Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Σλάβοϊ Ζίζεκ: Για τον φιλελευθερισμό


Για τον φιλελευθερισμό

Τα δυο πρόσωπα του Ιανού

Αναδημοσίευση από το RED Notebook 

Για τον φιλελευθερισμό, τουλάχιστον στην πιο ριζοσπαστική μορφή του, η επιθυμία να υποβάλει κανείς το υποκείμενο σε ένα ηθικό ιδανικό –το οποίο θεωρείται καθολικό και γι΄ αυτό καθολικώς δεσμευτικό- είναι η μητέρα όλων των εγκλημάτων, «το έγκλημα που εμπεριέχει όλα τα εγκλήματα», γιατί συνίσταται στην  κτηνώδη επιβολή των απόψεων του ενός στους άλλους και είναι, γι΄ αυτό, η γενεσιουργός αιτία της κοινωνικής αναταραχής. Έτσι, ισχυρίζονται οι φιλελεύθεροι, αν κανείς επιθυμεί να εγκαθιδρύσει κοινωνική ειρήνη και ανεκτικότητα, η πρώτη προϋπόθεση είναι να ξεφορτωθεί κάθε ηθικό πειρασμό:  η πολιτική πρέπει να αποκαθαρθεί σχολαστικά από ηθικές ιδέες και να γίνει «ρεαλιστική», παίρνοντας τους ανθρώπους όπως είναι, υπολογίζοντας την πραγματική τους φύση και όχι ηθικές προτροπές.

Το υπόδειγμα, εδώ, είναι ο τρόπος που λειτουργεί η αγορά: η ανθρώπινη φύση είναι εγωιστική και δεν υπάρχει τρόπος να την αλλάξουμε, οπότε αυτό που χρειάζεται είναι ένας μηχανισμός που θα έκανε τα ιδιωτικά μειονεκτήματα να δουλεύουν για το κοινό καλό. Επομένως, ένας απολύτως συνειδητός φιλελεύθερος θα πρέπει να περιορίσει εμπρόθετα την αλτρουιστική  του προδιάθεση για να θυσιάσει το δικό του καλό για το καλό των άλλων, ξέροντας πως ο πιο αποτελεσματικός δρόμος προς το κοινό καλό είναι το να ακολουθήσει τον ιδιωτικό του εγωισμό.  Εδώ έχουμε την λογική  άλλη όψη του ρητού   «ιδιωτικά κακά, δημόσια οφέλη», δηλαδή, «ιδιωτική καλοσύνη, δημόσια καταστροφή».

Στον φιλελευθερισμό υπάρχει, από την αρχή του, μια ένταση μεταξύ της ιδιωτικής ελευθερίας και των αντικειμενικών μηχανισμών που ρυθμίζουν την συμπεριφορά ενός πλήθους, όπως έχει ήδη επισημανθεί απ΄ τον Benjamin Constant, ο οποίος ξεκάθαρα μορφοποίησε αυτή την ένταση: τα πάντα είναι ηθικά στα άτομα, αλλά τα πάντα είναι  σωματικά στα πλήθη. Όλοι είναι ελεύθεροι ως άτομα, αλλά τροχοί μιας μηχανής μέσα στο πλήθος. 

Τα δύο πρόσωπα του φιλελευθερισμού


Η εσωτερική ένταση αυτού του εγχειρήματος είναι ευδιάκριτη στις δύο πλευρές του φιλελευθερισμού:  φιλελευθερισμός της αγοράς και πολιτικός φιλελευθερισμός. Όπως έχει υποστηρίξει εξαιρετικά ο Jean-Claude Michea, αυτές οι δυο πλευρές του φιλελευθερισμού συνδέονται στα δύο πολιτικά νοήματα του δικαιώματος/δεξιάς (right): η πολιτική δεξιά επιμένει στην οικονομία της αγοράς, ενώ η πολιτικά ορθή αριστερά επιμένει στην υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων - συχνά αυτός είναι ο μοναδικός λόγος ύπαρξης της. 

Αν και η ένταση ανάμεσα σε αυτές τις δυο πλευρές του φιλελευθερισμού είναι άλυτη, παρόλα αυτά, αυτές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, είναι οι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Και έτσι, σήμερα, το νόημα του «φιλελευθερισμού» μετεωρίζεται ανάμεσα στους δύο πόλους του οικονομικού φιλελευθερισμού (ατομικισμός της ελεύθερης αγοράς, αντίθεση στην στενή ρύθμιση απ το κράτος κλπ) και του πολιτικού φιλελευθερισμού (libertarianism) (με έμφαση στην ισότητα, την κοινωνική αλληλεγγύη, την ανεκτικότητα κλπ).

Το θέμα είναι οτι, ενώ κανείς δεν μπορεί να αποφασίσει με μια εξονυχιστική ανάλυση ποιος είναι ο «πραγματικός» φιλελευθερισμός, κανείς δεν μπορεί  να επιλύσει το αδιέξοδο προσπαθώντας να προτείνει ένα είδος «υψηλότερης» σύνθεσης των δυο, και, ακόμα λιγότερο, μέσω μιας καθαρής αντίστιξης των δυο εννοιών του όρου.  Η ένταση ανάμεσα στα δύο νοήματα είναι εγγενής στο ίδιο το περιεχόμενο που ο «φιλελευθερισμός» επιδιώκει να ορίσει: αυτή η αμφισημία, μακράν του να σηματοδοτεί τα όρια της αντίληψής μας, καταδεικνύει την πιο εσωτερική αλήθεια της έννοιας του ίδιου του φιλελευθερισμού.

Παραδοσιακά, κάθε «πρόσωπο» του φιλελευθερισμού παρουσιάζεται απαραιτήτως σαν το αντίθετο του άλλου προσώπου: οι φιλελεύθεροι υποστηρικτές της πολυπολιτισμικής ανεκτικότητας, κατά κανόνα, εναντιώνονται στον οικονομικό φιλελευθερισμό και προσπαθούν να προστατεύσουν τους αδύναμους από τις καταστροφικές συνέπειες  των απρόσωπων δυνάμεων της αγοράς, ενώ οι φιλελεύθεροι της ελεύθερης αγοράς, κατά κανόνα, υπερασπίζονται τις  συντηρητικές αξίες της οικογένειας. 

Έχουμε λοιπόν, ένα είδος διπλού παράδοξου: η παραδοσιακή Δεξιά υποστηρίζει την οικονομία της αγοράς ενώ πολεμά με πάθος την κουλτούρα και τα ήθη που αυτή δημιουργεί. Την ίδια στιγμή,   σε αντίστιξη, η πολυπολιτισμική Αριστερά πολεμά την αγορά (αν και όλο και λιγότερο αυτές τις μέρες, όπως παρατηρεί ο  Michea) ενώ υποστηρίζει με ενθουσιασμό την ιδεολογία που αυτή  γεννά. (Σήμερα, πρέπει να σημειωθεί πως εισερχόμαστε σε μια νέα εποχή στην οποία οι δύο πλευρές μπορούν να συνδυαστούν: μορφές σταν τον Bill Gates παρουσιάζονται σαν ριζοσπάστες της αγοράς και σαν ανθρωπιστές του πολυ-πολιτισμού).

Η σκοτεινή πλευρά του φιλελεύθερου ηθικισμού

Εδώ συναντάμε το βασικό παράδοξο του φιλελευθερισμού. Μια αντι-ιδεολογική και αντι-ουτοπική στάση είναι εγγεγραμμένη στην ίδια την καρδιά του φιλελεύθερου οράματος. Ο φιλελευθερισμός αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως «την πολιτική του μικρότερου κακού» , η φιλοδοξία του είναι να προκαλέσει «την λιγότερο κακή κοινωνία που είναι δυνατή», αποτρέποντας λοιπόν το μεγαλύτερο κακό, αφού θεωρεί κάθε προσπάθεια να επιβληθεί ευθέως ένα θετικό Καλό ως την υπέρτατη πηγή κάθε κακού. 

Η ρήση του Ουίνστον Τσόρτσιλ ότι η δημοκρατία είναι το χειρότερο πολιτικό σύστημα, αν εξαιρέσουμε όλα τα άλλα, έχει ακόμα μεγαλύτερη βάση για τον φιλελευθερισμό.  Μια τέτοια οπτική υποστηρίζεται από μια βαθιά απαισιοδοξία σχετικά με την ανθρώπινη φύση: ο άνθρωπος είναι εγωιστικό και ζηλόφθονο ζώο, και αν κανείς χτίσει ένα πολιτικό σύστημα που   επικαλείται την καλοσύνη και τον αλτρουισμό του, το αποτέλεσμα θα είναι το χειρότερο είδος τρόμου (θυμηθείτε πως και οι Γιακωβίνοι και οι σταλινικοί προϋπέθεταν την ανθρώπινη αρετή). 

Η φιλελεύθερη κριτική της «τυραννίας του Καλού» έχει ένα τίμημα: όσο περισσότερο το πρόγραμμά της διαπερνά  την κοινωνία, τόσο πιο πολύ μετατρέπεται στο αντίθετό της.  Ο ισχυρισμός ότι δεν επιδιώκει παρά το μικρότερο κακό, την στιγμή που  καθιερώνεται ως  οργανωτική αρχή της νέας παγκόσμιας τάξης, σταδιακά αποκτά τα ίδια τα χαρακτηριστικά του εχθρού που ισχυρίζεται οτι πολεμά.  Στην πραγματικότητα, η παγκόσμια φιλελεύθερη τάξη παρουσιάζει ξεκάθαρα τον εαυτό της σαν τον καλύτερο όλων των κόσμων: η μετριοπαθής της απόρριψη των ουτοπιών καταλήγει στην επιβολή της ουτοπίας της αγοράς -ελευθερίας, η οποία θα γίνει πραγματικότητα όταν υποβάλουμε τους εαυτούς μας στους μηχανισμούς της αγοράς και των καθολικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Αλλά, όπως γνωρίζει κάθε παρατηρητής των αδιεξόδων της πολιτικής ορθότητας, ο διαχωρισμός της νομικής δικαιοσύνης από την ηθική καλοσύνη – η οποία θα πρέπει να σχετικοποιηθεί και να ιστορικοποιηθεί- καταλήγει σε έναν καταστροφικό, εμμονικό ηθικισμό γεμάτο δυσαρέσκεια. Χωρίς μια «οργανική» κοινωνική ουσία να οργανώνει το μέτρο γι αυτό στο οποίο  ο Τζωρτζ Όργουελ αναφερόταν επιδοκιμαστικά ως «κοινή  καταβολή», το μινιμαλιστικό πρόγραμμα των νόμων που σκοπεύουν να κάνουν λίγα περισσότερα απ το να αποτρέπουν τα άτομα απ το να προσβάλλουν το ένα το άλλο (να ενοχλούν ή να «παρενοχλούν» το ένα το άλλο), μετατρέπεται σε μια έκρηξη νομικών και ηθικών κανόνων, μια ατελείωτη διαδικασία νομικοποίησης και ηθικοποίησης, η οποία παρουσιάζεται ως «ο αγώνας ενάντια σε όλες τις μορφές διακρίσεων».  Αν δεν υπάρχουν κοινά ήθη  εκεί για να επηρεάσουν τον νόμο, αλλά μόνο τα γυμνό γεγονός υποκείμενα να «παρενοχλούν» άλλα υποκείμενα, τότε ποιος- εν τη απουσία τέτοιων ηθών- θα αποφασίσει τι πρέπει να θεωρηθεί «παρενόχληση»;

Για παράδειγμα, στην Γαλλία υπάρχουν ενώσεις παχύσαρκων ανθρώπων οι οποίες απαιτούν να σταματήσουν όλες οι δημόσιες εκστρατείες ενάντια στην παχυσαρκία και υπέρ της συνήθειας να τρώει κανείς υγιεινά, αφού πληγώνουν την αυτοεκτίμησή των παχύσαρκων ανθρώπων. Οι υποστηρικτές του Veggie Pride καταδικάζουν τον  "specism" όσων τρώνε κρέας (οι οποίοι κάνουν διακρίσεις ανάμεσα στα ζώα, παραχωρώντας προνόμια στο ζώο άνθρωπος, πράγμα που γι αυτούς είναι μια ιδιαιτέρως αηδιαστική μορφή φασισμού) και απαιτούν η «φυτοφαγο-φοβία» να αντιμετωπίζεται σαν ένα είδος ξενοφοβίας και να γίνει έγκλημα.  Αυτό θα πρέπει να επεκταθεί ώστε να περιλαμβάνει αυτούς που παλεύουν για το δικαίωμα στον  αιμομικτικό γάμο, στην συναινετική ανθρωποκτονία, τον κανιβαλισμό.

Το πρόβλημα, εδώ, είναι η προφανής αυθαιρεσία του πολλαπλασιασμού αυτών των κανόνων που συνεχώς ανανεώνονται.  Ας πάρουμε για παράδειγμα την παιδική σεξουαλικότητα: κάποιος θα ισχυριζόταν οτι η ποινικοποίησή της είναι μια    αδικαιολόγητη διάκριση,  αλλά κάποιος θα μπορούσε επίσης να ισχυριστεί οτι τα παιδιά θα πρέπει να προστατεύονται από την σεξουαλική  παρενόχληση των ενηλίκων. Και θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε: οι ίδιοι άνθρωποι που υποστηρίζουν την νομιμοποίηση των μαλακών ναρκωτικών συνήθως υποστηρίζουν την απαγόρευση του καπνίσματος στους δημόσιους χώρους. Οι ίδιοι άνθρωποι που διαμαρτύρονται ενάντια στην πατριαρχική κακομεταχείριση των μικρών παιδιών στις κοινωνίες μας, ανησυχούν όταν κάποιος καταδικάζει μέλη ξένων πολιτισμών που ζουν αναμεσά μας γιατί κάνουν ακριβώς το ίδιο, υποστηρίζοντας πως αυτή είναι μια περίπτωση  παρέμβασης σε άλλους «τρόπους ζωής».

Είναι λοιπόν λόγω αναγκαίων δομικών αιτιών που αυτός ο «αγώνας κατά των διακρίσεων» είναι μια διαδικασία χωρίς τέλος η οποία αέναα αναβάλει το τελικό της σημείο: μια κοινωνία απελευθερωμένη από όλες τις ηθικές της προκαταλήψεις, η οποία, όπως το θέτει ο Jean-Claude Michea, «θα ήταν στην ουσία της μια κοινωνία καταδικασμένη να βλέπει παντού εγκλήματα».

Οι ιδεολογικές συντεταγμένες ενός τέτοιου φιλελεύθερου πολυπολιτισμού προσδιορίζονται από δυο στοιχεία του «μεταμοντέρνου» πνεύματος της εποχής μας:   ο καθολικός πολυπολιτισμικός ιστορικισμός (όλες οι αξίες και τα δικαιώματα είναι ιστορικά προσδιορισμένα, κάθε ανάδειξή τους σε καθολικές έννοιες που επιβάλλονται στους άλλους είναι πολιτισμικός ιμπεριαλισμός στην πιο βίαιη μορφή του) και η καθολική «ερμηνευτική υποψία»  (όλα τα «υψηλά» ηθικά κίνητρα γεννώνται και διατηρούνται από τα «χαμηλά» κίνητρα της δυσαρέσκειας και του φθόνου, λένε, «το να καλείται κάποιος να θυσιάσει τη ζωή του για έναν υψηλότερο σκοπό είναι είτε η μάσκα της χειραγώγησης από αυτούς που χρειάζονται τον πόλεμο για να διατηρήσουν την ισχύ και τον πλούτο τους, ή,  αλλιώς, μια παθολογική έκφραση μαζοχισμού.

Δεσμοί εμπιστοσύνης και χρέους

Υπάρχει ένα πρόβλημα με αυτήν τη φιλελεύθερη εκδοχή  την οποία γνωρίζει  κάθε καλός ανθρωπολόγος, ψυχαναλυτής ή ακόμα και ένας παρατηρητικός κοινωνικός κριτικός σαν τον Francis Fukuyama: δεν μπορεί να σταθεί μόνη της, είναι παρασιτική πάνω σε κάποια προϋπάρχουσα μορφή αυτού που συχνά αναφέρεται σαν «κοινωνικοποίηση», την οποία  ταυτόχρονα υπονομεύει, κόβοντας έτσι το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται. 

Στην αγορά, και γενικότερα στην κοινωνική ανταλλαγή που βασίζεται στην αγορά,   οι ιδιώτες συναντιούνται σαν ελεύθερα, ορθολογικά υποκείμενα. Αλλά αυτά τα υποκείμενα είναι το αποτέλεσμα μια περίπλοκης προηγηθείσας διαδικασίας, η οποία αφορά το συμβολικό χρέος και πάνω απ’ όλα την εμπιστοσύνη. Με άλλα λόγια, ο χώρος των συναλλαγών δεν είναι ποτέ καθαρά συμμετρικός. Είναι μια   a priori προϋπόθεση για τον καθένα απ τους συμμετέχοντες να δώσει κάτι χωρίς αντίτιμο ώστε να μπορεί να συμμετέχει στο παιχνίδι του πάρε-δώσε.

Φυσικά, η αγορά είναι ο χώρος της εγωιστικής εξαπάτησης και του ψέματος. Παρόλα αυτά, όπως μας έμαθε ο Ζακ Λακάν, για να λειτουργήσει ένα ψέμα πρέπει να παρουσιάσει τον εαυτό του και να προσληφθεί σαν αλήθεια – σαν να λέμε πως η διάσταση της Αλήθειας έχει ήδη τεθεί.. Στον Καντ διέφυγε η αναγκαιότητα των άγραφων,   άρρητων, αλλά απαραίτητων κανόνων για κάθε οικοδόμημα – μόνο αυτοί οι κανόνες παρέχουν την «ουσία» πάνω στην οποία μπορούν οι νόμοι να λειτουργήσουν κανονικά. Η παραδειγματική περίπτωση της αποτελεσματικότητας αυτών των άγραφων κανόνων είναι το γνωστό παράδειγμα της  «τσαγιέρας».

Στην ανταλλαγή της αγοράς, δύο συμπληρωματικές πράξεις συμβαίνουν ταυτόχρονα (πληρώνω και πληρώνομαι), έτσι ώστε η πράξη της ανταλλαγής να μην οδηγεί σε έναν μόνιμο κοινωνικό δεσμό, αλλά μόνο σε μια στιγμιαία ανταλλαγή μεταξύ ατομικοποιημένων μονάδων που, αμέσως μετά, γυρνούν στην μοναξιά τους. Στο παράδειγμα της τσαγιέρας, ωστόσο, πέρασε καιρός από τότε που έδωσα το δώρο μέχρι να το επιστρέψει το άλλο μέρος και αυτό δημιουργεί έναν κοινωνικό δεσμό που διαρκεί (για μια φορά-επιτέλους): είμαστε όλοι δεμένοι με δεσμούς χρέους. Απ’ αυτή την οπτική, το χρήμα μπορεί να οριστεί σαν το μέσο που μας δίνει την δυνατότητα να έχουμε επαφές με τους άλλους χωρίς να μπαίνουμε σε κανονικές σχέσεις με αυτούς. 
Η ατομικοποιημένη κοινωνία, στην οποία έχουμε επαφές με τους άλλους, χωρίς να μπαίνουμε σε κανονικές σχέσεις με αυτούς, είναι η προϋπόθεση του φιλελευθερισμού.


Ο Slavoj Zizek είναι ένας από τους διασημότερους δημόσιους διανοούμενους της εποχής μας. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του είναι το  The Year of Dreaming Dangerously, ενώ έχει κάνει και την εισαγωγή στην ταινία The Pervert΄s Guide to Ideology.

Πηγή: abc.net.au
Μετάφραση: Ντίνα Τζουβάλα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου