Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

Παναγιώτης Κονδύλης: Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου (Περίληψη και πλήρες κείμενο)


Παναγιώτης Κονδύλης (στα γερμανικά: Panajotis Kondylis· 17 Αυγούστου 1943 – 11 Ιουλίου 1998)

ΠΗΓΗ: https://kondylis.wordpress.com/2008/11/24/geopolitikes/


Περίληψη

Α/ Ιστορική αναδρομή
Μέχρι το 1920 περίπου το ελληνικό έθνος ήταν κατά πολύ ευρύτερο από το κράτος: απλωνόταν από την Ουκρανία ως την Αίγυπτο κι από τις παρακαυκάσιες χώρες ως τις ακμαίες παροικίες των Βαλκανίων και της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης. Έκτοτε αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση: Αφανισμός του ελληνισμού της Ρωσίας (μετά το 1919), της Μ. Ασίας (μετά το 1922), των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής (ιδίως μετά το 1945), εκδίωξη Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης (1955) και της βόρειας Κύπρου (1974), μαζική φυγή του ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου σήμερα. Και οι καταστροφές αυτές δεν επιδέχονται αναπλήρωση: Οι σημερινές ελληνικές παροικίες των Ηνωμένων Πολιτειών και της Αυστραλίας βρίσκονται τόσο μακριά και μέσα σε κοινωνίες τόσο διαφορετικές, ώστε μάλλον χρειάζονται την ενίσχυση του ελληνικού κράτους παρά είναι οι ίδιες σε θέση να του δώσουν ουσιαστική υλική ενίσχυση ή πνευματική ώθηση. Η θλιβερότερη ίσως διαπίστωση: Το ελληνικό κράτος δεν στάθηκε σε καμία φάση ικανό να προστατεύσει αποτελεσματικά τον ευρύτερο ελληνισμό και να αναστείλει τη συρρίκνωση ή τον αφανισμό του. Απεναντίας μάλιστα, το 1974 την καταστροφή την προκάλεσε το πραξικόπημα που προήλθε από τη μητροπολιτική Ελλάδα. Και αν αυτά τα έκαμαν οι δικτάτορες, οι κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις σίγουρα δεν έχουν λόγους να είναι υπερήφανες για τη χλιαρή έως ανύπαρκτη αντίδρασή τους απέναντι στον ξεριζωμό των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, της Ιμβρου και της Τενέδου. Το ελληνικό κράτος βαθμηδόν φανερώνεται ανήμπορο να προστατεύσει ακόμα και το έθνος που βρίσκεται εντός των συνόρων του.

Ενώ το ελληνικό έθνος συρρικνωνόταν ακατάπαυστα, η Τουρκία διήνυσε τον αντίθετο ακριβώς δρόμο: Χάρη στη μεγάλη προσωπικότητα του Κεμάλ, η μετάβαση από το οθωμανικό στο τουρκικό κράτος συνδέθηκε μ’ ένα μεταρρυθμιστικό έργο, μ’ ένα νέο αίσθημα ανάτασης και με μια νέα συλλογική μυθολογία, απ’ όπου η Τουρκία μπορεί ν’ αντλεί άμεσα ακόμα και σήμερα. Παρέμειναν βέβαια ενεργά ζωτικά κατάλοιπα οθωμανισμού, μουσουλμανικού λαϊκισμού, προβλήματα μειονοτήτων, ανισομέρειες περιφερειακές και αγκυλώσεις κοινωνικές. Οι εσωτερικές αυτές αντιφάσεις όμως δεν έχουν αναγκαστικά αρνητική επίδραση στο γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας. Σύμφωνα με το Μακιαβέλι, οι εσωτερικές τριβές μεταβάλλονται ενίοτε σε ιδεώδες μίγμα για την άσκηση επιθετικής εξωτερικής πολιτικής. Μάζες μισοχορτασμένων ή μισοπεινασμένων, ικανών να φανατισθούν και να πεθάνουν, ζυμωμένων ακόμα με τις πατριαρχικές αξίες, αν καθοδηγηθούν από μακροπρόθεσμα και ψυχρά σκεπτόμενες ελίτ, αποτελούν όργανο επέκτασης πολύ προσφυέστερο από ένα πλαδαρό κοινωνικό σώμα αιωρούμενο γύρω από τον μέσο όρο μιας γενικής ευημερίας, όπου ύψιστη αποστολή της πολιτικής ηγεσίας είναι ακριβώς να εγγυάται τη διατήρηση αυτής της πλαδαρότητας.

Αυτή ακριβώς είναι η κρίσιμη ιστορική διαφορά ανάμεσα στη σημερινή Ελλάδα και στη σημερινή Τουρκία. Η πρώτη, αφότου το έθνος συνέπεσε ουσιαστικά με το κράτος, δεν έχει ζωτικούς ιστορικούς και πολιτικούς στόχους έξω από τα σύνορά της, της λείπει δηλαδή ακριβώς ό,τι κρατά ένα συλλογικό πολιτικό υποκείμενο σε εγρήγορση υποχρεώνοντάς το να υπερβαίνει αδιάκοπα τον εαυτό του (όπως π.χ. έγινε στους Βαλκανικούς Πολέμους). Τέτοιοι στόχοι δεν είναι ούτε οι μάχες οπισθοφυλακής για το Κυπριακό, όπου συχνότατα η ανάγκη μετατρέπεται σε φιλοτιμία, ούτε η ευρωπαϊκή ένταξη, η οποία στην ουσία της δεν είναι παρά η μεταμφιεσμένη επιθυμία άλλοι να μας ταΐζουν και άλλοι να φυλάνε τα σύνορά μας. Ακριβέστερα: αυτά όλα θα μπορούσαν ν’ αποτελούν επί μέρους εθνικές επιδιώξεις υπό την προϋπόθεση ενός σφύζοντος γεωπολιτικού δυναμικού· υπό τις συνθήκες της γεωπολιτικής συρρίκνωσης είναι απλά υποκατάστατα και σκιαμαχίες.

Και ενώ οι ελληνικοί εθνικοί στόχοι έχουν de facto περιορισθεί σε μια παθητική αυτοσυντήρηση, όπου διάφορες ρητορικές εξάρσεις εκπληρώνουν την ψυχολογική λειτουργία της υπεραναπλήρωσης, η Τουρκία – ανισομερής, αντιφατική, αλλά με ακμαίες πηγές στοιχειακής γεωπολιτικής ενέργειας – κοιτάζει αδιάκοπα πέρα από τα σύνορά της μέσα σε ευρύτατους χώρους, προς τους οποίους την ωθούν πολύ νωπές και ενεργές ηγεμονικές μνήμες καθώς και ζωντανές ακόμα φυλετικές, γλωσσικές και ιστορικές συγγένειες.

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2018

Μακεδονικό: Όνομα ή Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης; (του Βαγγέλη Πισσία)

του Βαγγέλη Πισσία*

«Όταν η πόλη στασιάζει
ουδείς δικαιούται να μένει αμέτοχος»
 
Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης

(Δεν ήταν δηλαδή μόνο ο Μέγας Αλέξανδρος, ήταν κι ο Αριστοτέλης Μακεδόνας…)

Στην Θεσσαλονίκη και στην πλατεία Συντάγματος δεν υπήρξε στάση, είναι ίσως ακόμη νωρίς. Όμως υπήρξε μήνυμα μεγάλου πλήθους, βουβό, χωρίς οργή, κραυγές ή ύβρεις. Κάποιοι κατάλαβαν, η κυβέρνηση όχι, γι’ αυτό και έσπευσε, μόνη αυτή, να εκστομίσει την δική της ύβρη. 

1 Η ελεγχόμενη, επί του παρόντος τουλάχιστον, εθνικο-πολιτική κρίση που αφορά στο λεγόμενο «μακεδονικό ζήτημα», αναπτύσσεται σε έναν ανθρωπογεωγραφικό χώρο που υπερβαίνει τα όρια της ιστορικής Μακεδονίας (4ος αιώνας π.Χ.).

Αναζητώντας κανείς τις μεταγενέστερες της ιστορικής-αρχαίας Μακεδονίας ρίζες του μακεδονικού ζητήματος, μπορεί να περιοδολογήσει, υποτυπωδώς, την εξέλιξή του απ’ την εποχή της καθόδου των σλαβικών φυλών (7ος αιώνας μ.Χ.), την επτά αιώνες αργότερα κατάκτηση από τους Τούρκους (14ος αιώνας), την πρώτη μεγάλη αντιοθωμανική εξέγερση του Ίλιντεν το 1903, τον Μακεδονικό αγώνα (1904-8), την απελευθέρωσή της από τους Οθωμανούς στη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων (1912-13) και την διανομή της μεταξύ Ελλάδας, Σερβίας, Βουλγαρίας, φτάνοντας στην εποχή ανάδυσης ενός μακεδονιστικού πολιτικού κινήματος (1934) (1) που καταλήγει στην δημιουργία, μετά τον πόλεμο, ενός ομόσπονδου Γιουγκοσλαβικού κρατιδίου (2) σε εδάφη της μακεδονικής νότιας Σερβίας.

2 Το ζήτημα της συγκρότησης ενός τμήματος του μακεδονικού ανθρωπο­γεωγραφικού χώρου σε Γιουγκοσλαβικό ομόσπονδο κρατίδιο (1944) και σε ανεξάρτητο κράτος (1991) καλύπτεται επαρκώς από την υπάρχουσα βιβλιογραφία, εκείνο που δεν καλύπτεται όμως είναι το ζήτημα του αντικειμενικού σκοπού και του υποκειμενικού νοήματος. Ποιος δηλαδή αντικειμενικός σκοπός κινεί την ιστορική αλληλουχία (φάσεων-κορυφώσεων-ανακατατάξεων) που ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα και φτάνει στις μέρες μας; Ποιο υποκειμενικό νόημα κινητοποιεί τους μακεδονικούς πληθυσμούς (3) και ποιο τις πολιτικές, οικονομικές και τις πνευματικές του ηγεσίες; Πως όλοι αυτοί εντάσσονται σε τούτη την ιστορική αλληλουχία, με ποια χτες και ποια σήμερα εθνοτική αναφορά, ποιό κοινωνικό σχέδιο τους συνεγείρει, τι είδους συνείδηση φτιάχνεται εκεί;

3 [… Για να ανακαλύψω πόσα γνωρίζουν από την παράδοση ρώτησα μερικά παιδιά από ένα χωριό κοντά στην Οχρίδα(4)…. «ποιός έκτισε αυτό το μέρος;»… «οι παππούδες μας απάντησαν»… «και ποιοι ήταν αυτοί ρώτησα;… ήταν Σέρβοι, Βούλγαροι, Έλληνες ή Τούρκοι;»… «δεν ήταν Τούρκοι ήταν Χριστιανοί»… Και αυτά ήταν περίπου όλα όσα ήξεραν..]. Αφήγηση του H.N. Brailsford (5), Βρετανού επικεφαλής του Βρετανικού Ταμείου Αρωγής για τα Βαλκάνια, που βρέθηκε εκεί το 1903 μετά την εξέγερση του Ίλιντεν.