Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ. Του Δημήτρη Κωτσάκη ( Νοέμβριος 2008 )





Θέματα και αποσπάσματα από συζητήσεις

            Επιλογή και Σχόλια Δημήτρη Κωτσάκη


Η κρίση

Α—     Η κρίση είναι αποτέλεσμα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής.

Β— Η ιστορία των κρίσεων, από την πρώτη καταγεγραμμένη κρίση του 1720 στην Αγγλία και τη Γαλλία μέχρι τη σημερινή παγκόσμια κρίση, δείχνει ότι οι κρίσεις δεν είναι αποτέλεσμα της οικονομικής πολιτικής. Το αντίστροφο  συμβαίνει: η οικονομική πολιτική είναι αποτέλεσμα των κρίσεων. Κάθε διαφορετική κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής αρχίζει και τελειώνει ως κατεύθυνση διαχείρισης μιας οικονομικής κρίσης.

Α—   Η κρίση συνδέεται με δομικά χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού συστήματος.  Είναι προϊόν των μηχανισμών μεγιστοποίησης του κέρδους.

Β—   Η μεγιστοποίηση του κέρδους είναι από εκείνα τα δομικά χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού συστήματος που όχι μόνο δεν οδηγούν στην κρίση αλλά, αντιθέτως, συμβάλλουν στην υπέρβασή της. Υπό έναν όρο: τα αποτελέσματα της ανέχειας, που παράγει η συναρτημένη με την μεγιστοποίηση του κέρδους ελαχιστοποίηση του μισθού, θα παραμένουν υπό τον έλεγχο των δυνάμεων της ιδεολογικής και πολιτικής καταστολής. Κατά την ανασύνταξη της μαρξιστικής θεωρίας των κρίσεων τη δεκαετία του ’70, η «πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους», ένα θεώρημα της κλασσικής πολιτικής οικονομίας που έχει κεντρική θέση και στην οικονομική θεωρία του Μαρξ, κατέλαβε, τελικά, τη θέση του αιτίου των κρίσεων.

Στην ιστορία των μαρξιστικών θεωριών για την κρίση τρία ήταν τα ανταγωνιζόμενα για την ερμηνεία αίτια: η «υποκατανάλωση», σύμφωνα με τις πρώτες μαρξιστικές θεωρίες της 2ης διεθνούς, η «δυσαναλογία» (ανάμεσα στους τομείς της παραγωγής μέσων παραγωγής και ειδών κατανάλωσης), σύμφωνα με τις θεωρίες που ακολούθησαν, και η «πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους», σύμφωνα με τις μετά το 1970 θεωρίες. Στα κείμενα του ίδιου του Μαρξ τα τρία αυτά αίτια συνυπάρχουν συνεργαζόμενα και όχι ανταγωνιζόμενα για την εξήγηση των κρίσεων, με την «πτωτική τάση» να έχει μια θέση κεντρική στο οικονομικό σύστημα και άρα στις κρίσεις του.

Η κρίση, λοιπόν, είναι αποτέλεσμα ενός σχετικού με το κέρδος δομικού χαρακτηριστικού του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά αυτό δεν είναι οι μηχανισμοί μεγιστοποίησης του κέρδους. Είναι, αντίθετα, οι μηχανισμοί της πτωτικής του τάσης.

Α—   Θα εμφανίζονταν οι σημερινές ανισορροπίες αν  η απασχόληση ήταν αντικείμενο δημόσιας πολιτικής και αν το εργατικό εισόδημα κάλυπτε τις ανάγκες των εργαζομένων;

Β—   Όχι. Οι σημερινές «ανισορροπίες» δεν θα εμφανίζονταν υπ’ αυτές τις συνθήκες. Αυτό ήταν το πνεύμα των συνθηκών που οδήγησαν στην κρίση που άρχισε στις ΗΠΑ το 1973 και εξελίχθηκε σε παγκόσμια κρίση το 1974-5 (την πρώτη ουσιαστικά παγκόσμια κρίση στην ιστορία, αν δεν θεωρήσουμε ως ενιαία κρίση τις κυλιόμενες εθνικές κρίσεις της δεκαετίας του ’60). Η κρίση του ’73, ως ολοκλήρωση των κρίσεων της δεκαετίας του ’60, ήταν η κρίση του κρατικού καπιταλισμού στις δύο εκδοχές του: «κράτος πρόνοιας» και «υπαρκτός σοσιαλισμός». Και ήταν η κρίση που οδήγησε στην κατάρρευση των δύο συστημάτων του κρατικού καπιταλισμού. (Το τρίτο, το εθνικοσοσιαλιστικό, είχε ήδη καταρρεύσει με την στρατιωτική του ήττα). Η νεοφιλελεύθερη πολιτική άρχισε –και τώρα τελειώνει– ως πολιτική διαχείρισης της κρίσης εκείνης.
           
Α—   Όσοι/ες στην Αριστερά μιλούν για την κατάρρευση του καπιταλισμού αναπαράγουν τον οικονομισμό.
Β—   Το ζήτημα εδώ δεν είναι ο «οικονομισμός», η αναγωγή όλων των κοινωνικών σχέσεων στις οικονομικές. Η ιδεολογία της «ιστορικής αναγκαιότητας κατάρρευσης του καπιταλισμού», που ισοδυναμεί με την «ιστορική αναγκαιότητα του σοσιαλισμού», δεν είναι προϊόν μιας αναγωγικής οικονομικής σκέψης. Είναι, αντίθετα, προϊόν μιας ολιστικής ιστορικής σκέψης. Αναπτύχθηκε από ορισμένους μαρξιστές –όχι από τον ίδιο τον Μαρξ, που κατά τη γνωστή του δήλωση δεν ήταν «μαρξιστής»– ως πόρισμα της «επιστήμης των νόμων κίνησης της κοινωνίας». Μιας αντικειμενικής «επιστήμης», δηλαδή, μιας σκέψης που αναφέρεται όχι σε αυτό που πρέπει-να-γίνει, κατά ένα σύστημα ηθικών και πολιτικών αξιών, αλλά σε αυτό που θα-γίνει, καθ’ υπέρβαση κάθε αξίας και υποκειμενικής θέλησης που αντιτίθεται σε αυτό.

Το σώμα των κειμένων της «επιστήμης» αυτής –πίστης για την ακρίβεια– είναι (με τα λόγια του Ινστιτούτου  Μαρξ-Έγκελς-Λένιν της ΚΕ του ΚΚ(μπ) της ΕΣΣΔ) «το σύμβολο πίστης της εργατικής τάξης, που της απεκάλυψε την ιστορική της αποστολή -την απελευθέρωση της ανθρωπότητας από κάθε ζυγό και εκμετάλλευση- και που έδειξε τον δρόμο για την εγκαθίδρυση της κομμουνιστικής κοινωνίας». Πρόκειται για την  πίστη σε μια τρισυπόστατη Αρχή: την Ιστορία ως δημιουργό της κοινωνικής ζωής, την Εργατική Τάξη ως υποκείμενο της Ιστορίας, και την  Επαναστατική Συνείδηση, που εκπορεύεται από την Ιστορία και συναποτελεί με την Ιστορία και την Εργατική Τάξη μια αδιαίρετη ενότητα, εκφρασμένη από τους Μαρξ, Έγκελς, Λένιν και τους άλλους ηγέτες. Σε ένα ταξικό, καθοδηγητικό Κόμμα, οι άνθρωποι της πίστης αυτής αρνούνται τον ατομισμό, προσδοκούν την επανάσταση και τη ζωή στην κοινωνία του μέλλοντος!

Αυτή, λοιπόν, η πίστη προβλέπει την αναγκαστική «τελική κρίση»  (ο όρος είναι της Λούξεμπουργκ) την κατάρρευση του καπιταλισμού και τη νίκη της επανάστασης. Αλλά  δεν προβλέπει τον χρόνο της. Σίγουρα δεν θα είναι η τρέχουσα κρίση, αφού δεν έχουν φανεί τα ιστορικά σημεία της «επανάστασης» που είναι ουσιώδες μέρος της «τελικής κρίσης». Θα είναι όμως, «αναγκαστικά», κάποια από τις επερχόμενες. Ένα είναι βέβαιο στο πλαίσιο της πίστης αυτής: όποια από τις επερχόμενες κι αν είναι η τελική κρίση, δεν θα είναι προϊόν «υποκειμενικής θέλησης». Θα είναι αποτέλεσμα «αντικειμενικών αιτίων». Η υποκειμενική θέληση μπορεί να μας εξασφαλίσει, αν είναι «επαναστατική», ένα και μόνο: να είμαστε ανάμεσα στους νικητές την ώρα της τελικής κρίσης.
Α—   Το τέλος του νεοφιλελευθερισμού και η επιστροφή του κράτους; Τι σημαίνει «επιστροφή», το κράτος ποτέ δεν αποχώρησε.

Β—   Τρείς είναι οι σχετικές με τη συζήτηση αυτή έννοιες του «κράτους». Κατ’ αρχάς (κατά τη Γκραμσιανή του έννοια) κράτος είναι η ενότητα της ιδιωτικής και πολιτικής κοινωνίας, δηλαδή, η πολιτειακά συγκροτημένη κοινωνία. Έπειτα, είναι το πολιτειακό μέρος του κράτους με την προηγούμενη έννοια, δηλαδή είναι η πολιτεία ως ενότητα της νομοθετικής, δικαστικής και εκτελεστικής κρατικής εξουσίας. Τέλος, είναι η πολιτεία διευρυμένη με τους δημοσίου διακαίου τομείς της οικονομικής και της ιδεολογικής ζωής, που υπάγονται στην εκτελεστική κρατική εξουσία. Στην τελευταία έννοια αντιστοιχεί ο όρος «κοινωνικό κράτος».

Με ποια από τις έννοιες αυτές «το κράτος δεν αποχώρησε»; Δεν μπορούμε να πούμε ότι το κράτος παραμένει με την τελευταία έννοια, ως κοινωνικό κράτος, γιατί τι άλλο είναι ο νεοφιλελευθερισμός αν όχι η μείωση του κοινωνικού κράτους και, με αυτή την έννοια, η αποχώρησή του; Η μερική αποχώρησή του γιατί ένα ελάχιστο κοινωνικό κράτος είναι αναγκαίο για την αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος. Μόνο με τις δύο πρώτες έννοιες, ως πολιτειακά συγκροτημένη κοινωνία και ως πολιτεία, το κράτος παραμένει, αλλά και αυτό υπό όρους.

Υπάρχουν, βεβαίως, ακόμα πολιτείες. Οι πολιτείες αυτές, όμως, δεν υπάρχουν με την έως τώρα έννοια του εθνικού κράτους, δηλαδή μιας εθνικά και εδαφικά ορισμένης πολιτειακής εξουσίας. Υπάρχουν με μια έννοια υπερεθνικής και εδαφικά διαχεόμενης πολιτειακής εξουσίας, την οποία μπορούμε να πούμε, συνθέτοντας τα δύο, οικουμενική. Και οι οικουμενικές αυτές πολιτείες δεν υπάρχουν, πλέον, ως  κράτη δικαίου, δηλαδή μέσω της υπαγωγής της εκτελεστικής πολιτειακής εξουσίας σε μια ανεξάρτητη από αυτήν νομοθετική αρχή. Οι δύο αυτές μορφές του κράτους, το εθνικό κράτος και το κράτος δικαίου, έχουν μια ιστορική σχέση. Δεν υπάρχουν έθνη καθαυτά, κάθε πολιτισμική κοινότητα δεν συνιστά έθνος. Για την εθνική ολοκλήρωση μιας πολιτισμικής κοινότητας απαιτείται μια νομοθετική πολιτισμική αρχή, θρησκευτική ή κοσμική. Το κράτος δικαίου ήταν η μορφή της συγκρότησης του έθνους σε κράτος: η στρατιωτική αναγόρευση της νομοθετικής πολιτισμικής αρχής του έθνους σε εδαφικά ορισμένη πολιτειακή νομοθετική εξουσία ανεξάρτητη από την εκτελεστική. Το κράτος δικαίου, όσο υπήρξε, ήταν ένα εθνικό κράτος δικαίου.

Τελικά, εξετάζοντας τους όρους παραμονής του κράτους, πρέπει να πούμε ότι όχι μόνο ως κοινωνικό κράτος  αλλά και ως εθνικό κράτος δικαίου το κράτος που υπήρχε έως τώρα «αποχωρεί». Το δεύτερο, μάλιστα, αποφασιστικά: δεν υπάρχουν πουθενά σήμερα εθνικά κράτη δικαίου, παρά μόνο ως φθίνοντα κατάλοιπα του παρελθόντος. Που σημαίνει ότι η ταξικότητα του σημερινού κράτους στη δυναμική της είναι ολοκληρωτική ως προς τους όρους άσκησης της εξουσίας: η νομοθετική και δικαστική εξουσία του αναδυόμενου κράτους υπάγεται (καθ’ υπέρβαση ή κάμψη των υφιστάμενων συνταγματικών τύπων) στην εκτελεστική εξουσία. Και η ταξικότητα του σημερινού κράτους είναι οικουμενική ως προς τους εθνικούς και εδαφικούς της όρους. Είναι τώρα η ιστορική στιγμή που η θέση ότι «οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα» ισχύει χωρίς την (κατά το κομμουνιστικό μανιφέστο) μεταβατική απαίτηση η εργατική τάξη «να ανυψωθεί σε ηγέτιδα τάξη του έθνους», προκειμένου να «εξαφανίσει ακόμα πιο γρήγορα» τους «εθνικούς χωρισμούς και τις εθνικές αντιθέσεις» που «εξαφανίζονται όλο και περισσότερο με την ανάπτυξη της αστικής τάξης». Ενάμιση αιώνα μετά την διατύπωσή της, η απαίτηση εξέλειπε, το διαταξικό ιστορικό έργο της «εξαφάνισης των εθνικών χωρισμών» ολοκληρώνεται.
  
Συμπερασματικά: Αν δεν έχει νόημα η «επιστροφή του κράτους» –του μέχρι τώρα κράτους, όχι του κράτους εν γένει– αυτό δεν οφείλεται στο ότι ποτέ δεν αποχώρησε αλλά, αντίθετα, στο ότι έχει αποχωρήσει οριστικά.

Α—   Άρα το ερώτημα είναι: έχει αποχωρήσει οριστικά το κράτος που ξέραμε; Και ποιο είναι το κράτος που έρχεται στη θέση του; Σύμφωνα με τα παραπάνω, το ερώτημα έχει δύο σκέλη: το πρώτο, αναφέρεται στο εθνικό κράτος δικαίου, το δεύτερο αναφέρεται στο κοινωνικό κράτος.

Β—   Η απάντηση στο πρώτο είναι κατηγορηματική. Το εθνικό κράτος δικαίου έχει αποχωρήσει ανεπιστρεπτί. Το αναπτυσσόμενο σήμερα σύστημα οικουμενικής πολιτειακής εξουσίας υπερβαίνει τους δύο πρωταρχικούς όρους του κράτους αυτού: τον εθνικό, και τον εδαφικό. Όσο για την υπαγωγή της εκτελεστικής εξουσίας σε μια ανεξάρτητη νομοθετική, στο μέτρο που ο όρος αυτός υπήρξε ουσιαστικά ως προϋπόθεση της εθνικής ταυτότητας και ενότητας, έχει προ πολλού οριστικά αρθεί. Η εξελισσόμενη οικουμενική πολιτειακή εξουσία είναι ολοκληρωτική στην άσκηση των λειτουργιών της: τα σώματα της εξουσίας αυτής –και στα τρία ιεραρχικά της επίπεδα, το υπερεθνικό, το εθνικό και το κοινοτικό– λειτουργούν ως «εργαζόμενα πολιτικά σώματα» (κατά την αριστερή διατύπωση της υπαγωγής όλων των λειτουργιών της εξουσίας στην εκτελεστική). Εν κατακλείδι: το σύγχρονο οικουμενικό κράτος δεν θυσιάζει την ταξική του αποτελεσματικότητα σε εθνικές, εδαφικές και συνταγματικές ιστορικές παρακαταθήκες.
  
Με αυτό το δεδομένο, το κρίσιμο είναι η απάντηση στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος. Ποιό είναι το μέλλον –το άμεσο μέλλον– του κοινωνικού κράτους;             Η γενική απάντηση είναι πως μια μορφή κοινωνικού κράτους είναι και θα παραμένει αναγκαία για την αντιμετώπιση των κρίσεων, οι οποίες είναι εγγενείς στο οικονομικό σύστημα της «ελεύθερης αγοράς». Το ερώτημα, συνεπώς, γίνεται: Ποιός είναι ο χαρακτήρας και η λειτουργία του κοινωνικού κράτους, που διασφαλίζει την καπιταλιστικά ορθή έξοδο του οικονομικού συστήματος από τη σημερινή του κρίση;
  
Την κατεύθυνση της απάντησης στο ερώτημα αυτό ορίζουν τα δομικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου οικονομικού συστήματος, που μπορεί να συνοψιστούν στα εξής τέσσερα σημεία. Πρώτο, ότι είναι το οικονομικό σύστημα του κατά τα προηγούμενα οικουμενικού κράτους. Το σύστημα αυτό ολοκληρώνει οικονομικά σε μια οικουμενική ενότητα ό,τι διαφορίζεται πολιτειακά με τις επιβιώσεις των ιστορικά προγενέστερων κρατικών σχηματισμών. Δεύτερο, αποκαταστάθηκε η σχετική ανεξαρτησία των τριών μορφών του κεφαλαίου, (χρηματικό, παραγωγικό, εμπορικό), που είχε αρθεί με την σύνθεση του χρηματικού και παραγωγικού στο «χρηματιστικό» κεφάλαιο. Τρίτο, με βάση τις νέες τεχνολογίες διαμορφώθηκε ένας νέος μετατεϊλορικός και μεταφορντικός τρόπος παραγωγής, που θεμελιώνεται αφενός στην ευελιξία της εργασίας ως προς τις σχέσεις και τα περιεχόμενά της και αφετέρου στη διάχυση της παραγωγής. Τέταρτο, η ανεξαρτητοποίηση του χρηματικού κεφαλαίου στο πλαίσιο του νέου τρόπου παραγωγής δίνει στην καθαρά χρηματική μορφή του κεφαλαίου θέση ηγεμονική στην οικονομική ζωή.

Τα δομικά αυτά χαρακτηριστικά ερμηνεύουν την αναπτυσσόμενη σήμερα κατεύθυνση της απάντησης στο ερώτημα του χαρακτήρα και της λειτουργίας του κοινωνικού κράτους που απαιτεί η καπιταλιστικά ορθή έξοδος από την κρίση. Το κράτος αυτό στηρίζει το ηγεμονικό χρηματικό κεφάλαιο στη διπλή οικονομική του δραστηριότητα: την επενδυτική στον χώρο των παραγωγικών και εμπορικών επιχειρήσεων, και την δανειστική στον χώρο της κατανάλωσης. Παράλληλα αναλαμβάνει, μέσω των όρων της στήριξης αυτής, μια λειτουργία ρυθμιστική των χρηματοδοτικών κατευθύνσεων, με άμεσο στόχο τη διατήρηση της απειλούμενης από την κρίση κοινωνικής συνοχής και στρατηγικό σκοπό την οικονομική ανάκαμψη και ανάπτυξη.

Α—   Το σχέδιο Πόλσον δίνει 700 δις δολάρια στα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και αντίστοιχα σχέδια εκπονούνται και στα πλαίσια της Ε.Ε. Στην κατεύθυνση αυτή, η ελληνική κυβέρνηση δίνει 28 δις ευρώ στο τραπεζικό σύστημα.

Β—   Άρα ξέρουν ποιό είναι το σημερινό οικονομικό σύστημα και από πού να αρχίσουν.

Α—   Το ερώτημα είναι που βρίσκονται τόσα κεφάλαια, όταν η πόρτα είναι κλειστή στους εργαζομένους.

Β—   Το ερώτημα, αντίθετα, είναι που θα βρίσκονταν αν η πόρτα δεν ήταν κλειστή στους εργαζόμενους. Η αξία της εργατικής δύναμης και η υπεραξία είναι τα δύο συμπληρωματικά μέρη της παραγόμενης αξίας, η αύξηση του ενός συνεπάγεται τη μείωση του άλλου. Και η υπεραξία μοιράζεται σε τρείς εταίρους αλλά και ανταγωνιστές: το κεφάλαιο (κέρδη), τη γαιοκτησία (πρόσοδοι) και την πολιτεία (φόροι).

Το κοινωνικό κράτος είναι κοινωνικό με δύο έννοιες. Πρώτο, ως κοινωνικό σώμα δεν περιορίζεται στην πολιτεία, είναι, πέραν αυτής, κεφαλαιοκράτης και γαιοκτήμονας. Δηλαδή τα έσοδά του προέρχονται από το σύνολο της υπεραξίας και όχι μόνο από τους φόρους. Δεύτερο, ως οικονομική οντότητα δεν χρησιμοποιεί τα έσοδά του μόνο για την αναπαραγωγή του αλλά ένα μέρος τους το επιστρέφει με την μορφή παροχών στις κοινωνικές τάξεις. Δηλαδή το κοινωνικό κράτος, ως κοινωνικό, έχει δύο λειτουργίες. Πρώτο, «κλείνει την πόρτα στους εργαζόμενους» τρεις φορές, αποσπώντας από αυτούς φόρους, κέρδη, και προσόδους. Δεύτερο, ένα μέρος της αποσπώμενης με αυτόν τον τρόπο υπεραξίας το ανακατανέμει στις τρεις οικονομικές τάξεις: το επιστρέφει στους εργαζόμενους ως παραγωγούς της αξίας με τη μορφή του κοινωνικού μισθού (στέγη, παιδεία, υγεία), και στο κεφάλαιο και τη γαιοκτησία ως οικονομική στήριξη.
           
Α—   Τα αποθεματικά των ταμείων έχουν εξανεμιστεί. Το κράτος δεν παρέχει τα 500 εκατομμύρια ευρώ που απαιτούνται για  να ανταποκριθεί το Ταμείο Πρόνοιας των Δημοσίων Υπαλλήλων στις υποχρεώσεις του. Και παρέχει μόλις 100 εκατ. ευρώ για την ενίσχυση του Ταμείου Συνοχής.  

Β—   Το μερίδιο της κάθε τάξης στην ανακατανομή της αξίας ορίζεται από τον χαρακτήρα του κοινωνικού κράτους ο οποίος, σε περίοδο κρίσης, διαμορφώνεται από την απαιτούμενη για την έξοδο από την κρίση οικονομική του λειτουργία. Και η σημερινή κρίση δεν δίνει στο κοινωνικό κράτος τον χαρακτήρα του κράτους που έδωσε στις ΗΠΑ η κρίση του ’29. Το αντίθετο μάλιστα συμβαίνει, εφόσον η παρούσα κρίση είναι, ακριβώς, η κρίση του κράτους της κοινωνικής πρόνοιας. Η πρόνοια που αντιστοιχεί στο αναδυόμενο από τη σημερινή κρίση κοινωνικό κράτος είναι πολιτική-οικονομική: είναι η πολιτική πρόνοια του ελέγχου των αρνητικών κοινωνικών αποτελεσμάτων της εκμετάλλευσης και των κρίσεων στις οποίες οδηγεί από τις δυνάμεις της ιδεολογικής-πολιτικής καταστολής και η συναφής με αυτήν οικονομική πρόνοια περιορισμού των κοινωνικών αποτελεσμάτων της εκμετάλλευσης εντός των ορίων της ικανότητας του ιδεολογικού-πολιτικού ελέγχου.

Α—   Συνεπώς, κάνουν μεγάλο λάθος όσοι/ες πιστεύουν ότι η αυξημένη κρατική    παρέμβαση στη 
         σημερινή συγκυρία μπορεί να οδηγήσει σε ένα νέο Νew Deal που θα περιορίσει τις ακραίες 
         συνέπειες του νεοφιλελευθερισμού. 

Β—     Ακριβώς.

Εκπαίδευση και κρίση

Α—   Η κρίση θα έχει άμεσο αντίκτυπο και στα εκπαιδευτικά συστήματα. Πρέπει να περιμένουμε  ακόμα μεγαλύτερη μείωση των εκπαιδευτικών δαπανών.

Β—   Αυτό είναι άμεση συνέπεια του χαρακτήρα του σημερινού κοινωνικού κράτους.

Α—     Και θα πρέπει να περιμένουμε ενίσχυση των ευέλικτων εργασιακών σχέσεων.

Β—   Η «ευελιξία» είναι δομικό στοιχείο του σύγχρονου κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, δηλαδή του συστήματος των σχέσεων παραγωγής και των παραγωγικών δυνάμεων (ικανοτήτων και μέσων). Ως δομικό στοιχείο του νέου τρόπου παραγωγής, η «ευελιξία» της εργασίας αναπτύσσεται και στις δύο διαστάσεις του: των σχέσεων και των δυνάμεων. «Ευέλικτες» είναι οι σχέσεις εργασίας που έχουν απαλλαγεί από τις «ακαμψίες» της συλλογικότητας και του χρόνου: οι καθημερινά μεταβαλλόμενες ατομικές σχέσεις εργοδοτών-εργαζομένων. Και «ευέλικτες» είναι οι ικανότητες εργασίας που έχουν απαλλαγεί από την «ακαμψία» του επαγγέλματος: οι ικανότητες που κατασκευάζονται ατομικά υπό μορφή εμπορεύσιμου λογισμικού αναβαθμιζόμενου περιοδικά στα καταστήματα της «διά βίου εκπαίδευσης». Η «ευελιξία» των σχέσεων έχει επίπτωση στις εκπαιδευτικές σχέσεις. Η «ευελιξία» των ικανοτήτων έχει επίπτωση στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης.

Α—   Μια σημαντική εξέλιξη θα είναι η αύξηση της παρουσίας του ιδιωτικού τομέα στην εκπαίδευση.
Β—   Η πολιτική υπέρ της ιδιωτικής εκπαίδευσης έχει δύο όψεις: Γενικά, είναι άμεση συνέπεια του χαρακτήρα του σύγχρονου κοινωνικού κράτους. Το ιστορικό πόρισμα από την κρίση του κρατικού καπιταλισμού, στην υπέρβαση της οποίας τάχθηκε ο νεοφιλελευθερισμός,  είναι ότι το κοινωνικό κράτος πρέπει να έχει το ελάχιστο αναγκαίο για την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή μέγεθος. Το κεφάλαιο είναι κατ’ αρχήν σχέση ιδιωτών και οριακά μόνο μπορεί να είναι σχέση πολιτείας-πολιτών. Αυτή είναι η γενική όψη της πολιτικής υπέρ της ιδιωτικής εκπαίδευσης.

Ειδικά στο πανεπιστήμιο, η πολιτική αυτή έχει και μια άλλη όψη: την κατάργηση των υπολειμμάτων της μεγάλης ευρωπαϊκής παράδοσης της πανεπιστημιακής αυτονομίας, δείγμα της οποίας είναι το άρθρο 16 του Ελληνικού Συντάγματος. Σύμφωνα με την παράδοση αυτή, το πανεπιστήμιο δεν υπόκειται ούτε στις πολιτειακές αρχές ούτε στην ιδιωτική οικονομική εξουσία.
  
Το κατά το άρθρο 16 δημόσιο πανεπιστήμιο δεν είναι μεν ιδιωτικό αλλά, σε αντιδιαστολή με το υπάρχον δημόσιο σχολείο, δεν είναι ούτε και κρατικό. Το πανεπιστήμιο του άρθρου 16 είναι αυτόνομη αρχή με δημόσιο χαρακτήρα. Κανείς δεν επιτρέπεται να παρέμβει στον ορισμό του προσωπικού του, τη σύνταξη των προγραμμάτων του και την εκπαιδευτική-ερευνητική του λειτουργία. Και, για να γίνει αυτό, τα πανεπιστημιακά ιδρύματα έχουν το «δικαίωμα» (κατά τη συνταγματική διατύπωση) να «ενισχύονται οικονομικά» από την πολιτεία.

Η πολιτική για το πανεπιστήμιο δεν συνδέεται με την κρίση. Είναι πολιτική αρχών. Και ως προς τις αρχές αυτές, θα πρέπει να τονιστεί ότι ο άμεσος στόχος της σημερινής πολιτικής για το πανεπιστήμιο δεν είναι η ιδιωτικοποίησή του αλλά η  κρατικοποίησή του – η θεσμική της ολοκλήρωση. Ο στρατηγικός σκοπός στον οποίο εγγράφεται ο στόχος αυτός είναι η αντικατάσταση του δημόσιου πανεπιστήμιου με ένα σύστημα κρατικών-ιδιωτικών ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης Higher Education» κατά την διατύπωση της διακήρυξης της Μπολόνια).

Α—   Αυξημένη παρουσία των επιχειρήσεων σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης σημαίνει εκπαίδευση προσανατολισμένη στις εργασιακές δεξιότητες και προβολή του ατομισμού και της ανταγωνιστικότητας ως εκπαιδευτικών αρχών.

Β—   Με δεδομένο τον χαρακτήρα του αναπτυσσόμενου στις σημερινές συνθήκες κοινωνικού κράτους, ο προσανατολισμός προς τις εργασιακές δεξιότητες, τον ατομισμό και την ανταγωνιστικότητα δεν έχει προνομιακή σχέση με την ιδιωτική έναντι της κρατικής εκπαίδευσης. Η κατεύθυνση της ανταπόκρισης της εκπαίδευσης και της έρευνας στις ανάγκες της αγοράς είναι κεντρική στην οδηγία της Μπολόνια τόσο για τα κρατικά όσο και για τα ιδιωτικά ιδρύματα. Άλλωστε ο κρατικός χαρακτήρας ενός σύγχρονου εκπαιδευτικού ιδρύματος  δεν εμποδίζει −αν, μάλιστα, δεν διασφαλίζει δια νόμου− τη λειτουργική ιδιωτικοποίησή του.  

Α—   Η παρουσία επιχειρηματικών υποκειμένων στην εκπαίδευση θα είναι, όμως, αποσταθεροποιητική ως προς τις συλλογικές αντιστάσεις που μπορούν να αναπτυχθούν.

Β—   Όχι περισσότερο από την παρουσία των σύγχρονων κρατικών υποκειμένων – των των υπαγόμενων στην πολιτειακή εκτελεστική εξουσία και την ιδιωτική οικονομική εξουσία λειτουργών του κρατικού σχολείου και πανεπιστήμιου. Οι συλλογικές αντιστάσεις δεν έχουν κανέναν λόγο αρχής να προτιμούν την εξουσία των κρατικών υποκειμένων. Έχουν, βεβαίως, έναν λόγο στρατηγικής: τη μονιμότητα, που υπάρχει –όσο υπάρχει ακόμα– στον κρατικό τομέα. Γιατί χωρίς τη μονιμότητα, η αντίσταση ισοδυναμεί με απόλυση.
  
Οι συλλογικές αντιστάσεις στον χώρο της εκπαίδευσης οφείλουν να επανεξετάσουν με τα σημερινά δεδομένα την έννοια του αυτόνομου δημόσιου υποκειμένου. Και το οφείλουν  ως προς το σύνολο του εκπαιδευτικού συστήματος και όχι μόνο την ανώτατή του βαθμίδα. Στόχος είναι η Εκπαιδευτική Ελευθερία, ως αμοιβαία ελευθερία διδασκαλίας και μάθησης, που θεμελιώνει την εκπαίδευση στο σύνολό της και οδηγεί στο Αυτόνομο Δημόσιο Πανεπιστήμιο, έναν θεσμό που υπερβαίνει τον εκπαιδευτικό χώρο καθώς είναι θεσμός της εκπαίδευσης και της έρευνας στην ενότητά τους.

Α—   Ο συσχετισμός των δυνάμεων στην εκπαίδευση σήμερα είναι αναντίστοιχος του γενικού συσχετισμού κεφαλαίου-εργασίας. Αυτό οφείλεται στη σχετική αυτονομία της εκπαίδευσης και στην  παρουσία ισχυρών ριζοσπαστικών ρευμάτων σε κάθε βαθμίδα της.

Β—   Η παρατηρούμενη αναντιστοιχία του συσχετισμού δυνάμεων στους χώρους εκπαίδευσης και εργασίας οφείλεται στο σώμα των μαθητών και όχι των διδασκόντων. Για την αναντιστοιχία αυτή υπάρχουν δύο λόγοι. Ο ένας είναι γενικός: η εγγενώς ριζοσπαστική προδιάθεση της ηλικίας στην οποία οι άνθρωποι αποδεσμεύονται από την οικογένεια χωρίς ακόμα να έχουν δεσμευτεί από την εργασία. Ο άλλος είναι η δυναμική του φοιτητικού κινήματος στην Ελλάδα της εικοσαετίας  ’60-80: μετεμφυλιακή ανασύνταξη της Αριστεράς, αντίσταση στη δικτατορία, μεταπολίτευση. Ο δεύτερος λόγος εκλείπει πλέον στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του νέου αιώνα.
  
Και ως προς τους δύο αυτούς λόγους, δεν ευσταθεί το «σε κάθε βαθμίδα» όταν αναφέρεται στην προνομιακή διάδοση των ριζοσπαστικών ιδεών στον χώρο της εκπαίδευσης. Ο εκπαιδευτικός χώρος που ήταν και παραμένει ιδιαίτερα δεκτικός στις ριζοσπαστικές ιδέες είναι ο χώρος της εγγενώς «ριζοσπαστικής ηλικίας».

Σε αυτή τη βάση, έχει ιδιαίτερη σημασία ότι τα ριζοσπαστικά ρεύματα που αναπτύσσονται στο σχολείο και το πανεπιστήμιο δεν περιορίζονται στους χώρους αυτούς, δεν γεννιούνται εκεί,  είναι ευρύτερα πολιτιστικά ρεύματα. Και ούτε αποτελεί ο  χώρος της διδασκαλίας έναν ιδιαίτερα δεκτικό χώρο διάδοσης των ριζοσπαστικών ρευμάτων. Αν δεν συμβαίνει το αντίθετο, δεδομένου του (ασφυκτικού στις ελληνικές συνθήκες) κρατικού ελέγχου της διδασκαλίας στο (ιδιωτικό  ή κρατικό) σχολείο, και ενόψει της επέκτασής του ελέγχου αυτού στο πανεπιστήμιο. Από την πλευρά του εκπαιδευτικού σώματος, η εκπαίδευση δεν έχει καμία σχετική αυτονομία άλλη από την καταλυόμενη σήμερα αυτονομία της ανώτατης βαθμίδας της, την έτσι κι αλλιώς τυπική αυτονομία της στον ελλαδικό κρατικό χώρο. Ο ιδιαίτερα δεκτικός στη διάδοση των ριζοσπαστικών ρευμάτων χώρος δεν είναι ο χώρος της διδασκαλίας καθεαυτήν  αλλά κατά τη σχέση της με τη μάθηση στη «ριζοσπαστική ηλικία».  
  
Τι απαντάμε   

Α—     Ας αρχίσουμε με τα δύο κόμματα που εναλλάσσονται στην εξουσία.
                       
Β—   Ο όρος «κόμμα», στον χώρο της σύγχρονης πολιτειακής εξουσίας, έχει το νόημα ενός ομίλου πολιτικών επιχειρήσεων. Η διάκριση Δεξιά / Αριστερά δεν έχει θέση στον χώρο των ομίλων αυτών, με τις έννοιες των όρων που μας κληροδότησε ο εικοστός αιώνας. Θα μπορούσαμε όμως  να χρησιμοποιήσουμε τον όρο νέα Δεξιά για να αναφερθούμε στον έναν από τους ομίλους που εναλλάσσονται στην εξουσία στο πλαίσιο του «δικομματισμού». Συγκεκριμένα, τον όμιλο των πολιτικών επιχειρήσεων που συγκροτείται από την σύνθεση των αντιθέτων και εν τέλει αντιφατικών πολιτικών τάσεων του συντηρητισμού και του νεοφιλελευθερισμού. Με αυτήν την έννοια, η νέα Δεξιά συνθέτει το κατά την νεοφιλελεύθερη ιδεολογία δημιουργούμενο μέλλον της «παγκοσμιοποίησης» και της «ελευθερίας της αγοράς» με το από τη συντηρητική ιδεολογία διατηρούμενο παρελθόν της θρησκείας και της πατρίδας.

Πώς όμως γίνεται αυτή η σύνθεση των αντιθέτων;  Και τι συμβαίνει τις οριακές στιγμές της ουσιαστικής τους αντίφασης; Για το πρώτο δεν υπάρχουν γενικές απαντήσεις. Για το δεύτερο έχουμε δει τα σήματα της απάντησης, τα σήματα της λύσης της αντίφασης –όχι ισχυρά, αλλά αρκετά σαφή. Σε ό, τι μας αφορά, το ένα σήμα είναι: η Δεξιά επιστρέφει στις αρχές της και καλεί σε «λαϊκό συναγερμό» τους «Έλληνες» εναντίον της παγκοσμιοποίησης και της ασυδοσίας της αγοράς –της τραπεζιτικής τοκογλυφίας ιδιαίτερα. Το άλλο σήμα έρχεται, συμμετρικά, από την άλλη πλευρά της αντίφασης: η Δεξιά εκκαθαρίζει τον κυβερνητικό της χώρο από τα κατάλοιπα του συντηρητικού της παρελθόντος και επικεντρώνεται στο νεοφιλελεύθερο παρόν της.

Αλλά, στο «δικομματικό» πλαίσιο της αναπτυσσόμενης πολιτειακής εξουσίας,  ο ανταγωνιστικός προς τη νέα Δεξιά όμιλος πολιτικών επιχειρήσεων δεν συγκροτεί μια, κατ’ αναλογία, νέα Αριστερά. Σε αυτόν τον όμιλο, τον εν πολλοίς στελεχωμένο από την σοσιαλδημοκρατική Αριστερά, οι πολιτικές απαιτήσεις της τρέχουσας οικονομικής κρίσης, με τις αγωνιώδεις πιέσεις που ασκούν, έχουν επιφέρει μια βαθειά κρίση ταυτότητας, που καμιά από τις επιχειρήσεις του ομίλου –ούτε και του Obama– δεν φαίνεται ότι μπορεί να επιλύσει (δεν είναι δυνατό ένα νέο New Deal). Έτσι ή αλλιώς, τόσο στις παραδοσιακές όσο και στις νέες μορφές της, η Αριστερά δεν έχει θέση στο «δικομματικό» πλαίσιο.

Μια παρατήρηση είναι αναγκαία εδώ. Είδαμε πιο πάνω ότι από τον χώρο των πολιτικών ομίλων εξουσίας που συγκροτεί ο «δικομματισμός» δεν αποκλείεται μόνο η Αριστερά αλλά και η Δεξιά. Η Δεξιά υπάρχει σε αυτόν τον χώρο μόνο υπό τον όρο της αντιφατικότητάς της ως νέα Δεξιά, όχι ως συνεπής Δεξιά. Θα πρέπει να δούμε εδώ ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο αποτέλεσμα των παραπάνω: την πολιτική συγκατοίκηση της αναδυόμενης εκ νέου (συνεπούς στις δεξιές αρχές) εθνικής Δεξιάς με την εθνική Αριστερά (ασυνεπούς στις αριστερές αρχές), που  συγκροτήθηκε τη δεκαετία του ’30 και επιβιώνει σήμερα.

Α—   Να περάσουμε στη γραφειοκρατία. Ποια είναι η σχέση της με τον επαγγελματικό
         συνδικαλισμό και την επαγγελματική πολιτική;

Β—   Η κρατική διοίκηση, ο επαγγελματικός συνδικαλισμός και η επαγγελματική πολιτική, στην διασύνδεση και την ενότητά τους, αποτελούν στις σύγχρονες κοινωνίες ό, τι θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τρίτη τάξη, μετά το κεφάλαιο και την γαιοκτησία, στην παραγωγή της υπεραξίας. Γραφειοκρατία είναι το όνομα της τάξης αυτής, η οποία ανταγωνίζεται το ιδιωτικό κεφάλαιο και την ιδιωτική γαιοκτησία στη διανομή της παραγόμενης υπεραξίας. Αν η οικονομική βάση του κεφαλαίου είναι το κέρδος και της γαιοκτησίας η πρόσοδος, η οικονομική βάση της γραφειοκρατίας είναι ο φόρος, αλλά όχι μόνο: ο φόρος διευρυμένος κατά τα κέρδη και τις προσόδους του κρατικού κεφαλαίου και της κρατικής γαιοκτησίας. Δηλαδή, η οικονομική βάση της γραφειοκρατίας είναι η υπεραξία στην ολότητά της καθ’ υπέρβαση της οικονομικής της διαίρεσης σε κέρδος, πρόσοδο και φόρο.

Το πολιτικό πνεύμα της γραφειοκρατίας (αδιαίρετα διοικητικής, συνδικαλιστικής και πολιτικής) το οποίο στηρίζεται στην οικονομική της βάση αλλά δεν απορρέει άμεσα από αυτήν (αποτελεί ίδιο πολιτικό της χαρακτηριστικό) είναι το ολοκληρωτικό σύστημα άσκησης της πολιτειακής εξουσίας: η σύνθεση των πολιτειακών εξουσιών υπό την εκτελεστική εξουσία. Οικονομικά ολοκληρωμένη και πολιτικά ολοκληρωτική,  η γραφειοκρατία, ως οικονομική-πολιτική τάξη, είναι δομικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου κράτους. Είναι αυτό ακριβώς το «εργαζόμενο πολιτικό σώμα» που, θεμελιωμένο στη ενότητα «οικονομικής βάσης» και «πολιτικού εποικοδομήματος» συνθέτει τα δύο επίπεδα και τις τρεις λειτουργίες της εξουσίας σε μια ενιαία εκτελεστική εξουσία.
 
Α—     Και οι ριζοσπαστικές δυνάμεις;

Β—   Είναι οι δημιουργικές δυνάμεις στην προσωπική ζωή, την εργασία, τον πολιτισμό και την πολιτική στην ενότητά τους. Η συνέχεια της δεκαετίας του ’20 στην δεκαετία του ’60 μας κληροδότησε την επίγνωση του ριζοσπαστικού χαρακτήρα της ενότητας των δημιουργικών δυνάμεων στους τέσσερις αυτούς χώρους ζωής. Δεν είναι δυνατή η αλλαγή στην πολιτική ζωή χωρίς την αλλαγή στην προσωπική ζωή: «το προσωπικό είναι πολιτικό και το πολιτικό είναι προσωπικό» ήταν ένα από τα συνθήματα του ’60. Αλλά η ενότητα της προσωπικής ζωής και της εργασίας είναι αδιάσπαστη: συγκροτεί την καθημερινή ζωή σε όλη την έκταση και την έντασή της.

Το άμεσο συμπέρασμα είναι ότι οι πολιτειακές αλλαγές έχουν ως αναγκαία συνθήκη τις αλλαγές στην καθημερινή ζωή, προσωπική και εργασιακή, όχι το αντίστροφο. Μια καθαρά τυπική πολιτειακή αλλαγή, δηλαδή μια αλλαγή στην μορφή της πολιτειακής ζωής χωρίς ένα περιεχόμενο που να θεμελιώνεται στην υπαρκτή καθημερινή ζωή, θα ήταν ένα κενό γράμμα του νόμου. Η σημερινή κοινωνική κρίση –κοινωνική όχι απλά οικονομική– το επιβεβαιώνει: μόνο όταν συντελούνται αλλαγές στην εργασία που ανατρέπουν τις σχέσεις της καθημερινής ζωής, τίθενται ουσιαστικά θέματα πολιτειακών αλλαγών.  Όμως οι σημαντικές αλλαγές στην καθημερινή ζωή προϋποθέτουν μια γενική –στην ολότητα του κοινωνικού– πολιτισμική αλλαγή.

Το τελικό συμπέρασμα είναι η προτεραιότητα της πολιτισμικής έναντι της πολιτειακής αλλαγής. Οι πολιτειακές αλλαγές θεμελιώνονται στις πολιτισμικές. Μια πολιτική κίνηση δεν είναι ριζοσπαστική αν δεν εγγράφεται σε μια πολιτιστική –αν δεν είναι η πολιτική διάσταση μιας πολιτιστικής κίνησης. Το κρίσιμο λοιπόν ερώτημα είναι: ποιες πολιτισμικές αλλαγές συντελούνται, και ποιες αλλαγές θέλουμε; Ιδιαίτερα: ποιες πολιτισμικές αλλαγές θέλουμε στο χώρο της εκπαίδευσης;

Α—     Συγκρότηση ενός μορφωτικού ρεύματος που θα αμφισβητεί  το σημερινό αστικό σχολείο.

Β—   Μορφωτικό ή πολιτισμικό (cultural) είναι ό,τι διαμορφώνει έναν τρόπο επικοινωνίας σε έναν κοινωνικό χώρο –έναν οποιονδήποτε κοινωνικό χώρο, όχι κάποιον χώρο ιδιαίτερα που αναφέρεται ως «πολιτισμικός». Μιλάμε για τον «πολιτισμό» όχι μόνο μιας κοινωνίας στο σύνολό της αλλά και ενός κοινωνικού τομέα, π.χ. μιλάμε για τον πολιτικό, νομικό, οικονομικό κ.τ.λ. πολιτισμό. Οριακά μπορούμε να μιλήσουμε για τον πολιτισμό μιας κοινότητας, έως το ελάχιστο όριο μιας συμβίωσης.

Αλλά τι είναι ένας τρόπος επικοινωνίας; Είναι μια ενότητα κοινωνικών σχέσεων συμπληρωμένη με τις ικανότητες και τις δυνατότητες που απαιτεί η πραγμάτωσή τους μέσω της επικοινωνίας. Μια πολιτιστική κίνηση, συνεπώς, είναι μια κίνηση που αλλάζει κοινωνικές σχέσεις, υποκειμενικές ικανότητες και αντικειμενικές δυνατότητες. Και δεν μπορεί να αλλάξει το ένα από αυτά χωρίς τα άλλα.

Ρεύμα / κίνημα είναι μια διάκριση σχετική με την έκταση και την κατάσταση της πολιτιστικής κίνησης. Ένα πολιτιστικό ρεύμα είναι η πρώτη εκδήλωση αλλαγής στον τρόπο επικοινωνίας ενός –οποιουδήποτε– κοινωνικού χώρου.  Ένα πολιτιστικό κίνημα καλύπτει τον συνολικό κοινωνικό χώρο και έχει ήδη πραγματοποιήσει αλλαγές. Σε ένα κίνημα συμβάλλουν πολλά ρεύματα. Τι είναι, λοιπόν ένα πολιτιστικό (μορφωτικό) ρεύμα που θα αμφισβητεί το σημερινό σχολείο και σε τι απαντάει;

Α—   Θα προωθεί ένα ριζικά διαφορετικό μορφωτικό και κοινωνικό όραμα που θα είναι σε θέση να αγκαλιάσει τόσο τους εκπαιδευτικούς, όσο και την κοινωνία.

Β—     Δηλαδή, είναι η αρχή ενός εκπαιδευτικού κινήματος…

Α—     Είναι μια κίνηση αντίστοιχη με το δημοτικισμό του μεσοπολέμου.
           
Β—   Ο δημοτικισμός και το νέο σχολείο το «Σχολείο Ζωής» ή «Σχολείο Εργασίας» (κατά την ατυχώς επικρατέστερη ονομασία του) συναποτελούσαν μια αδιαίρετη ενότητα. Το «Σχολείο Ζωής» (θα το πούμε εδώ) αναπτύχθηκε μέσα στο πολιτιστικό κίνημα της «Νέας Αγωγής», ένα κίνημα που σφράγισε την παιδαγωγική στην αρχή του προηγούμενου αιώνα. Αν ο δημοτικισμός ήταν τοπικό ζήτημα, η Νέα Αγωγή και το Σχολείο Ζωής ήταν ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό ζήτημα –ένα ζήτημα, τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, οικουμενικό. Οι ιδέες της «Νέας Αγωγής» έχουν ιδιαίτερη σημασία σήμερα για τα πολιτιστικά ρεύματα που ασκούν κριτική στο σύγχρονο σχολείο. Και έχουν σημασία οι ιδέες αυτές –αν αντιμετωπιστούν κριτικά μέσα από την πείρα των όσων μεσολάβησαν– τόσο ως προς το ότι ήταν οικουμενικές όσο και ως προς το τι ήταν. Ήταν, λοιπόν, «ένα νέο ιδεώδες όπου ο φορμαλισμός δίνει τη θέση του στη φύση και η ψυχρή επιστημονική, τμηματική εξέταση του ανθρώπου στην ολική (ψυχική και σωματική) εκτίμησή του», όπως το μεταφέρει ο Κουντουράς  (στο Κλείστε τα Σχολεία, Εισαγωγή, λθ΄).  Αυτά πρέπει να ξαναδούμε σήμερα.

Αλλά τώρα ο «φορμαλισμός» και η «τμηματική εξέταση του ανθρώπου» έχουν ένα άλλο, ανθρωπολογικά οριακό, πολιτισμικό περιεχόμενο: το περιεχόμενο των «ευέλικτων» ικανοτήτων εργασίας, που παράγονται και αναπαράγονται υπό μορφή λογισμικού, όπως ειπώθηκε παραπάνω. Ο «φορμαλισμός» και η «τμηματική εξέταση» αναφέρονται σήμερα σε οριακές διαδικασίες εκπραγματισμού του προσώπου, που μετατρέπουν την πειθάρχηση των γνώσεων (κατά την διατύπωση του Φουκώ) σε εμπράγματο έλεγχο του φορέα των ικανοτήτων. Σε αυτόν ακριβώς τον ανθρωπολογικά οριακό εκπραγματισμό του προσώπου απαντάει το πολιτιστικό ρεύμα που θα αμφισβητεί το σημερινό σχολείο.

Α—   Το μέλλον έχει ξεκινήσει και φαίνεται ότι θα διαρκέσει πολύ…

 ΠΗΓΗ: tvxs.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου