19ου και του 20ού αιώνα, από τους γερμανούς σοσιαλδημοκράτες ως τους Ρώσους μπολσεβίκους και τους σταλινικούς, τροτσκιστές, μαοϊκούς ή εθνικιστές του Τρίτου Κόσμου. Από αυτήν την άποψη, η «επανάσταση των γαριφάλων» έχει ακριβώς ενδιαφέρον επειδή αντιπροσωπεύει τόσο την τελευταία εξέγερση της εργατικής τάξης –τουλάχιστον στην ευρωπαϊκή ήπειρο– όσο και την τελευταία προσπάθεια εγκαθίδρυσης ενός “λαϊκού” κράτους –στην ίδια γεωγραφική περιοχή– από τους εκφραστές του συγκεντρωτικού μοντέλου. Ωστόσο, η εξέγερση στην Πορτογαλία δεν έχει μόνο τα σημαινόμενα του “τέλους”. Η ρήξη ανάμεσα στους Πορτογάλους προλετάριους και τα λεγόμενα “εργατικά” κόμματα (σε όλες τους τις παραλλαγές), τα οποία στην προσπάθειά τους να επιβάλουν με κάθε τρόπο και με κάθε δυνατή συμμαχία την πολιτική τους αποξενώθηκαν πλήρως από τους εξεγερμένους που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσαν, σήμαινε ταυτόχρονα και μία “αρχή” (έστω κι αν η ιστορία έχει να παρουσιάσει δείγματά της και νωρίτερα): την άρνηση του πολιτικού έναντι του κοινωνικού, δηλαδή την υιοθέτηση της αντίληψης των κοινωνικών κινημάτων έναντι της λογικής των πολιτικών πρωτοποριών. Προφανώς, η αντίληψη αυτή δεν είναι αναγκαστικά ανατρεπτική· αντίθετα, τα τελευταία τριάντα χρόνια έχει αποδείξει κατ’ επανάληψη τους περιορισμούς και τις αντιφάσεις της. Παραμένει ωστόσο απελευθερωτική, με την έννοια ότι αρνείται τη λογική της πρωτοπορίας, βασίζεται σε αμεσοδημοκρατικές και αντιιεραρχικές δομές και προβάλλει την αυτοδιαχείριση ως φυσική επιλογή της κοινωνικής δράσης· επιλογή που οι Πορτογάλοι εξεγερμένοι ακολούθησαν από την αρχή, προσφέροντας ένα ακόμα ιστορικό παράδειγμα ελευθερίας, μία ακόμα ελπίδα ότι όλα είναι εφικτά.

Η άνοδος και η πτώση του καθεστώτος Σαλαζάρ

Η Πορτογαλία αποτελούσε για αιώνες μία ευρωπαϊκή αλλά και παγκόσμια ιδιαιτερότητα: παλιά παρηκμασμένη αυτοκρατορία με φτωχό το μητροπολιτικό της κέντρο, ασήμαντη ευρωπαϊκή δύναμη με αξιόλογη παρουσία στον Τρίτο Κόσμο. Από τις αρχές του 19ου αιώνα, οι προσπάθειες εκσυγχρονισμού του πολιτικού και οικονομικού συστήματος που κατέβαλαν οι δυνάμεις της αστικής τάξης συναντούσαν την ισχυρή αντίσταση της αριστοκρατίας και της μοναρχίας, που ήλεγχαν το μεγαλύτερο μέρος της καλλιεργήσιμης γης και διατηρούσαν σημαντικά εμπορικά μονοπώλια, που συνδέονταν με τις αποικίες στην Αφρική και την Ασία. Το συντηρητικό πολιτικό καθεστώς της συνταγματικής μοναρχίας κατέρρευσε στις αρχές του 20ού αιώνα, αλλά η οικονομία και η κοινωνία της χώρας παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό προσκολλημένες στην προηγούμενη κατάσταση. Όπως συνέβη και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ο φόβος της κοινωνικής επανάστασης, που προκαλούσαν οι γενικές απεργίες (οργανωμένες συνήθως από το ισχυρό τοπικό αναρχοσυνδικαλιστικό κίνημα) και η γενικότερη κοινωνική αναταραχή, οδήγησε σε συμμαχία των αστικών-γραφειοκρατικών δυνάμεων με τους συντηρητικούς γαιοκτήμονες και την Εκκλησία. Η συμμαχία αυτή, με τη συνδρομή του στρατού, έφερε στην εξουσία το 1928 τον Σαλαζάρ, ο οποίος στη συνέχεια επέβαλε ένα φασιστικό καθεστώς, που θα αποδεικνυόταν το πλέον μακρόβιο στην παγκόσμια ιστορία.
Πράγματι, το φασιστικό καθεστώς του Σαλαζάρ κατάφερε να επιβιώσει για περισσότερα από σαράντα χρόνια. Η συμπόρευσή του με το ΝΑΤΟ εξασφάλισε την πολιτική του επιβίωση, ενώ η εκμετάλλευση των αποικιών, σε συνδυασμό με την πολιτική ελεγχόμενης αυτάρκειας που ακολούθησε μέχρι τη δεκαετία του 1960, διατήρησε ως κυρίαρχο τον αγροτικό χαρακτήρα της οικονομίας και καθυστέρησε έτσι τις κοινωνικές συνέπειες της βιομηχανικής ανάπτυξης. Παράλληλα, η μεγάλη μετανάστευση των νέων προς εξεύρεση εργασίας στο εξωτερικό (μέχρι το 1974 περισσότεροι από 1.000.000 Πορτογάλοι είχαν εγκατασταθεί στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική) πρόσφερε στη χώρα τα απαραίτητα εμβάσματα για την εξισορρόπηση του εμπορικού της χρέους. 

Η αντίστροφη μέτρηση άρχισε στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Η στροφή στην οικονομία της αγοράς, που προήλθε τόσο από την ανάγκη προσαρμογής στις νέες διεθνείς συνθήκες όσο και από εκείνη της χρηματοδότησης των αποικιακών πολέμων, δημιούργησε νέα κοινωνικά δεδομένα: Την ανάπτυξη καταρχήν της εργατικής τάξης κατά 18% μέχρι το 1974 και την ακόλουθη επανεμφάνιση του εργατικού συνδικαλισμού, καθώς και την προώθηση του τουρισμού, που αποτέλεσε για τους Πορτογάλους ένα ακόμα παράθυρο στον έξω κόσμο. Πάνω απ’ όλα, δημιούργησε τεράστιες αντιφάσεις στον πορτογαλικό καπιταλισμό, αφού το καθεστώς δεν κατάφερε να προσαρμόσει την οικονομία του στα νέα δεδομένα, πιθανότατα για να μην δυσαρεστήσει τους –στυλοβάτες του– μεγαλογαιοκτήμονες, προκαλώντας, ωστόσο, τη δυσαρέσκεια της ανερχόμενης βιομηχανικής αστικής τάξης. Οι αντιφάσεις αυτές έγιναν εμφανείς την εποχή της επανάστασης του Απριλίου 1974, γεγονός που εξηγεί και τη συστράτευση μέρους της αστικής τάξης με τη νέα πολιτική ηγεσία.

        Τα δεδομένα στα οποία βασίστηκε το καθεστώς του Σαλαζάρ κατέρρευσαν πλήρως με την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα στις αφρικανικές κυρίως αποικίες (Αγκόλα, Μοζαμβίκη, Γουινέα Μπισάου, Πράσινο Ακρωτήρι), που προκάλεσε την αφαίμαξη της πορτογαλικής οικονομίας αλλά και του πορτογαλικού στρατού, ο οποίος σταδιακά συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να κερδίσει αυτόν τον πόλεμο. Εντωμεταξύ, ο ηγέτης-σύμβολο του καθεστώτος, Σαλαζάρ, πέθανε το 1968 και ο διάδοχός του Καετάνο εξακολούθησε να υποστηρίζει τον “εκπολιτιστικό” ρόλο του πορτογαλικού έθνους στον Τρίτο Κόσμο, ιδεολόγημα του ιμπεριαλισμού του 19ου αιώνα, που δεν έπειθε πλέον κανέναν. Οι τριγμοί στην οικονομία της χώρας (που έγιναν εμφανέστεροι μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1973), η επανεμφάνιση των εργατικών κινητοποιήσεων και, κυρίως, η διαφαινόμενη ήττα των πορτογαλικών αποικιακών στρατευμάτων έπεισαν πολλούς στρατιωτικούς και πολιτικούς ότι η ρήξη με το καθεστώς ήταν αναπόφευκτη.

Η «επανάσταση των γαριφάλων»

                                                                                        Otelo de Carvalho 

     Έτσι φτάσαμε στις 25 Απριλίου του 1974, ημέρα του περίφημου πραξικοπήματος του Κινήματος των Ενόπλων Δυνάμεων (Movimiento das Forcas Armadas - MFA), που έμεινε γνωστό ως «επανάσταση των γαριφάλων». Το MFA αποτελούνταν κυρίως από κατώτερους και μεσαίους αξιωματικούς, που υπηρετούσαν στις αποικίες, και οι οποίοι είχαν ήδη επαφή με τα εκεί φιλο-μαρξιστικά ανταρτικά κινήματα. Χωρίς να έχει συγκεκριμένη ιδεολογική κατεύθυνση, υποστήριζε γενικά τον εκσυγχρονισμό της πορτογαλικής οικονομίας και κοινωνίας και τον “εκδημοκρατισμό” της πολιτικής ζωής. (Από αυτήν την άποψη το MFA προσομοιάζει με αντίστοιχα κινήματα του Τρίτου Κόσμου ή των παρυφών του Πρώτου, που ανέλαβαν την ευθύνη του εκσυγχρονισμού των χωρών τους, ελλείψει ισχυρής αστικής τάξης.)    Τα στελέχη του περιλάμβαναν από οπαδούς του δεξιού στρατηγού Σπινόλα μέχρι υποστηρικτές του φιλο-κομμουνιστή συνταγματάρχη Γκονσάλβες, που επιθυμούσαν το τέλος των αποικιακών πολέμων και τον εκσυγχρονισμό της μητροπολιτικής οικονομίας. Πολλοί από αυτούς πίστευαν ότι ήταν αναγκαίος κάποιου είδους “σοσιαλισμός” για την επίτευξη αυτού του στόχου και για την υποστήριξη του “λαού”. Μεταξύ των τελευταίων βρισκόταν και η ομάδα του ταγματάρχη Οτέλο ντε Καρβάλιο, οργανωτή του πραξικοπήματος της 25ης Απριλίου και αργότερα διοικητή της στρατιωτικής αστυνομίας Copcon, ο οποίος σταδιακά αποστασιοποιήθηκε από την πλειοψηφία των αξιωματικών του MFA, εμφανιζόμενος ως “εκπρόσωπος” της πορτογαλικής άκρας αριστεράς. 

     Αμέσως μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος του MFA, οι ανώτεροι στρατιωτικοί συμφώνησαν στην ανατροπή του καθεστώτος, με αντάλλαγμα την ανάληψη της ηγεσίας από δύο δικούς τους ανθρώπους, τον στρατηγό Σπινόλα στη θέση του προέδρου της Δημοκρατίας και τον στενό του συνεργάτη Πάλμα-Κάρλος στη θέση του πρωθυπουργού. Στο νέο «Συμβούλιο του Κράτους» προστέθηκαν στελέχη του MFA και εκπρόσωποι όλων σχεδόν των πολιτικών κομμάτων, από χριστιανοδημοκράτες μέχρι κομμουνιστές. Η έδρα της μισητής μυστικής αστυνομίας (PIDE) περικυκλώθηκε από τον εξεγερμένο πληθυσμό και τα στελέχη της κατάφεραν να γλιτώσουν το λιντσάρισμα μόνο χάρη στη μεσολάβηση εκπροσώπων του Κομμουνιστικού Κόμματος (PCP). Στους επόμενους μήνες σημειώθηκε ένα αυθόρμητο κύμα απεργιών και καταλήψεων επιχειρήσεων και γαιών σε ολόκληρη τη χώρα, από εργαζόμενους και αγρότες που διεκδικούσαν αυξήσεις στους μισθούς, αυτοδιαχείριση στους χώρους εργασίας και τιμωρία στελεχών του φασιστικού καθεστώτος. Οι κινητοποιήσεις οδήγησαν στην παραίτηση του Πάλμα-Κάρλος και στην αντικατάστασή του από τον Γκονσάλβες, ο οποίος κρίθηκε ως ικανότερος να χειριστεί την αναταραχή, λόγω της συνεργασίας του με το PCP. Από την πλευρά του, το PCP αντιτάχθηκε στις ανεξέλεγκτες απεργίες και στις καταλήψεις εργοστασίων, χαρακτηρίζοντάς τες «αντιδραστικές». 
Το απεργιακό κύμα φάνηκε να επιβεβαιώνει τους φόβους των οπαδών του Σπινόλα και τμημάτων της αστικής τάξης ότι το MFA και τα επίσημα αριστερά κόμματα δεν μπορούσαν να ελέγξουν τους προλετάριους. Επιπλέον, η κυβέρνηση Γκονσάλβες αναγνώρισε τον Ιούλιο την ανεξαρτησία της Γουινέας Μπισάου, και απειλούσε να κάνει το ίδιο με τις πολύ πλουσιότερες αποικίες της Μοζαμβίκης και της Αγκόλας. Σε μία απεγνωσμένη τους προσπάθεια, οι δεξιοί στρατιωτικοί προσπάθησαν να αντιστρέψουν την κατάσταση: αρχικά συνέλαβαν τους Γκονσάλβες και Καρβάλιο, και στη συνέχεια προσπάθησαν να οργανώσουν διαδήλωση της “σιωπηρής πλειοψηφίας”, δηλαδή της δεξιάς, που θα υποστήριζε το αντι-πραξικόπημα της 29ης Σεπτεμβρίου. Η άμεση απάντηση των εξεγερμένων αγροτών και εργατών ήταν να στήσουν οδοφράγματα σε όλες τις επαρχίες της χώρας, κάνοντας έτσι αδύνατη οποιαδήποτε μετακίνηση στρατιωτικών δυνάμεων. Ακολούθησε η παραίτηση του Σπινόλα και η αντικατάστασή του από τον μετριοπαθή στρατιωτικό Κόστα Γκόμες.

Η στροφή προς τα αριστερά

       Υπό τις συνθήκες αυτές το νέο καθεστώς στράφηκε προς τα αριστερά: αποφάσισε την εθνικοποίηση των επιχειρήσεων που προχωρούσαν σε μαζικές απολύσεις ή εκείνων που τα αφεντικά τους είχαν καταφύγει στο εξωτερικό (κυρίως στη Βραζιλία, όπου είχαν ήδη βρει καταφύγιο ο Καετάνο, ο Σπινόλα και άλλοι δεξιοί πολιτικοί και στρατιωτικοί)· πήρε μέτρα εις βάρος των τσιφλικάδων· δημοσίευσε το «μεταβατικό οικονομικό πρόγραμμα», που προέβλεπε προνομιακή συμμετοχή του κράτους στη βαριά βιομηχανία· αναγνώρισε την ανεξαρτησία της Αγκόλας και του Πράσινου Ακρωτηρίου· συγχρόνως, το MFA διακήρυξε ότι το «σοσιαλίζων πρόγραμμά του θα γινόταν σταδιακά σοσιαλιστικό». Τον Ιανουάριο του 1975 η κυβέρνηση προχώρησε στην αντικατάσταση των παλιών συντεχνιακών συνδικάτων από έναν νέο, ενιαίο φορέα, την Intersindical (αντίστοιχη με την ΓΣΕΕ). Η κίνηση αυτή, που έγινε δεκτή με μαζικές διαδηλώσεις υποστήριξης από την πλευρά των εργαζομένων, σήμαινε διαφορετικά πράγματα για τον κάθε ενδιαφερόμενο: η Δύση –πολιτικοί και μμε– την αντιμετώπισε ως προοίμιο της κατάληψης της εξουσίας από το PCP. Για το τελευταίο και την αριστερή πτέρυγα του MFA, η Intersindical αποτελούσε έναν τρόπο ελέγχου του συνδικαλιστικού κινήματος, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε, ενδεχομένως, την ενίσχυση για κάποιο διάστημα των εργατικών αγώνων. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους, το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSP) κράτησε αρνητική στάση. Οι οργανώσεις της άκρας αριστεράς θεώρησαν ότι η ίδρυση της Intersindical σήμαινε τον ενταφιασμό του παλιού σαλαζαρικού συνδικαλισμού, και συνεπώς το οριστικό χτύπημα στο φασισμό. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα έγινε γρήγορα δευτερεύων, με τη συγκρότηση και λειτουργία των εργατικών συμβουλίων από τους ίδιους τους εξεγερμένους εργαζόμενους.

       Η επόμενη αναμέτρηση μεταξύ των διαφορετικών τάσεων στο εσωτερικό του στρατού πραγματοποιήθηκε στις 11 Μαρτίου του 1975, όταν οι σπινολικοί στρατιωτικοί επιχείρησαν ένα ακόμα πραξικόπημα. Για άλλη μια φορά, εργάτες και αγρότες κατέλαβαν τους σημαντικότερους οδικούς και σιδηροδρομικούς κόμβους εμποδίζοντας οποιαδήποτε στρατιωτική κινητοποίηση. Μία μονάδα αλεξιπτωτιστών, που είχε αναλάβει να καταλάβει στρατηγικά σημεία της Λισαβόνας, αρνήθηκε τελικά να δράσει. Την επόμενη μέρα οι τραπεζοϋπάλληλοι κατέλαβαν τις ιδιωτικές τράπεζες απαιτώντας την άμεση εθνικοποίησή τους, αίτημα που το MFA έσπευσε να υιοθετήσει. Ακολούθησε μεγάλη έξοδος των Πορτογάλων καπιταλιστών από τη χώρα με κατεύθυνση –και πάλι– τη Βραζιλία.

 Η κλιμάκωση της επαναστατικής κρίσης
  
         Οι επόμενοι μήνες μέχρι το πραξικόπημα της 25ης Νοεμβρίου αποδείχτηκαν οι πιο κρίσιμοι για την εξέλιξη της επανάστασης και, ταυτόχρονα, για την καταστολή της. Σ’ αυτήν την περίοδο οι καταλήψεις εργοστασίων, γης και άδειων σπιτιών γενικεύτηκαν. Δεν επρόκειτο για μία ενορχηστρωμένη προσπάθεια για την κατάληψη της εξουσίας από το PCP και την αριστερή πτέρυγα του MFA, όπως κινδυνολογούσαν ο αρχηγός του PSP Μάριο Σοάρες, ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας Χένρι Κίσινγκερ και οι παράγοντες της ΕΟΚ, μαζί με τα δυτικά μμε. Το κίνημα των καταλήψεων και της αυτοδιαχείρισης ήταν αποτέλεσμα της εγκατάλειψης των επιχειρήσεων από τα αφεντικά που έφευγαν πανικόβλητα από τη χώρα· οι εργαζόμενοι αποφάσισαν να λειτουργήσουν μόνοι τους –ή μαζί με τους εκπροσώπους του νέου καθεστώτος– τις επιχειρήσεις, για να ζήσουν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους. Παρομοίως, οι ακτήμονες αγρότες του νότου κατέλαβαν τα λατιφούντια, που είχαν εγκαταλειφθεί από τους μεγαλογαιοκτήμονες και τα τσιράκια τους, βάζοντας τέλος σε έναν “αναχρονισμό” για την –Ευρωπαϊκή τουλάχιστον– αγροτική οικονομία. Οι καταλήψεις στέγης ανταποκρίθηκαν σε μία τεράστια ζήτηση, που είχε προκληθεί από την επιστροφή χιλιάδων μεταναστών από τη Δυτική Ευρώπη και την άφιξη αποίκων από την Αφρική. Επιπλέον, η επιλογή της αυτοδιαχείρισης των εργασιακών χώρων βασίστηκε στις παραδόσεις του πάλαι ποτέ αναρχοσυνδικαλιστικού κινήματος, το οποίο αναβίωσε, με άλλες συνήθως εκφάνσεις, την περίοδο αυτή. 

       Μία από τις πολυσυζητημένες περιπτώσεις κατάληψης επιχείρησης και λειτουργίας της από τους εργαζόμενους ήταν αυτή της φιλο-σοσιαλιστικής εφημερίδας Republica. Όταν τον Ιούλιο του 1975 ο εκδότης της εφημερίδας αρνήθηκε τον έλεγχο της έκδοσης από το εργατικό συμβούλιο των τυπογράφων, το τελευταίο κατέλαβε τα γραφεία της και αποφάσισε να επιβάλει τη θέση του μονομερώς. Το MFA αναγκάστηκε τελικά να καλύψει τους τυπογράφους της εφημερίδας ερχόμενο σε σύγκρουση με τους Σοσιαλιστές, οι οποίοι κατήγγειλαν την κατάληψη ως προσπάθεια των Κομμουνιστών να ελέγξουν τον Τύπο, παρ’ όλο που το εργατικό συμβούλιο της εφημερίδας δεν είχε καμία σχέση με το PCP. Η εκδοχή αυτή υιοθετήθηκε αμέσως από τα δυτικοευρωπαϊκά και βορειοαμερικανικά μμε, ενώ ο Κίσσιγκερ και η αμερικανική διπλωματία έκαναν λόγο για προσπάθεια ελέγχου του καθεστώτος από το PCP, και προειδοποιούσαν την ΕΣΣΔ ότι ενδεχόμενη προσπάθειά της να διεισδύσει στην Πορτογαλία –η οποία παρέμενε μέλος του ΝΑΤΟ– θα μπορούσε να οδηγήσει σε σύγκρουση των δύο στρατιωτικών συνασπισμών. Η Μόσχα συμβούλευσε την πορτογαλική κυβέρνηση να μείνει στο ΝΑΤΟ, προκειμένου να μην διαταραχτεί η πολιτική ισορροπία στην Ευρώπη, θέση με την οποία συμφωνούσαν ούτως ή άλλως και οι περισσότεροι από τους Πορτογάλους πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγέτες. 
Ωστόσο, η Δύση εξακολούθησε να χρησιμοποιεί το φόβητρο της κομμουνιστικής επικράτησης στην Πορτογαλία και άρχισε να εξοπλίζει τα δεξιά και συντηρητικά στοιχεία της πορτογαλικής πολιτικής σκηνής και του στρατού. Το επιχείρημά της ότι οι Κομμουνιστές σχεδίαζαν την κατάληψη της εξουσίας σε συνεργασία με το MFA, δεν είχε καμία σχέση με την πραγματικότητα, όχι μόνο γιατί οι πρώτοι δεν είχαν τέτοια πρόθεση, αλλά και επειδή το Κίνημα των Ενόπλων Δυνάμεων κάθε άλλο παρά ενιαία δύναμη συνιστούσε. Η διάσταση στο εσωτερικό του έγινε φανερή κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, όταν το Κίνημα παρουσίασε τρεις διαφορετικές θέσεις: η πρώτη εκφράστηκε από τον Μέλο Αντούνες και την «ομάδα των εννέα» και υποστήριζε μία κρατικιστική-τεχνοκρατική λύση για την Πορτογαλία· η δεύτερη, που εκφράστηκε από τον Βάσκο Γκονσάλβες, τάχθηκε υπέρ του γραφειοκρατικού-σταλινικού μοντέλου και έτυχε της υποστήριξης του PCP· και η τρίτη από τον Οτέλο ντε Καρβάλιο, ο οποίος πρότεινε τη σταδιακή εφαρμογή αμεσοδημοκρατικού ελέγχου της παραγωγής και διοίκησης από τους εργαζόμενους της χώρας, σε συνεργασία όμως με την προοδευτική πτέρυγα των ενόπλων δυνάμεων· επρόκειτο για την περισσότερο ετερογενή και ολιγάριθμη ομάδα, που είχε μαζί της τις δυνάμεις της άκρας αριστεράς. Η σύγκρουση μεταξύ των τριών αυτών διαφορετικών προσεγγίσεων έγινε εντονότερη στα μέσα Ιουλίου, μετά την αποχώρηση των Σοσιαλιστών και των δεξιών συμμάχων τους από την κυβέρνηση και την έναρξη της αντεπανάστασης με την υποστήριξη των ΗΠΑ. Κι ενώ στο νότο το MFA ανακοίνωνε την κρατικοποίηση όλων των λατιφουντίων, στον συντηρητικό βορρά οι δεξιές δυνάμεις άρχισαν να επιτίθενται εναντίον γραφείων αριστερών κομμάτων και κέντρων εργατικών συμβουλίων. Η χώρα βρισκόταν στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου, κι αυτό ήταν κάτι που ούτε το MFA ούτε οι δυνάμεις της αριστεράς ήταν έτοιμες να αντιμετωπίσουν. Την ίδια περίοδο οι καπιταλιστές της Δύσης κινητοποίησαν όλες τους τις δυνάμεις –χωρίς να αποκλείσουν τη στρατιωτική επέμβαση– για να πλήξουν τους Πορτογάλους προλετάριους: Οι ξένες επενδύσεις σταμάτησαν, οι δυτικές τράπεζες βοήθησαν τους Πορτογάλους καπιταλιστές να βγάλουν τις καταθέσεις τους από τη χώρα, με σκοπό να πλήξουν το εσκούδο· η αυξανόμενη ανεργία στη Γερμανία και τη Γαλλία ανάγκασε χιλιάδες Πορτογάλους μετανάστες να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, μειώνοντας έτσι τα εμβάσματα, που στο παρελθόν είχαν φανεί τόσο χρήσιμα στην οικονομία της χώρας. Έτσι, η οικονομία της Πορτογαλίας βρέθηκε σε χαώδη κατάσταση με την ανεργία να φτάνει το 11%, τις επενδύσεις να έχουν πέσει κατά 71% μέσα σ’ ένα χρόνο, και την παραγωγή να έχει πέσει τουλάχιστον κατά 10%, εξαιτίας της συνεχούς κινητοποίησης του εργατικού πληθυσμού, της φυγής των διευθυντών και των τεχνοκρατών, της έλλειψης απαραίτητων υλικών και της χρεοκοπίας εκατοντάδων μικρών ή μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Η ήττα της εξέγερσης

      Υπό τις συνθήκες αυτές οι Σοσιαλιστές μαζί με τους δεξιούς συμμάχους τους και την «ομάδα των εννέα» στο εσωτερικό του MFA κατάφεραν μία τακτική πολιτική νίκη οδηγώντας τον Γκονσάλβες σε παραίτηση, στις 29 Αυγούστου, και αναλαμβάνοντας την κυβέρνηση με επικεφαλής τον δεξιό ναύαρχο Πινέιρο ντε Αζεβέντο. Αυτή η πολιτική νίκη της δεξιάς εις βάρος της αριστεράς δεν σήμαινε σε καμία περίπτωση και την επικράτησή της εις βάρος των εργατικών κινητοποιήσεων και των συμβουλίων στα εργοστάσια, τα στρατόπεδα και τις γειτονιές· αντίθετα, στους επόμενους τρεις μήνες οι κινητοποιήσεις εργατών και στρατιωτών δεν έγιναν απλώς περισσότερο δυναμικές, αλλά προσπάθησαν για πρώτη φορά να απεμπλακούν τόσο από το PCP όσο και από το MFA. Τη εποχή εκείνη συγκροτείται η κίνηση «Στρατιώτες Ενωμένοι για τη Νίκη» (SUV), που θα θέσει το ζήτημα της διάλυσης του αστικού στρατού και της δημιουργίας λαϊκών πολιτοφυλακών από εργάτες και στρατιώτες· οι δεύτεροι θα προχωρήσουν στην κατάληψη στρατιωτικών μονάδων και στην ανάληψη της στρατιωτικής διοίκησης από τους ίδιους· και θα αναγκάσουν τους αριστερούς του MFA, ακόμα και τον ήρωα της πορτογαλικής άκρας αριστεράς Καρβάλιο, να τους κατηγορήσουν ως «αντεπαναστάτες». 
Στις αρχές Νοεμβρίου η κατάσταση κάθε άλλο παρά ελεγχόμενη από την κυβέρνηση ήταν. Οι δραστηριότητες της SUV, οι καταλήψεις εργοστασίων και οι απεργιακές κινητοποιήσεις συνεχίζονταν, και μέσα σε δύο εβδομάδες δύο διαδηλώσεις 100.000 και 200.000 εργαζομένων στη Λισαβόνα ανάγκασαν τον πρωθυπουργό Αζεβέντο να παραχωρήσει αυξήσεις στους μισθούς της τάξης του 40%, ενώ ο Καρβάλιο που κλήθηκε να διαλύσει μία συγκέντρωση βάδισε τελικά επικεφαλής μίας αντικυβερνητικής πορείας προς το πρωθυπουργικό μέγαρο. Στη συνέχεια η κυβέρνηση αποφάσισε τη διάλυση της Copcon, προκειμένου να αποδυναμώσει τα ακροαριστερά στοιχεία στο στράτευμα. Παρά τις αντιδράσεις των στρατιωτών, η Copcon διαλύθηκε και μαζί με αυτήν πολλοί αριστεροί αξιωματικοί εκδιώχτηκαν από το στράτευμα.

      Στις 25 Νοεμβρίου το PCP, σε συνεργασία με αριστερούς αξιωματικούς του MFA έκαναν μία τελευταία προσπάθεια να καταλάβουν στρατιωτικά τη Λισαβόνα και να εμποδίσουν την τελική επικράτηση των δεξιών δυνάμεων: ομάδες αλεξιπτωτιστών κατέλαβαν τέσσερις αεροπορικές βάσεις της πρωτεύουσας. Ακολούθησαν δύο μέρες έντασης, κατά τις οποίες το PCP και η άκρα αριστερά παρουσιάστηκαν έτοιμες να ξεκινήσουν τον εμφύλιο πόλεμο. Τελικά όμως το PCP, βλέποντας ότι ο συσχετισμός δυνάμεων ήταν εις βάρος του, εγκατέλειψε την προσπάθεια. Οι αλεξιπτωτιστές παραδόθηκαν και κηρύχτηκε στρατιωτικός νόμος από τον επικεφαλής των συντηρητικών στρατιωτικών Ραμάλιο Εάνες. Σε αντάλλαγμα, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι το PCP ήταν απολύτως απαραίτητο για την ανοικοδόμηση της Πορτογαλίας, συνεπώς τα στελέχη του δεν θα διώκονταν. Διώξεις δέχτηκαν μονάχα ακροαριστεροί αξιωματικοί, ανάμεσά τους και ο Καρβάλιο, στρατιώτες και εργαζόμενοι, που κατά τη διάρκεια της κρίσης είχαν αναμιχθεί ανοικτά στην προσπάθεια ανατροπής της κυβέρνησης, βασισμένοι στην υποστήριξη των Κομμουνιστών.
Κατά τη διάρκεια των επόμενων μηνών εκατοντάδες αριστεροί αξιωματικοί εκδιώχτηκαν από το στράτευμα· τα στελέχη του PCP και της άκρας αριστεράς στους εργασιακούς χώρους απομονώθηκαν· αρκετές από τις παραχωρήσεις προς τους προλετάριους εργάτες και αγρότες αποσύρθηκαν. Οι κινητοποιήσεις δεν σταμάτησαν, αλλά αντιμετωπίζονταν πλέον διαφορετικά από τις στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις, που η κυβέρνηση είχε καταφέρει να ελέγχει (σε μία διαδήλωση στις 31 Δεκεμβρίου η «Δημοκρατική Φρουρά» πυροβόλησε εναντίον του πλήθους σκοτώνοντας τρία άτομα). Τα εργατικά συμβούλια εξαφανίστηκαν λόγω του κλίματος υποχώρησης ή ενσωματώθηκαν στην κρατική ή ιδιωτική διοίκηση των επιχειρήσεων. Το Φεβρουάριο του 1976, κι ενώ η κρατική καταστολή που ακολούθησε το κίνημα της 25ης Νοεμβρίου συνεχιζόταν, ψηφίστηκε το νέο σύνταγμα. Αν και στο ύφος του παρέμενε “προοδευτικό”, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι εξυπηρετούσε τις δυνάμεις που είχαν επικρατήσει. Στις εκλογές του Απριλίου επιβεβαιώθηκε η “αποκατάσταση της τάξης”: Ο Ραμάλιο Εάνες εκλέχτηκε πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο Καρβάλιο ήρθε δεύτερος με 17%· οι Σοσιαλιστές σχημάτισαν κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Μάριο Σοάρες. Η επανάσταση στην Πορτογαλία είχε ηττηθεί.

Até sempre!

        Αν μας ενδιαφέρει η επαναστατική διαδικασία στην Πορτογαλία πριν 30 χρόνια δεν είναι για “καθαρά” ιστορικούς λόγους. Σηματοδοτεί πράγματι μια εποχή που έχει “τελειώσει”: ενός κόσμου μοιρασμένου ανάμεσα σε δύο μπλοκ εξουσίας, που ήταν ικανά να ελέγχουν τις εξελίξεις στις ζώνες επιρροής τους και να επιβάλλουν τα συμφέροντά τους. Ικανά στο βαθμό που μπορούσαν να “καθοδηγούν” και να χαλιναγωγούν τις κοινωνικές δυνάμεις που δρούσαν. Η περίπτωση της Πορτογαλίας είναι χαρακτηριστική: Το Κομμουνιστικό Κόμμα προερχόταν από μια μακρόχρονη παρανομία, η οποία συνέτεινε τόσο στην ιδεολογική του απολίθωση (σταλινική “ορθοδοξία” παρόμοια με αυτήν του ελληνικού ΚΚ, σε μια περίοδο που τα μεγάλα ευρωπαϊκά ΚΚ –ιταλικό, ισπανικό, γαλλικό– είχαν στραφεί στον ευρωκομμουνισμό), όσο και στην ενίσχυση των δεσμών και εξαρτήσεών του από τη Μόσχα· εξαρτήσεις που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της κατάστασης. Η σύμπλευση του ΚΚ με τα διεθνή στρατηγικά συμφέροντα της ΕΣΣΔ και η ταυτόχρονη αποδοχή ότι η Πορτογαλία «ανήκει στη Δύση» οδήγησαν κυριολεκτικά στο ξεπούλημα της πορτογαλικής επανάστασης: Η “ανεξαρτησία” της Αγκόλας και της Μοζαμβίκης (η πρόσδεσή τους στο σοβιετικό άρμα) υπήρξε το αντάλλαγμα για το φρενάρισμα της επαναστατικής διαδικασίας και τη συμβολή στην αποκατάσταση της τάξης στην Πορτογαλία.
Ωστόσο, αν τέτοια στρατηγικά παίγνια εξελίσσονται στο μακροπολιτικό επίπεδο του συνεχούς της ιστορίας, ένας ογδοντάχρονος επαναστάτης –ο Α. Σούχυ στο κείμενο που ακολουθεί– επιλέγει να εστιάσει στις “μικρές” στιγμές της πορτογαλικής εμπειρίας. Εκεί που οι «νικημένοι της ιστορίας» φτάνουν από υπόγειες διαδρομές, ανώνυμοι και τ’ όνομά τους είναι τομή, ανοιχτή και μέσα της φωσφορίζουν όλες οι ήττες, και τίποτα δεν έχει πάει χαμένο, φέρνουν την ίδια πείσμονα αξιοπρέπεια και τον ίδιο πόθο για ελευθερία, και μιλούν σε πρώτο (αδιάρρηκτα ενικό-πληθυντικό) πρόσωπο. Μέχρι πάντα.

 Βιβλιογραφία:

Jaime Semprun, Κοινωνικός πόλεμος στην Πορτογαλία (μτφρ. Θ. Μιχαήλ), Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1975.

Κίνημα Ενόπλων Δυνάμεων Πορτογαλίας, Ιδεολογικά, πολιτικά, οργανωτικά και στρατιωτικά κείμενα (μτφρ. Ε. Αλεξιάδου), Κάλβος, 1981.
 
Οτέλο Σαράιβα ντε Καρβάλιο, Η δίκη του στρατηγού των γαρυφάλλων. Κατηγορία και υπεράσπιση στο Μονσάντο (μτφρ. Β. Σαραντάκος), Στοχαστής, 1988.

Loren Goldner, Ubu Saved from Drowning: Class Struggle and Statist Containment in Portugal and Spain, 1974-1977, Queequeg Publications, 2000, και στο http://www.left-dis.nl/uk/goltab.htm





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου