Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

“ΕΥΤΥΧΩΣ ΕΠΤΩΧΕΥΣΑΜΕΝ” ( του Σπύρου Μαρκέτου, 19.4.2009 )


Με αφορμη τη δημοσιευση του προσφατου αρθρου του Σπυρου Μαρκετου 

" All that jazz, η Αριστερα του Ευρωομολογου " στο blog  Η ΛΕΣΧΗ  στις 21/08/2011

και τις αναδημοσιευσεις του στα blog  you pay your crisis  και  //ΠαραλληλοΓράφος//

Αναδημοσιευουμε δυο παλιοτερα και προδρομικα κειμενα του Σ. Μαρκετου, με θεμα την προταση του για " αναστολη πληρωμων " τα οποια γραφτηκαν σε καιρους ανυποπτους, γιατι μας αρεσει να θυμομαστε πως ξεκινησαν ολα, τωρα που βομβαρδιζομαστε απο τους αριστερους τηλεαστερες προπαγανδιστες της χρεοκοπιας και τους εσχατως αφυπνισμενους (;) "επιτελεις" της συντεταγμενης εσω - εξω κοινοβουλευτικης αριστερας. Ελπιζουμε, με ολη τη σεμνοτητα που τον διακρινει, να μας συγχωρεσει αυτη μας την επιμονη.

Το πρωτο 

με τιτλο "ΕΥΤΥΧΩΣ ΕΠΤΩΧΕΥΣΑΜΕΝ", δημοσιευμενο αρχικα στα "ενθεματα" της ΑΥΓΗΣ στις 19/04/2009 ( επι κυβερνησης Κωστα Καραμανλη ) το αναδημοσιευουμε απο το blog anant garde κοκκινη ορχηστρα αθηνας

Το δευτερο 

με τιτλο " Μονη λυση σημερα η αναστολη πληρωμων" δημοσιευμενο στις 23/02/2010 ( επι κυβερνησης Γιωργου Παπανδρεου ) το αναδημοσιευουμε απο το δημοσιογραφικο site tvxs.gr

  «για την κοινωνική αριστερά» 23.8.2011 

 

 

"ΕΥΤΥΧΩΣ ΕΠΤΩΧΕΥΣΑΜΕΝ"

του Σ. Μαρκέτου*  (19/04/2009)

Η εξέγερση της νεολαίας ( σημ. τον Δεκέμβρη του 2008) ανοίγει έναν νέο κύκλο εξελίξεων στη χώρα μας και ενδεχομένως στην Ευρώπη. Χαρακτηριστικά του στοιχεία η ρήξη των νέων με τη μοίρα που τους επιφυλάσσεται και η ριζοσπαστικοποίηση πολλών από αυτούς, η μαζική κινητοποίηση, η πολιτικοποίηση στρωμάτων που ώς πρόσφατα λίγο ενδιαφέρονταν για τα κοινά, η εκτεταμένη και δημόσια ενεργοποίηση των μεταναστών, η ενίσχυση της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς, και η σύγκρουση της αυταρχικής λογικής των ομάδων που νέμονται το κράτος με μαχητικές διεκδικήσεις εκδημοκρατισμού της κοινωνικής ζωής και προστασίας των πολιτικών δικαιωμάτων.

Οι συνέπειες τούτου του σεισμού γίνονται ακόμη πιο απρόβλεπτες καθώς πλαισιώνεται από πολλαπλές κρίσεις: παγκόσμια οικονομική ύφεση που δημιουργεί ολοένα πιο εκρηκτικές συνθήκες στέρησης, ανασφάλειας και κοινωνικής πόλωσης· γεωπολιτική ρευστότητα, η οποία αποτυπώθηκε στην πρόσφατη αποτυχία του ΝΑΤΟ στη Γεωργία και την επακόλουθη παράλυσή του· και, τέλος, ιδεολογική σύγχυση αφότου κατέρρευσαν τα ακραία ιδεολογήματα που ώς χτες κυριαρχούσαν στη Δύση — ο ψευδεπίγραφος «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» και η άλλο τόσο ψευδώνυμα φιλελεύθερη «συναίνεση της Ουάσιγκτον» που καθαγίαζε παντού την άκρατη κυριαρχία του κεφαλαίου και τις «δομικές μεταρρυθμίσεις» υπέρ των αγορών (δηλαδή των πλούσιων).

Κινητοποιώντας ολόκληρη την κοινωνία, η εξέγερση των νέων περιπλέκει αυτό που θα είναι το κρίσιμο πολιτικό στοίχημα των ερχόμενων μηνών, δηλαδή την προσπάθεια μετακύλισης των βαρών της οικονομικής κρίσης στους ώμους των ασθενέστερων. Καθώς αναγνωρίζεται ξανά η αναγκαιότητα κρατικής παρέμβασης στην οικονομία, το ποιος πληρώνει τι στο κράτος και ποιος εισπράττει πόσα από αυτό γίνεται κεντρικό πολιτικό ζήτημα. Αλλά αυτά που πρέπει πια να πληρωθούν είναι πάρα πολλά, και τα δημόσια έσοδα δεν αρκούν. Ο φετινός προϋπολογισμός προβλέπει ελλείμματα που, για να καλυφθούν, δεν φτάνουν κάποια σωστά και αναγκαία μέτρα δημοσιονομικής σωφροσύνης, τα οποία άλλωστε για την ώρα ούτε καν συζητιούνται, όπως η επείγουσα επανεξέταση από μηδενική βάση των δαπανών του υπουργείου Άμυνας (προϋπολογισμός για το 2009: 6,5 δις) ή η κοινωνικά δίκαιη φορολόγηση της Εκκλησίας και των τραπεζών, ενδεχομένως με την παραδοσιακή μέθοδο των βυζαντινών αυτοκρατόρων που τόσο δημοφιλείς ξανάγιναν τελευταία, δηλαδή την επιβολή έκτακτων εισφορών (γιατί αυτό ακριβώς ήταν το λιώσιμο των δισκοπότηρων και οι δημεύσεις των περιουσιών των τραπεζιτών).

Ένα κακό και δύο εφιαλτικά σενάρια για τα ελλείμματα
Τα ελλείμματα όμως που προβλέπονται για το 2009 είναι κυριολεκτικά άλλης τάξης, τουλάχιστον 45 δις, ίσως και 50 δις. Η κυβέρνηση δεν ξέρει πώς θα βρει τα χρήματα. Ελπίζει να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό εκδίδοντας ομόλογα, αλλά οικονομικοί αναλυτές βλέπουν γι’ αυτά «ένα κακό και δύο εφιαλτικά σενάρια». Το απλώς κακό, στο οποίο προσβλέπει η κυβέρνηση, είναι να βρουν δανειστές με επαχθέστατους για το δημόσιο όρους και δίνοντας στις τράπεζες νέα προνόμια. Αν το φιλόδοξο αυτό σχέδιο αποτύχει, συζητιέται να φτιαχτεί ένας νέος μηχανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να μας επιβάλει σκληρά μέτρα περιορισμού των κρατικών δαπανών και του δημόσιου χρέους. Πού και πού, κάποιοι δημοσιογράφοι μας φωτίζουν για το τι γίνεται πίσω από τα σύννεφα αδιαφάνειας που περιβάλλουν τις σχετικές διαπραγματεύσεις. Στ’ αλήθεια η Κομισιόν «περιμένει από την Ελλάδα να εφαρμόσει ένα περιοριστικό μάλλον πρόγραμμα, παρά την κρίση και την υποχώρηση του ρυθμού ανάπτυξης»;1 Πρέπει, δηλαδή, να περικοπούν όλες οι κοινωνικές δαπάνες και να μπει φυτίλι στη δημοκρατία και την κοινωνική συνοχή για να πληρωθούν κατά προτεραιότητα οι δανειστές τα 41,7 δις που κρατά γι’ αυτούς ο φετινός προϋπολογισμός; Κάτι τέτοιο, βέβαια, σημαίνει καταστροφική και βίαιη υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου και υπόσχεται, οδηγώντας τη χώρα δεκαετίες πίσω, εντάσεις τέτοιες που δεν έχουμε ξαναδεί από τον καιρό του Εμφυλίου.

Υπάρχει και το πιο αισιόδοξο σενάριο, ότι η Κομισιόν μάς ζητά απλώς να προσφύγουμε στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ο πρόεδρός του μοιάζει να έχει απαρνηθεί τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό που ήταν ώς τώρα σήμα κατατεθέν του και ζητά πλέον από τις κυβερνήσεις να ξοδέψουν και να δανειστούν, τονίζοντας ότι η αύξηση του δημόσιου χρέους είναι η «λιγότερο κακή λύση» στη χειρότερη οικονομική συγκυρία των τελευταίων εβδομήντα χρόνων.2 Με άλλα λόγια, η σύγχυση στις Βρυξέλλες και τη Νέα Υόρκη δεν είναι μικρότερη απ’ ό,τι στην Αθήνα. Οι ιθύνοντες, αμήχανοι και διχασμένοι, προτείνουν διαμετρικά αντίθετες λύσεις, που κυμαίνονται από έναν εμβαλωματικό κεϋνσιανισμό ώς έναν ανάλγητο νεοφιλελευθερισμό παλαιάς κοπής, αλλά έχουν κοινό παρονομαστή την προστασία των συμφερόντων των δανειστών.

Μια κοινωνικά δικαιότερη λύση: προσωρινή διακοπή εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους

Ωστόσο οι λύσεις αυτές, που συζητιούνται τώρα κατ’ ιδίαν για να μας επισκεφτούν αύριο σαν αναπόφευκτες, «Δεν υπάρχει άλλη λύση!», με την ελπίδα ότι θα σκύψουμε το κεφάλι ζαλισμένοι και θα τις δεχτούμε, δεν είναι στ’ αλήθεια οι μόνες που έχουμε μπροστά μας. Στην πραγματικότητα, υπάρχει και μια άλλη λύση που μένει στα αζήτητα, μια κομψή, ιστορικά δοκιμασμένη και κοινωνικά πολύ πιο δίκαιη λύση, την οποία τα κράτη χρησιμοποιούν με αξιοσημείωτη κανονικότητα εδώ και πολλούς αιώνες, και όχι σπάνια στις ημέρες μας. Στη χώρα μας έχει εφαρμοστεί παλιότερα, με μεγάλη επιτυχία, από αστούς πολιτικούς του διαμετρήματος του Χαρίλαου Τρικούπη και του Ελευθέριου Βενιζέλου. Η λύση αυτή θωρακίζει τη δημοκρατία, αποτρέποντας την εσωτερική πόλωση και διασφαλίζοντας το κοινωνικό μας κεφάλαιο. Ωστόσο, λίγο συζητιέται και δύσκολα εφαρμόζεται, ακριβώς επειδή ρίχνει τα βάρη στους ώμους των ισχυρών και όχι των αδύνατων. Για τον ίδιο λόγο προϋποθέτει, για να επιβληθεί, πολιτική τόλμη, εγρήγορση του λαού και μαζική κινητοποίηση.

Μιλώ για την προσωρινή διακοπή της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και την αναδιαπραγμάτευση των όρων αποπληρωμής του. Μια τέτοια κίνηση μεταφέρει άμεσα σημαντικούς πόρους από τα θυλάκια των πλούσιων στην εσωτερική κατανάλωση και επένδυση, τονώνοντας έτσι την εσωτερική ζήτηση, εκτονώνοντας την κοινωνική ένταση και θέτοντας προϋποθέσεις για ανάπτυξη την επόμενη περίοδο. Στην Ελλάδα του 2009 αυτό μπορεί να σημαίνει την ανάσυρση ενός ποσού ώς 41,7 δις από τις μαύρες τρύπες των τραπεζών για την κάλυψη άμεσων αναγκών της παιδείας, της υγείας, της κοινωνικής πρόνοιας, της αποκατάστασης της οικολογικής ισορροπίας και της δημιουργίας υποδομής. Ή, εναλλακτικά, για την αποφυγή του νέου και επαχθέστατου δανεισμού.

Όπως και αν έχει το πράγμα, χάρη στην εξέγερση της νεολαίας, που έδειξε πόσο επισφαλής ήταν η κοινωνική ηρεμία που είχαμε ώς χτες, μοιάζουν να ωριμάζουν γοργά οι πολιτικές συνθήκες για την προβολή ενός τέτοιου αιτήματος. Οι επόμενοι μήνες θα δείξουν. Σημαντικό είναι όμως ν’ αντιληφθούμε εγκαίρως, προτού περιοριστικές πολιτικές πλήξουν ανεπανόρθωτα την κοινωνική συνοχή, πως είναι επιθυμητή, εφικτή και ίσως αναγκαία για την προάσπιση της δημοκρατίας η αναστολή της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και η αναδιαπραγμάτευσή του. Η κίνηση δηλαδή που ονομάζεται «πτώχευση» μιας χώρας φορτισμένα και παραπλανητικά: τα κράτη που δηλώνουν «Δυστυχώς, επτωχεύσαμεν!» δεν είναι εμπορικές εταιρείες ούτε έχουν τις ίδιες λειτουργίες ή τους ίδιους σκοπούς με αυτές. Από νομική άποψη, μάλιστα, βρίσκονται σε ριζικά διαφορετική θέση από τις εταιρείες που χρεοκοπούν, καθώς δεν νοείται κατάσχεση σε βάρος τους ούτε υπάρχουν δικαστήρια που να μπορούν να εκδώσουν εκτελεστές αποφάσεις εναντίον τους. Αν αυτοί που κυβερνούν στ’ όνομα του λαού θελήσουν επιτέλους να προτάξουν τις δικές του ανάγκες και να βάλουν σε δεύτερη μοίρα εκείνες των δανειστών, μόνο πολιτικά μπορεί ν’ ανατραπεί η απόφασή τους.

Μια τέτοια κίνηση δεν σημαίνει βέβαια εγκατάλειψη του καπιταλισμού. Αντίθετα, συνοδεύεται πάντοτε, αργά η γρήγορα, από μια πιο ρεαλιστική συμφωνία με τους δανειστές, η οποία εγκαινιάζει μια νέα περίοδο χρηματοπιστωτικής ομαλότητας. Το ενδεχόμενο της στάσης πληρωμών προεξοφλείται άλλωστε σε κάθε συμφωνία δανείου, και ο δανειστής αποζημιώνεται προκαταβολικά για τον κίνδυνο που διατρέχει υψώνοντας ανάλογα το επιτόκιο· ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο το «spread» των επιτοκίων των ελληνικών κρατικών ομολόγων σε σχέση με άλλα τινάχτηκε πρόσφατα στα ύψη, επειδή οι τραπεζίτες και οι επενδυτές αντιλαμβάνονται πολύ καλά ότι δεν είναι ουτοπικό αλλά απεναντίας άκρως ρεαλιστικό το ενδεχόμενο να μην πληρωθούν εγκαίρως και να χρειαστεί να ξανασυζητήσουν τους όρους δανεισμού. Αλλά με το κράτος δεν συζητούν από θέση ισχύος, όπως συζητούν μαζί σας και μαζί μου· αντίθετα, το κράτος μπορεί να τους μιλήσει από θέση ισχύος εφόσον συντρέχουν οι πολιτικές προϋποθέσεις, αν δηλαδή βρίσκεται στα χέρια δυνάμεων που προτάσσουν τις ανάγκες της δημοκρατίας και τα συμφέροντα του λαού, και στηρίζονται στην αναγκαία μαζική κινητοποίηση.

Πολύ καλά όλα αυτά για να είναι αληθινά; Δεν έχει παρενέργειες μια τέτοια κίνηση; Οι κίνδυνοι που επάγεται, σύμφωνα με τη σχετική βιβλιογραφία,3 είναι, στη δική μας περίπτωση, μάλλον θεωρητικοί. Ο βασικός είναι ο αποκλεισμός από τις διεθνείς χρηματαγορές, οι οποίες ωστόσο έτσι και αλλιώς μοιάζουν πλέον να παραλύουν παγκόσμια και σίγουρα δεν είναι φέτος πρόθυμες να μας δανείσουν με λογικούς όρους. Δεύτερος είναι η διαταραχή στις συναλλαγές που φέρνει η αναστολή πληρωμών σε χώρες με αδύνατο νόμισμα, αλλά από αυτήν το ευρώ μάς προστατεύει. Άλλα σημαντικά ρίσκα δεν αναφέρονται· σαφώς μεγαλύτερους κινδύνους σημαίνει η λύση που προτείνει η Κομισιόν.

Μια λύση που εφαρμόζεται σιωπηλά

Γιατί λοιπόν, ρωτά κανείς τώρα ρητορικά, τα κράτη δεν διαλέγουν συχνότερα αυτήν τη λύση; Η απάντηση εδώ είναι: μα φυσικά την διαλέγουν, απλώς δεν συμφέρει τους δανειστές να μαθεύεται αυτό. Παραπάνω από σαράντα επεισόδια στάσης πληρωμών και αναδιαπραγμάτευσης του δημόσιους χρέους σημειώθηκαν μετά το 1970. Σύμφωνα με τις παγκόσμιες αυθεντίες στο ζήτημα, «η σειριακή αναστολή της εξυπηρέτησης του εξωτερικού χρέους, δηλαδή η επανειλημμένη κήρυξη του κράτους σε πτώχευση, αποτελεί τον κανόνα σε όλες τις περιοχές του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης και της Ασίας και της Ευρώπης».4 Για παράδειγμα, η αδιάκοπη οικονομική άνθηση στη Ρωσία μετά το 1998 εγκαινιάστηκε με την κήρυξη του δημοσίου σε πτώχευση. Τον μισό καιρό από το 1970 και μετά η Αργεντινή και η Βραζιλία βρίσκονται σε τούτην ακριβώς την κατάσταση, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τις οικονομίες τους ν’ αναπτύσσονται δυναμικά.5 Στην ίδια θέση βρέθηκε και το ελληνικό κράτος για παραπάνω από το ένα τέταρτο της ύπαρξής του, πενήντα χρόνια, αλλά ούτε και εμείς δεν φαίνεται να πάθαμε τίποτε.6 Αντίθετα, όπως μας εξηγεί ο Μαρκ Μαζάουερ στην κλασική του μελέτη για τη μεσοπολεμική Ελλάδα,7 μετά την πτώχευση του 1932 (την οποία ο Βενιζέλος αποφάσισε πολύ αργά, μόνον αφού πρώτα της είχε αντισταθεί με νύχια και με δόντια, στραγγίζοντας από ρευστότητα την αγορά και χάνοντας την υποστήριξη των οπαδών του), η οικονομία ξαναζωντάνεψε. Ενεργοποιήθηκαν πόροι που νωρίτερα παραμελούνταν, η γεωργική και η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκαν γοργά φέρνοντας τη χώρα τρίτη παγκόσμια σε ρυθμό βιομηχανικής ανάπτυξης, μετά τη Σοβιετική Ένωση και την Iαπωνία, και γενικά σημειώθηκε θεαματική ανάκαμψη, προκαλώντας έκπληξη στους (φιλελεύθερους) παρατηρητές.

Η στάση πληρωμών του δημοσίου δεν επάγεται την ηθική απαξία που επιφέρουν οι χρεοκοπίες των ιδιωτών, καθώς οφείλεται κυρίως σε παράγοντες του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, και κατεξοχήν σε μεταβολές στις τιμές των εμπορευμάτων και τα επιτόκια,8 αυτό δηλαδή που συνέβη τα τελευταία χρόνια. Υπάρχει μάλιστα σαφής συσχέτιση, στη μακρά διάρκεια, μεταξύ ελεύθερης διακίνησης των κεφαλαίων και εκδήλωσης καταστάσεων οι οποίες επιβάλλουν στάση πληρωμών του δημόσιου χρέους,9 κάτι το οποίο θα έπρεπε βέβαια να γνωρίζουν όσοι ώς πρόσφατα εκθείαζαν τη γενική απορρύθμιση των κεφαλαιαγορών. Η περιοδική ελάφρυνση του δημόσιου χρέους με αυτήν τη μέθοδο περιλαμβάνεται στην κανονική λειτουργία του συστήματος και εξασφαλίζει την επιβίωσή του. Και αν, στη δική μας περίπτωση, ένα αξιόλογο μέρος αυτού του χρέους αφορά ελληνικές τράπεζες και εγχώριους επενδυτές, και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο γίνεται πολιτικά δύσπεπτο, πάντως όλοι αυτοί δεν χειμάζονται· όχι μόνον οφείλουν αλλά και μπορούν να συνεισφέρουν τον οβολό τους για τη διατήρηση της δημοκρατίας και της κοινωνικής συνοχής. Είναι μάλιστα ουσιώδες να δοθεί λύση σύντομα, αφού κάθε μέρα που χάνεται σημαίνει περιττό κοινωνικό πόνο, εντάσεις και ρήξεις που δύσκολα θεραπεύονται.

Εν κατακλείδι. Η δημοκρατία και η ελευθερία, η αποκατάσταση της οικολογικής ισορροπίας, η διατήρηση του βιοτικού επιπέδου του λαού, η μείωση της κοινωνικής ανισότητας και η εξάλειψη της φτώχειας είναι βασικοί στόχοι μιας καλής κοινωνίας, και αναγνωρίζονται ως τέτοιοι από τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Είναι, με άλλα λόγια, εθνικοί στόχοι με την ουσιαστικότερη και καθαρότερη έννοια του όρου. Πρέπει λοιπόν και ν’ αναγνωριστούν ως βασικοί στόχοι και στη χάραξη της κρατικής πολιτικής, και αυτό, στις στιγμές κρίσης που διανύουμε, έχει συγκεκριμένες συνεπαγωγές, οι οποίες ακόμη δεν έχουν συζητηθεί αρκετά. Ειδικότερα, αν αυτοί οι εθνικοί στόχοι συγκρούονται με τα συμφέροντα των δανειστών του δημοσίου, τα δεύτερα υποχωρούν. Και αυτό είναι κάτι που μπορεί και πρέπει να επιβάλει η κυβέρνηση, η σημερινή ή η αυριανή.

αναδημοσίευση από τα Ενθέματα της Αυγής (19.4.2009)


*Ο Σπύρος Μαρκέτος διδάσκει νεότερη και σύγχρονη Ιστορία στο ΑΠΘ

 

 ΠΗΓΗ:  avant-garde ΚΟΚΚΙΝΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΑΘΗΝΑΣ

 

Μόνη λύση σήμερα η αναστολή πληρωμών, του Σπύρου Μαρκέτου (23/02/2010)


Είναι αδύνατο να ανακάµψει η οικονοµία στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που υιοθετεί πλέον η κυβέρνηση, πιεσµένη από τις «αγορές», οι οποίες επιβάλλουν τις επιλογές τους και στην ΕΕ. Πρiν από καιρό, κι ενώ περί άλλα τύρβαζαν πολλοί που σήµερα κινδυνολογούν, είχα υποστηρίξει ότι πρέπει να κηρυχθεί στάση πληρωµών του δηµόσιου χρέους (ξεπέρασαν τα 41 δις το 2009) και να γίνει αναδιαπραγµάτευσή του. Ειδάλλως θα χρειαζόταν «να περικοπούν όλες οι κοινωνικές δαπάνες και να µπει φυτίλι στη δηµοκρατία και την κοινωνική συνοχή για να πληρωθούν κατά προτεραιότητα οι δανειστές [...] Κάτι τέτοιο, βέβαια, σηµαίνει καταστροφική και βίαιη υποβάθµιση του βιοτικού επιπέδου και υπόσχεται, οδηγώντας τη χώρα δεκαετίες πίσω, εντάσεις τέτοιες που δεν έχουµε ξαναδεί από τον καιρό του Εµφυλίου». [1]

Οι εξελίξεις που µεσολάβησαν δυστυχώς επικυρώνουν αυτή την εκτίµηση. Απλώς το δηµόσιο χρέος βάρυνε στο µεταξύ άλλα 40 δις, τα οποία φυσικά δεν έγιναν µισθοί και συντάξεις, αλλά και πάλι γλίστρησαν προς τους ισχυρούς. Πολιτική µε τραγική κατάληξη: υπογράφοντας η Ελλάδα το σύµφωνο οµαδικής αυτοκτονίας που της ζητούν οι «αγορές» γίνεται προτεκτοράτο, µας εξηγεί ένας στρατηγικός αναλυτής παγκόσµιων επενδύσεων χαρτοφυλακίου. [2] Ο πλούτος της χώρας κλείνεται στα θησαυροφυλάκια των τραπεζών και µερικών µεγάλων επιχειρήσεων, ενώ τα νοικοκυριά ρίχνονται στη φτώχεια. Kάθε νεογέννητο βρίσκεται φορτωµένο µε τριάντα χιλιάδες δηµόσιο χρέος, που δεν δαπανήθηκε για χάρη του, και καλείται να δουλεύει ισόβια για να το ξεπληρώσει. Σε τι διαφέρει άραγε από τα παιδιά των µαύρων σκλάβων που γεννιούνταν δούλοι κι έπρεπε έπειτα, τα πιο τυχερά, να εξαγοράσουν την ελευθερία τους; [3]

Οι οικονοµικές θυσίες τα ερχόµενα χρόνια είναι αναπόφευκτες, το ζήτηµα είναι αν θα µοιραστούν δίκαια. Θα είναι τέτοιες που µας κάνουν δουλοπάροικους των τραπεζιτών ή, αντίθετα, θα επιβαρύνουν κυρίως αυτούς που ωφελήθηκαν από τις πολιτικές επιλογές των τελευταίων δεκαετιών και θα συνοδευτούν από αντισταθµιστικές θεσµικές αλλαγές, ευρύτατες και ριζικές, τέτοιες που ν’ αντιστρέφουν την κοινωνική πόλωση; Η έκβαση της µάχης, που δεν αφορά µόνο την Ελλάδα, είναι αβέβαιη, όπως παραστατικά µας εξηγεί ο µεγάλος κοινωνιολόγος Ιµµάνουελ Βαλλερστάιν σ’ ένα βιβλιαράκι απαραίτητο για να γνωρίσουµε την εποχή µας. [4] Αυτό σηµαίνει πως µπορεί να χαθεί, αλλά έχει και πολύ περισσότερες πιθανότητες απ’ όσες φανταζόµαστε να κερδηθεί.

Βασική πολιτική πραγµατικότητα είναι ότι ο ελληνικός λαός είδε το κράτος να δίνει δεκάδες δις για να σώσει τις τράπεζες, ψήφισε την κυβέρνηση επειδή πληροφορήθηκε ότι «λεφτά υπάρχουν», και όµως καλείται τώρα σε θυσίες χωρίς ηµεροµηνία λήξης. Σ’ αυτές τις συνθήκες αποτελεί πράξη ύψιστης πολιτικής ανευθυνότητας να δοκιµαστούν ακόµη περισσότερο οι αντοχές του. Οι θεσµικά ισχυροί αλλά διανοητικά µετέωροι και πολιτικά ευάλωτοι γκουρού του νεοφιλελευθερισµού ζητούν αναδιανοµή του εθνικού προϊόντος υπέρ των πλούσιων. Αυτή όµως θα εξαερώσει άµεσα τη νοµιµοποίηση της κυβέρνησης, και µεσοπρόθεσµα δεν απειλεί απλώς µε εξάρθρωση το κυβερνών κόµµα, αλλά και υπονοµεύει την πραγµατική οικονοµία και την ίδια τη δηµοκρατία µας. Λύση εποµένως ηθικά, πολιτικά και οικονοµικά απαράδεκτη. Επιλέγοντάς την το Πασόκ, για να κερδίσει µερικούς βασανιστικούς µήνες φυγής από την πραγµατικότητα, δυναµιτίζει το κύρος του στους οπαδούς του κι εµπεδώνει το µήνυµα ότι στις σηµερινές συνθήκες του τερµατικά αρτηριοσκληρωτικού καπιταλισµού δικαιώµατα δηµοκρατικής επιλογής έχουµε µόνο σε διακοσµητικούς τοµείς.

Η ιστορία µας δίνει εδώ ένα διδακτικό παράδειγµα. Το 1932 ο ελληνικός λαός ήταν πολύ πιο αµόρφωτος και ανοργάνωτος, και λιγότερο απαιτητικός από σήµερα. Ωστόσο ο χαρισµατικός πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, που είχε πρόσφατα επανεκλεγεί σαρώνοντας τους αντιπάλους του, εξανέµισε τη δηµοτικότητά του ακολουθώντας µια πολιτική σαν κι αυτήν που σχεδιάζει τώρα ο Γιώργος Παπανδρέου. Αφαίµαξε την οικονοµία στη λεγόµενη Μάχη της Δραχµής και όταν τελικά κήρυξε στάση πληρωµών, έπειτα από µερικούς µήνες αντίστασης δηλαδή, ήταν πια πολύ αργά. Το κόµµα του είχε στο µεταξύ διαλυθεί και η δηµοκρατία εκτροχιαστεί,µε τελικούς ωφεληµένους τους Γλύξµπουργκ και τον Μεταξά. Η ειρωνεία είναι ότι µετά την πτώση του Βενιζέλου οι ακροδεξιές κυβερνήσεις σταθεροποιήθηκαν ακριβώς επειδή η ελληνική οικονοµία, διαψεύδοντας τους τότε γκουρού των αγορών, σηµείωσε πρωτοφανείς ρυθµούς ανόδου. Η πτώχευση ξαναζωντάνεψε την αγορά,µεταφέροντας πόρους από τα θησαυροφυλάκια των τραπεζών στην πραγµατική οικονοµία, από το εξωτερικό στο εσωτερικό. Τα καθέκαστα αφηγείται ωραία ο Μαρκ Μαζάουερ, σ’ ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσουν όσοι εκπλήσσονται µε τη σηµερινή κρίση. [5]

Είναι σήµερα εφικτό αυτό που έκανε τότε ο Βενιζέλος; Ναι, είναι, και πρέπει το ταχύτερο δυνατό να το κάνουµε. Παραπάνω από σαράντα «πτωχεύσεις» σηµειώθηκαν παγκόσµια µετά το 1970, και γενικά ωφέλησαν τις χειµαζόµενες οικονοµίες. Η Ρωσία και η Αργεντινή σε τέτοιες «χρεωκοπίες» στήριξαν την υγιή οικονοµική τους µεγέθυνση,µε εξαιρετικούς ρυθµούς, τα τελευταία χρόνια. Σύµφωνα µε τη σχετική βιβλιογραφία οι κίνδυνοι είναι, στη δική µας περίπτωση,µάλλον θεωρητικοί. [6] Κυρίως ο πρόσκαιρος αποκλεισµός από τις διεθνείς χρηµαταγορές, οι οποίες ωστόσο έτσι κι αλλιώς δεν µάς δανείζουν πλέον µε λογικούς όρους. Επίσης η διαταραχή στις συναλλαγές που φέρνει στις χώρες µε αδύνατο νόµισµα η αναστολή πληρωµών, αλλά από αυτήν το ευρώ σήµερα µάς προστατεύει. Άλλα σηµαντικά ρίσκα δεν αναφέρονται. Στην πραγµατικότητα, οι τραπεζίτες που απειλούσαν θεούς και δαίµονες πριν από τη χρεωκοπία δεν άργησαν να επιστρέψουν στηΜόσχα και στο Μπουένος Άιρες µε το καπέλο στο χέρι, προτείνοντας δελεαστικά νέα δάνεια.

Είναι συµβατή η αναστολή πληρωµών του δηµόσιου χρέους µε την παραµονή στο ευρώ; Ναι, είναι. Το Σύµφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης περιορίζει τα επιτρεπόµενα ελλείµµατα κάθε χώρας, αλλά αφήνει τις εθνικές κυβερνήσεις να βρούν µόνες τους το πώς θα ισοσκελίσουν τον προϋπολογισµό. Η Αθήνα αποφασίζει αν θα ρίξει το έλλειµµα κλείνοντας νοσοκοµεία και σχολεία (προϋπολογισµός 2010 για την παιδεία: 7,6 δις• υγεία και πρόνοια, 6 δις) ή αναστέλλοντας τις πληρωµές στους τραπεζίτες (προϋπολογισµός 2010 για τοκοχρεωλύσια: 45 δις). Δεν γράφει πουθενά το σύνταγµα ότι οι υποχρεώσεις του κράτους προς τους πιστωτές υπερτερούν έναντι των ευθυνών του προς τους πολίτες. Το ποιός παίρνει τι ψηφίζεται κάθε χρόνο από την εθνική αντιπροσωπεία, λέγεται προϋπολογισµός. Είναι θέµα πολιτικής απόφασης, της Αθήνας και όχι της Φραγκφούρτης ή των Βρυξελλών, το αν ο προϋπολογισµός θα σώσει το κοινωνικό κράτος ή τις τράπεζες που έχουν ξεχάσει τον αναπτυξιακό τους ρόλο. Όπως και το αν θα φορολογηθεί ο λαός ή οι λίγες µεγάλες επιχειρήσεις που άρµεξαν τις παχειές αγελάδες τα χρόνια της πλασµατικής ευµάρειας.

Συµφέρει άραγε τους ισχυρούς της ΕΕ να µας διώξουν από το ευρώ; Αφενός δεν µπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο αν ισοσκελίσουµε τον προϋπολογισµό, έστω και µην πληρώνοντας τους τραπεζίτες και φορολογώντας τους πλούσιους. Αφετέρου δεν τις συµφέρει. Θα υπονόµευαν έτσι ισχύ και βιωσιµότητα του ευρώ, χωρίς διόλου ν’ αντιµετωπίσουν τις κερδοσκοπικές επιθέσεις των τραπεζών, οι οποίες αµέσως µετά θα στόχευαν Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, το Βέλγιο και ακόµη και τη Γαλλία –χώρες όλες τους µε συνολικές δανειακές ανάγκες επαχθέστερες των δικών µας. Λύση στο πρόβληµα της υπερχρέωσης του ευρωπαϊκού νότου συµβατή µε τα συµφέροντα των τραπεζών δεν βλέπω, και µάλλον δεν βλέπουν ούτε και οι τράπεζες.

Ειδικά η Γερµανία θα έχει βαρύ γεωπολιτικό κόστος αν διαλυθεί το ευρώ, χάνοντας το όραµα της ισχυρής και γερµανοκεντρικής Ευρώπης. Μάλλον δέχεται να πληρώσει για να διατηρήσει την ηγεµονία της -να βάλει το χέρι στην τσέπη "βαθειά, συχνά, και πολύ πολύ σύντοµα", προτού χτυπηθούν οι χώρες που πραγµατικά µετράνε. [7] Ζητά όµως σ’ αντάλλαγµα τον άµεσο έλεγχο των οικονοµικών µας, και είναι αβέβαιο ως πότε θα µπορεί να δίνει• οι δανειακές ανάγκες της ευρωζώνης είναι 2.200 δις µόνο για το 2010. Κηρύσσοντας τώρα στάση πληρωµών διατηρούµε εµείς τον έλεγχο της οικονοµίας, προφυλάσσουµε το στοιχειώδες κοινωνικό κράτος και σώζουµε την, ατελή έστω, δηµοκρατία. Σκεφτείτε µόνο τις συνέπειες αν εκχωρήσουµε στη Φραγκφούρτη τα ηνία µιας βυθισµένης σε κρίση οικονοµίας, αποσταθεροποιώντας στο µεταξύ και το πολιτικό µας σύστηµα,µόνο και µόνο για ν’ ακούσουµεσ’ ένα ή δυο χρόνια ότι η ΕΕ δεν έχει άλλα περιθώρια στήριξής µας.

Έχει προοπτικές επιτυχίας η νεοφιλελεύθερη λύση, την οποία προαναγγέλλουν τα κυβερνητικά µέτρα; Όχι, σε καµιά περίπτωση. Πρώτα πρώτα, από αυστηρά οικονοµική σκοπιά, όπως και οι κεϋνσιανοί µεταρρυθµιστές τονίζουν, τα µέτρα καταφέρουν βαρύ πλήγµα στην εσωτερική ζήτηση, η οποία δεν εξηγείται µε ποιόν τρόπο θ’ ανακάµψει έπειτα, ιδίως όσο καιρό το ευρώ κρατά την τωρινή υπερτίµησή του. Το αποτέλεσµα θα είναι να συρρικνωθεί ακόµη περισσότερο η αγορά, κι ελλείµµατα και χρέη να γίνουν ακόµη πιο δυσβάσταχτα. Το κόστος στην πραγµατική οικονοµία, για να µη µιλήσουµε για την καθηµερινότητα των απλών ανθρώπων, θα είναι ασύγκριτα µεγαλύτερο από την εξοικονόµηση µερικών δις, τα οποία άλλωστε δεν πρόκειται ν α διατεθούν για ανάπτυξη, αλλά αµέσως θα ριχτούν στις µαύρες τρύπες των τραπεζών.

Όπως η παγκόσµια οικονοµική κρίση, που ξέσπασε τον Ιούλη του 2007, βρήκε εντελώς απροετοίµαστους τους Δυτικούς ιθύνοντες, έτσι και η έλευσή της στη χώρα µας βρίσκει χωρίς σχέδιο και ιδέες το δικό µας οικονοµικό και πολιτικό επιτελείο. Ενδεικτικό της αφωνίας, της σύγχυσης και της αναισθησίας που επικρατεί στους τραπεζίτες είναι το πρόσφατο άρθρο ενός συµβούλου της Γιούροµπανκ, από τοοποίο απουσιάζει κάθε αναφορά στην κοινωνική κατάσταση και ακόµη και στην πολιτική λυσιτέλεια. [8]

Αρχικά, κατά το άρθρο, το πρόβληµα ήταν οικονοµικό:µεγάλα ελλείµµατα, υψηλό ποσοστό χρέους, χαµηλή ανταγωνιστικότητα. Σε συνδυασµό µε απειλητικές κινήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, έβαλε τη χώρα στα «ραντάρ των αγορών» (ενδιαφέρουσα τούτη η παροµοίωση των «αγορών»µε βοµβαρδιστικά). Οι «αγορές», απόλυτοι κριτές του σωστού και του καλού στις κατά τα άλλα δηµοκρατικές κοινωνίες µας (και ας µας οδήγησαν στην παγκόσµια κρίση), απαίτησαν περικοπές δαπανών µεγαλύτερες από αυτές που υπόσχεται ο πρωθυπουργός. Τη σκυτάλη πήραν έπειτα πολιτικοί παράγοντες, και στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ επικράτησαν σκληροπυρηνικές απόψεις,«ότι η Ελλάδα πρέπει να πληρώσει για τα λάθη του παρελθόντος και να πονέσει ώστε να παραδειγµατιστούν και άλλες µεγαλύτερες χώρες». Τον βοµβαρδισµό ακολούθησε παραδειγµατική µαστίγωση.

Τώρα πια µοιάζουµε µε κείνους τους βασανισµένους του Αµπού Γκραϊµπ, που µόλις κάνουν να κινήσουν χέρια ή πόδια παθαίνουν ηλεκτροσόκ. Αν πάµε να κηρύξουµε στάση πληρωµών, αναγκαστικά θα βγούµε από το ευρώ (χωρίς να εξηγείται το γιατί) και «θα αποκλειστεί η Ελλάδα από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές, θα περιοριστούν και οι εµπορικές µας σχέσεις µε τον υπόλοιπο κόσµο, θα µαραζώσει η οικονοµία». Εποµένως για να τ’ αποφύγουµε όλα αυτά, και προς τέρψη και ξεκούραση των βασανιστών µας, πρέπει ν’ αρχίσουµε ευσυνείδητα να αυτοµαστιγωνόµαστε ώστε το µαρτύριο να τελειώσει πιο γρήγορα:«Η µόνη λύση είναι η Ελλάδα να επισπεύσει και πιθανόν να πολλαπλασιάσει τα περιοριστικά µέτρα [...] Δεν χάνει κάτι µε την πιο αυστηρή επιλογή, διότι περισσότερα µέτρα σήµερα συνεπάγονται λιγότερα µέτρα αύριο για το ίδιο αποτέλεσµα». Αλλά γιατί πρέπει να υποστούµε επιτέλους αυτό τον σαδοµονεταρισµό; για λόγους που έχουν να κάνουν µε την ψυχολογία των εκβιαστών µας, ώστε δηλαδή να τους «πείσουµε» ότι «τα µέτρα υπερεπαρκούν για να φέρουν τη µείωση των ελλειµµάτων και τη µελλοντική ανάπτυξη». Και αν δεν πειστούν;

Αυτές οι απόψεις κινδυνεύουµε να γίνουν επίσηµη πολιτική. Δυστυχώς και η αριστερά δεν είναι περισσότερο προετοιµασµένη ν’ αντιµετωπίσει την κατάσταση. Τις τελευταίες δεκαετίες ο καπιταλισµός, ενώ στην πραγµατικότητα ζούσε µε δανεικά, στο νου των αριστερών ηγεσιών ιδίως έγινε αιώνιος και ακατανίκητος, και η πολιτική τους στρατηγική προσαρµόστηκε ανάλογα. Χωρίς να βλέπουν πως το σύστηµα ολόκληρο κατέρρεε, εστίασαν την προσοχή τους σε µικροµεταρρυθµίσεις κι έχασαν τους βασικούς µηχανισµούς της εκµετάλλευσης από τα µάτια τους. Έχοντας µείνει χωρίς οργανικούς διανοούµενους, ο λαός νόµιζε ότι υπερασπιζόταν τα δικαιώµατά του διεκδικώντας αυξήσεις µερικών ευρώ, την ώρα που η δηµόσια περιουσία του εκποιούνταν ή υποθηκευόταν και,µέσα από κρατικό και ιδιωτικό δανεισµό, οι τράπεζες αποµυζούσαν τους καρπούς της εργασίας του.

Σήµερα η βάση της αριστεράς,µε τις µαχητικές κινητοποιήσεις της, αντιµάχεται στο µέτρο που της αναλογεί την πορεία που χαράζουν οι «αγορές», αλλά πολλοί διανοούµενοίτης κοιµούνται αµέριµνοι και οι ηγεσίες της αποδεικνύονται κατώτερες των περιστάσεων. Ο Σύριζα και ο Συν αρνούνται να τοποθετηθούν στο ζήτηµα, σχεδόν δεν αναγνωρίζουν καν την ύπαρξή του, ενώ το ίδιο κάνει και το ΚΚΕ. Για να σταθούµε σ’ ένα µόνο παράδειγµα, που διερµηνεύει τις θέσεις του τελευταίου. Σ’ ένα πρόσφατο άρθρο του Σταύρου Μαυρουδέα δεν υπάρχει «τίποτα ψευδέστερο» από το ενδεχόµενο (τον «κίνδυνο», όπως το ονοµάζει) της χρεωκοπίας. Οι σχετικές συζητήσεις είναι «άθλιο θέατρο» σκηνοθετηµένο από τους πολυεθνικούς χρηµατοπιστωτικούς οργανισµούς, τους «ηγεµονικούς ευρωπαϊκούς ιµπεριαλισµούς» και την ελληνική αστική τάξη. [9] Με τέτοια οξυδερκή στρατηγική το ΚΚΕ τροµάζει τους τραπεζίτες όσο τρόµαξε και τον Καραµανλή τον Δεκέµβρη. Το Πασόκ, τέλος, παρακαλά τον θεό των αγορών ν’ αποδειχθούν οι οπαδοί του τόσο µαζοχιστές όσο τους θέλει το σαδιστικό του σενάριο, και τρέµει µην τυχόν ξυπνήσουν πρόωρα. Θα διαψευστεί, νοµίζω. Το ερώτηµα είναι αν η αριστερά θα έχει αποκτήσει στο µεταξύ επίγνωση της κατάστασης, ώστε να πάρει την πρωτοβουλία των κινήσεων η ίδια.

[2] Marshall Auerback, «Greece Signs Its National Suicide Pact», Counterpunch, 12 Φεβρουαρίου 2010 ( http://www.counterpunch.org/auerback02122010.html ).
[3] Για το πώς δηµιουργείται αυτό το χρέος βλ. ένα εύληπτο και κατατοπιστικό βίντεο στο http://www.kepik.gr/?p=805 .
[4] Immanuel Wallerstein, Για να καταλάβουµε τον κόσµο µας. Εισαγωγή στην ανάλυση κοσµοσυστηµάτων, Θύραθεν 2009.
[5] Mark Mazower, Η Ελλάδα και η οικονοµική κρίση του Μεσοπολέµου, ΜΙΕΤ 2002. Στο Έβδοµο Κεφάλαιο περιγράφονται η στάση πληρωµών του 1932 και τα ευεργετικά για τη χώρα αποτελέσµατά της.
[6] Ενδεικτικά, Β. De Paoli, G. Hoggarth, V. Saporta, “Costs of sovereign default”, Βank of England Financial Stability Paper no.1, Λονδίνο 2006• C. Reinhart, K. Rogoff, This Time is Different: A Panoramic View of Eight Centuries of Financial Crises, University of Connecticut, Department of Economics, http://ideas.repec.org/
[7] Marko Papic, Peter Zeihan, “Germany's Choice”,
http://www.stratfor.com/weekly/20100208_germanys_choice?utm_source=GWeek... mail&utm_campaign=100208&utm_content=readmore&elq=93649c27d72442f698015521d8e799c5 Παρεµπιπτόντως, οι ίδιοι συντηρητικοί αναλυτές εκτιµούν ότι οι απεργίες και οι άλλες µορφές ανυπακοής µπορούν πράγµατι να εµποδίσουν την εφαρµογή των σχεδίων λιτότητας.
[8] Γκίκας Α. Χαρδούβελης,« Η χειρότερη επιλογή», Το Βήµα, Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010, http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=114&artId=316472&dt=21/02/2010
[9] Σταύρος Δ. Μαυρουδέας,«Το εξωτερικό χρέος, οι ιµπεριαλιστικοί ανταγωνισµοί και ο ‘κλέψας του κλέψαντος’», άρθρο κοινοποιηµένο από τον συγγραφέα στο διαδίκτυο.

ΠΗΓΗ: tvxs.gr

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου