Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Φαλλογοκεντρισμός, η γεροντική ασθένεια του μοντερνισμού: φλυαρίες (περί) αγανακτισμένων

 του Άκη Γαβριηλίδη
Ένα κοινό ανάμεσα στο κίνημα των «αγανακτισμένων» και το Δεκέμβρη του 2008 είναι ότι και τα δύο κατηγορήθηκαν για «αφωνία», για το ότι ήταν ασαφή, συγκεχυμένα, χωρίς συγκεκριμένα αιτήματα.

Βέβαια, αυτοί που διατύπωσαν εκάστοτε την κατηγορία δεν συμπίπτουν.

Αυτοί που συμβατικά θα αποκαλούσαμε συντηρητικούς, φιλελεύθερους ή mainstream σχολιαστές, την διατύπωσαν και τις δύο φορές. Εκεί που διέφερε η κατάσταση ήταν στο χώρο που μέχρι τώρα χαρακτηρίζαμε χονδρικά «προοδευτικό»: το Δεκέμβρη, για έλλειψη καθαρότητας παραπονέθηκαν οι προερχόμενοι από την ανανεωτική αριστερά, ενώ τώρα οι προερχόμενοι από τη ριζοσπαστική αριστερά και αναρχία.

Όλοι οι ανωτέρω έχουν άδικο. Οι κατηγορίες δεν ευσταθούν ούτε στη μία ούτε στην άλλη περίπτωση.
Γιατί δεν ευσταθούσαν το Δεκέμβρη, έχω ήδη εξηγήσει στο παρελθόν[1]. Για τα τωρινά, θα το δούμε παρακάτω.

Προς τούτο, θα ήταν χρήσιμο να ξεκινήσουμε ακριβώς από τη σχέση των δύο φαινομένων με τη γλώσσα.

Είναι δηλωτικό ότι και στις δύο περιπτώσεις αναδύθηκε μία καινούρια λέξη για να προσδιορίσει το υποκείμενο της αντίστοιχης δράσης. Τότε ήταν οι κουκουλοφόροι[2], τώρα οι αγανακτισμένοι. Και οι δύο όροι είχαν ήδη μια προϊστορία στο πολιτικό και κοινωνικό λεξιλόγιο, συνδεδεμένη όμως με τη ριζοσπαστική δεξιά. Τώρα αναπλαισιώθηκαν και πήραν καινούριο νόημα.

Αυτό αποτελεί από μόνο του αψευδή μαρτυρία του πολιτικού χαρακτήρα των αντίστοιχων φαινομένων, με την ειδική έννοια που αποδίδει στον όρο ο Ρανσιέρ: με την έννοια της ανάδυσης του μέρους εκείνων που δεν έχουν μέρος, της εμφάνισης ενός υποκειμένου το οποίο δεν υπήρχε μέχρι τότε, δεν αποτελεί την έκφραση κάποιας από τις προσδιορισμένες προηγούμενες ταυτότητες στις οποίες ήταν κατανεμημένο το πεδίο της θεσμοποιημένης (και αστυνομευμένης) πολιτικής. Δεν αρκούσε να πούμε ότι ήταν μια κινητοποίηση της αριστεράς, της δεξιάς, της εργατικής τάξης, του λαού, του έθνους κ.λπ. –γι’ αυτό χρειάστηκε ένα νέο σημαίνον.

Ιδίως στην πρώτη περίπτωση, το σημαίνον αυτό δήλωνε ένα υποκείμενο που ήταν ταυτόχρονα μη υποκείμενο, ήταν κάτι φευγαλέο, κάτι που δηλώνει ως ταυτότητα την απουσία ταυτότητας, ή έστω τη συγκάλυψή της, τη μεταμφίεση –ήταν λοιπόν ένα queer υποκείμενο, ήταν ίσως η ίδια η queerness. Αυτό υπήρξε εν πολλοίς η αιτία της αμηχανίας που προκάλεσε στους επαγγελματίες της πολιτικής. (Και με αυτό δεν εννοώ μόνον όσους εισπράττουν μισθό για την ενασχόλησή τους με την πολιτική).

Με τους αγανακτισμένους, ίσως να μην έχουμε απόκρυψη του προσώπου, έχουμε όμως επίσης μία queer διάσταση, η οποία ξενίζει καθόσον κρίνεται ως μη επαρκώς αρρενωπή.

Αν διαβάσουμε τα σχόλια κριτικής και αποστασιοποίησης από το κίνημα των αγανακτισμένων, ιδίως αυτά που προέρχονται από λενινιστές ή από φιλελεύθερους, (από τέκνα της διαφωτιστικής μήτρας εν πάση περιπτώσει), θα δούμε ότι αυτά αντλούνται από δύο κατά βάση αφηγηματικά παραδείγματα. Το ένα είναι το αριστοκρατικό παράδειγμα, το αφήγημα του φόβου των μαζών, σύμφωνα με τον όρο που εισήγαγε ο Μπαλιμπάρ μιλώντας για το Σπινόζα· το αφήγημα κατά το οποίο «ο όχλος δεν έχει κανένα μέτρο, ότι τρομοκρατεί όταν δεν είναι ο ίδιος φοβισμένος, και ότι ο λαός είτε υπηρετεί με δουλοπρέπεια, είτε κυριαρχεί με υπεροψία, ότι δεν υπάρχει στο λαό καμία αλήθεια και καμία κρίση κ.ο.κ.»[3]. Η πεποίθηση ότι η κίνηση του πλήθους είναι συγκεχυμένη, ανιεράρχητη, χαώδης, είναι εμφανής σε χωρία όπως το εξής:
Δεν μπορούμε παρά να αντιμετωπίζουμε με σεβασμό κάθε άνθρωπο που διεκδικεί το δικαίωμά του να εκφράσει με ειρηνικό τρόπο τα αισθήματα που τον κατακλύζουν. Όσα ψήγματα κοινωνικής αλληλεγγύης μας έχουν απομείνει στην αφυδατωμένη και αδιάφορη κοινωνία μας πρέπει να είναι αρκετά ώστε να μας ευαισθητοποιούν απέναντι στις δυσκολίες των συνανθρώπων μας. Ωστόσο, αν κάτι εντυπωσιάζει ανάμεσα στις εκδηλώσεις του ετερόκλητου πλήθους των αγανακτισμένων πολιτών, τούτο είναι η αδυναμία διατύπωσης ενός στοιχειωδώς συνεκτικού πολιτικού λόγου, η απουσία λογικών επιχειρημάτων καθώς και η πασιφανής έλλειψη νηφάλιων προτάσεων και ρεαλιστικών αιτημάτων[4].
Αυτό λοιπόν που προξενεί τη δυσφορία και την περιφρόνηση του κατά τα άλλα ανεκτικού (άνδρα) διανοουμένου, είναι η απουσία λογικής. Αυτό ακριβώς απηχεί και σχετική δήλωση που συνυπέγραψαν 11 πανεπιστημιακοί, στην οποία αναφερόταν:
κανείς δεν αμφισβητεί ότι πολλοί συμπατριώτες μας βρίσκονται σε κατάσταση απελπισίας. (…) Εξίσου γνωστό είναι όμως, επίσης, ότι απελπισία και ορθολογισμός σπανίως συμβαδίζουν[5].
Είναι ενδιαφέρον ότι τουλάχιστον δύο από τους 11 πανεπιστημιακούς έχουν κατηγορηθεί από αριστερούς διαφωτιστές για «μεταμοντέρνο σχετικισμό».

Το ίδιο μίσος για τη δημοκρατία εκφράζεται παραδειγματικά σε κείμενα που επιστρατεύουν ως ερμηνεία την «αιφνίδια αφύπνιση από το όνειρο του ηδονιστικού ατοµικισµού»[6] –η οποία αναπαράγει, σχεδόν αυτολεξεί, την προσέγγιση που επικρίνει ο Ρανσιέρ στο σχετικό βιβλίο του. Επίσης, εκφράζεται μέσω της συχνότατης υποτιμητικής σύγκρισης των συνελεύσεων στις πλατείες με ομαδική ψυχοθεραπεία[7] –άρα με ζητήματα «ιδιωτικά», «απλώς πολιτισμικά», που δεν συνάδουν με την «σοβαρή» πολιτική.

Το δεύτερο λοιπόν στοιχείο που γεννά καχυποψία στους μοντερνιστές είναι ο υπερβολικός συναισθηματισμός. Ο φόβος απέναντι στα «αισθήματα που μας κατακλύζουν» παρατηρείται ακόμα και σε σχολιαστές –και των δύο φύλων- από την παραδοσιακή αριστερά οι οποίοι κατά τα λοιπά διάκεινται ευνοϊκά προς το όλο φαινόμενο[8].

Αυτή η φαλλογοκεντρική σύλληψη της πολιτικής εκφράζεται συχνά μέσα από τη γλωσσική χρήση προτροπών πειθαρχικού προσανατολισμού του βλέμματος όπως «να δούμε το δάσος και όχι το δέντρο», ή «όταν το δάχτυλο δείχνει το φεγγάρι ο ηλίθιος κοιτάζει το δάχτυλο». Πιστεύω ότι είναι πλέον καιρός να παραιτηθούμε από την καθολικευτική εμμονή του «δάσους» και να στρέψουμε το βλέμμα μας, αντίθετα, στο δέντρο. Ή, ακόμα καλύτερα, ούτε καν στο δέντρο: στο ρίζωμα. Στα ριζώματα[9]. Είναι καιρός για μια έξοδο από τον καταναγκασμό του «ορθού λόγου». Ας γίνουμε και λίγο ηλίθιοι. Ή μάλλον, ας παραδεχτούμε ότι είμαστε ήδη ηλίθιοι. Και εμ-παθείς. Η αρχική κατάσταση του ανθρώπου είναι η ανοησία. Το μυαλό των ανθρώπων δεν είναι τόσο οξύ ώστε να μπορεί να διεισδύει μεμιάς στην καρδιά όλων των προβλημάτων· όταν όμως οι άνθρωποι συζητούν, ακούνε ο ένας τον άλλο και διαφωνούν, (όπως γίνεται τώρα στις πλατείες), οξύνεται, και όταν δοκιμάζουν όλους τους τρόπους, τελικά επινοούν κάτι το οποίο κανείς δεν θα είχε σκεφτεί προηγουμένως[10].

Αν λοιπόν η (επι)νόηση στην πολιτική είναι κάτι που προκύπτει όχι από τον «ορθό» λόγο, αλλά από τον σκέτο λόγο, από την κουβέντα, ίσως ήρθε η ώρα να ανατιμήσουμε την παραδοσιακά «γυναικουλίστικη» δραστηριότητα της φλυαρίας, και να την συγκαταλέξουμε μεταξύ των πολιτικών αρετών[11].

Oι συνελεύσεις στο Σύνταγμα, στο Λευκό Πύργο, και όπου αλλού έγιναν, ήταν ακριβώς ομαδικές ψυχο-θεραπείες. Δηλαδή προσπάθειες για έναν από κοινού χειρισμό του τραύματος. Αυτή είναι η δύναμη και η σημασία τους. Τι καλύτερο από αυτό; Τι θα προτιμούσαμε δηλαδή; Ο καθένας από αυτούς τους ανθρώπους να καταφύγει σε ατομική ψυχοθεραπεία; Ή να παραστήσει ότι διατηρεί την ψυχραιμία του και ότι δεν συνέβη τίποτε;

Η ίδια η έξοδος των ανθρώπων στις πλατείες συνιστά μια προσπάθεια να συνομιλήσουν, άρα αυτόχρημα να δράσουν, να μη μείνουν στην παράλυση και την παραίτηση[12]. Όποιος προσεγγίζει το λόγο της πλατείας με την προσμονή να βρει σε αυτόν λύσεις για το τι να κάνουμε με τα ελλείμματα, ασφαλώς δεν θα βρει. Ο λόγος αυτός δεν μας λέει πώς θα βγούμε από το οικονομικό αδιέξοδο. (Ούτε όμως και κανένας άλλος λόγος, «διαφωτισμένος» ή μη). Όταν οι άνθρωποι τον επιτελούν δημόσια, παράγουν ένα κοινό νόημα για όλα όσα έγιναν τον τελευταίο χρόνο, συμβολοποιούν το κενό που αυτά προκάλεσαν στη ζωή τους. Μπορεί να λένε «βλακείες», αλλά στην εκτύλιξη αυτού του λόγου ζητούμενο δεν είναι η επιστημονική εγκυρότητα και η (εργαλειακά) ορθολογική «αναζήτηση βέλτιστων λύσεων»[13]. Ούτε εξάλλου την διεκδικούν οι ομιλούντες. Είναι η ίδια η επιτέλεση της κουβέντας ως δεξιοτεχνίας[14], ως «μέσου χωρίς σκοπό»[15]. Γι’ αυτό ακριβώς η εν λόγω δραστηριότητα είναι πολιτική. Με αυτή την επιθυμία συνομιλίας, (και με την κλήρωση η οποία τη ρυθμίζει), αναδύεται η «αρχή του οποιουδήποτε», η αρχή όσων δεν έχουν καμία εκ των προτέρων προσδιορισμένη αρμοδιότητα να άρχουν. Δηλαδή η έμπρακτη λειτουργία της δημοκρατίας, σε βαθμό που είχε να συμβεί στην Αθήνα από την εποχή του Κλεισθένη.


[1] Akis Gavriilidis, «Greek riots 2008: A mobile Tian An Men», in: S. Economides & V. Monastiriotis (Eds.), The Return of Street Politics? Essays on the December Riots in Greece, London: The Hellenic Observatory, LSE, 2009. Eπίσης, Άκη Γαβριηλίδη, «Δεκέμβρης 2008: Μια κινητή Tιαν Aν Mεν», http://rnbnet.gr/details.php?id=1148, και «Οι καθηγητές του τίποτα. Η αντι-εξέγερση ως πολιτική επιστήμη», Θέσεις τ. 113 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2010) = http://wp.me/p1eY1R-38.

[2] Ας μου επιτραπεί να παραπέμψω σε ακόμα ένα σχετικό κείμενο που είχα γράψει τότε «εν βρασμώ» με τίτλο «Γιατί είμαι με τους κουκουλοφόρους», και που δημοσιεύτηκε στο σάιτ του Ελληνικού Κοινωνικού Φόρουμ (η διεύθυνσή του είναι http://www.socialforum-media.gr/forum/viewforum.php?f=5, αλλά τις μέρες που γράφονται οι γραμμές αυτές δεν φαίνεται να λειτουργεί) και εν συνεχεία στο περιοδικό Πανοπτικόν.

[3] Σπινόζα, Πολιτική Πραγματεία, κεφ. 7 § 27· η απόδοση δική μου. Βλ. επίσης Étienne Balibar, «Spinoza, l’ anti-Orwell – la crainte des masses», in: Les Temps Modernes 470, Σεπτέμβριος 1985.

[4] Δημήτρης Σκάλκος, «Της άρνησης και της αγανάκτησης», Athens Voice 07/06/2011. Οι υπογραμμίσεις, όπου δεν αναφέρεται αλλιώς, είναι δικές μου.

[5] «Διακήρυξη πανεπιστημιακών υπέρ του Μεσοπρόθεσμου», Τα Νέα, 14 Ιουνίου 2011.

[6] Ανδρέας Πανταζόπουλος, «Οι κραυγές του συναισθηµατικού πολίτη», Βήμα, 18 Ιουνίου 2011.

[7] Πρβλ.: «υπάρχει πραγματικά ένα χάσμα ανάμεσα στην προσπάθεια συνέλευσης (λέμε προσπάθεια γιατί δεν έχει συγκροτηθεί ουσιαστικά σε σώμα και μοιάζει πολλές στιγμές με ομάδα ψυχοθεραπείας) και στο ετερόκλητο πλήθος απογοητευμένων πατριωτών» (Δ. Χατζής, « Σκέψεις για την πλατεία Συντάγματος », στο μπλογκ με την εύγλωττη επωνυμία avantgarde2009).

[8] Π.χ. ο Νικόλας Σεβαστάκης, σε άρθρο του με τίτλο «Η αγία καθαρολογία και οι πλατείες της ‘αγανάκτησης’» (μπλογκ REDNotebook, 30 Μαΐου 2011), το οποίο ακριβώς γράφτηκε για να επικρίνει τους «οπαδούς της πολιτικής ορθότητας» που στέκονται επιφυλακτικά απέναντι στο κίνημα, σπεύδει ήδη εξ αρχής να διευκρινίσει ότι «Δεν είναι ας πούμε καθαρολογία μια ορισμένη απόσταση από τη μαγεία της ταύτισης στην οποία μπορεί να σε παρασύρει η ‘πολιτική του συναισθήματος’». Επίσης, οι κατά τα άλλα πολύ ενδιαφέρουσες «Σκέψεις με αφορμή την πλατεία Συντάγματος» της Σίας Αναγνωστοπούλου (Αυγή, 12/6/2011), κλείνουν με μια έκκληση για «διεκδίκηση μιας πολιτικής του ορθού λόγου», ελάχιστα ταιριαστή προκειμένου για ένα κίνημα που αυτοπροσδιορίζεται με βάση ένα πάθος, αλλά και εσωτερικά ασυνεπή, εφόσον αναφέρεται στη «συγκρότηση με ορθολογικό τρόπο –δηλαδή ταξικό και ιδεολογικό– πολιτικών μετώπων», λες και τα ταξικά και, ιδίως, τα ιδεολογικά μέτωπα μπορούν να συγκροτηθούν με βάση τον «ορθό λόγο».

[9] Βλ. Gilles Deleuze-Félix Guattari, Mille Plateaux, éd. de Minuit, Paris 1980, σ. 9 επ.

[10] Παράφραση από την Πολιτική Πραγματεία του Σπινόζα, κεφ. 9 § 14.

[11] Πρβλ. σε αυτό το πνεύμα, Paolo Virno, «Φλυαρία και περιέργεια. Η ‘διάχυτη εκπαίδευση’ στο μεταφορντισμό», Σύγχρονα Θέματα τ. 103, σ. 52-57, http://wp.me/p1eY1R-5D. Επίσης, από μια άλλη οπτική, http://imerisiadiataxi.blogspot.com/2011/05/pouerta-de-sol.html.

[12] Κατ’ αυτή την έννοια δεν αποτελεί «έκφραση απελπισίας», όπως φαντάζονται οι 11 πανεπιστημιακοί, αλλά έκφραση ελπίδας.

[13] Κι ωστόσο, αυτή η ά-σκοπη δραστηριότητα, παρά τον «ανοικονόμητο» χαρακτήρα της, ή ίσως εξαιτίας αυτού, είχε ήδη πολύ θετικότερη συμβολή για την άρση του αδιεξόδου απ’ όσο χίλιες διατυπώσεις «νηφάλιων προτάσεων και ρεαλιστικών αιτημάτων» και εκατό συσκέψεις διπλωματών και οικονομολόγων. Μπορεί λοιπόν να είναι ασύμμετρη προς την οικονομική λογική μέσων και σκοπών, προς τον υπολογισμό κόστους και οφέλους, αλλά παράγει αποτελέσματα και στην ίδια την οικονομία.

[14] Βλ. Πάολο Βίρνο, Δεξιοτεχνία και επανάσταση, Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα 2002.

[15] Βλ. Giorgio Agamben, Mezzi senza fine. Note sulla politica, Bollati Boringhieri, Torino 1996, ιδίως σ. 70 –και passim.

Το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύθηκε -χωρίς τον υπότιτλο και με ελάχιστες φραστικές αλλαγές- στο περιοδικό Σύγχρονα Θέματα, τ. 114 (Ιούλιος-Αύγουστος 2011).

1 σχόλιο:

  1. Η εμμονή στις λέξεις και τα ονόματα, είναι μεταμοντέρνα ασχολία. Προσωπικά δεν με ενδιαφέρει αν αυτό στο οποίο συμμετείχα ονομάζεται «αγανακτισμένοι» ή «τηγανιτές πατάτες». Εξάλλου, ο όρος «αγανακτισμένοι» δεν ξέρω από πού προήλθε και ποιοι τον εφηύραν και τον επέβαλλαν, αλλά δεν μου αρέσει. Ως «αγανακτισμένους πολίτες» ήξερα κάτι ασφαλίτες που κάποτε παίζανε το θέατρο του παραλόγου με τους επίσης ασφαλίτες «κουκουλοφόρους», κάθε φορά που υπήρχαν κινητοποιήσεις στα πανεπιστήμια. Επίσης δεν θεωρώ ότι η λογική είναι προνόμιο των ανδρών και το άλογο των γυναικών. Η προσκόλληση σε τέτοιους διαχωρισμούς είναι παλαιολιθική και με προσβάλλει ως γυναίκα, ως άνθρωπο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή