Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

Η Γερμανία και η Αυτοκρατορία των ΗΠΑ (μέρος Α)




















Πηγή : avantgarde2009.wordpress.com

Αναδημοσιεύουμε μεταφρασμένο ένα ακόμα άρθρο του Αμερικανού μαρξιστή οικονομολόγου Sam Williams. Μολονότι είναι γραμμένο τον Οκτώβρη του 2015, είναι πολύ χρήσιμο για να καταλάβει κανείς το μεταπολεμικό κόσμο αλλά και την υλική βάση της πρόσφατης κλιμάκωσης της επιδείνωσης των σχέσεων των σχέσεων στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας – και ειδικά την κόντρα ΗΠΑ-Γερμανίας.


Μετάφραση: Νίκος Χ.

Το σκάνδαλο της Volkswagen

 


Αποκαλύφθηκε πρόσφατα πως η Volkswagen (1), η αυτοκινητοβιομηχανία με τις μεγαλύτερες πωλήσεις παγκοσμίως για το 2014, είχε εγκαταστήσει ένα λογισμικό στα αυτοκίνητά της με το οποίο κατόρθωνε να εξαπατά τα τεστ εκπομπών ρύπων στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όλο και περισσότερο πια, τα αυτοκίνητα όλων των τύπων έχουν εγκατεστημένο λογισμικό το οποίο ελέγχει την επίδοσή τους. Οι μηχανικοί της Volkswagen δημιούργησαν έναν κώδικα ο οποίος ανίχνευε πότε το όχημα περνούσε από τεστ ρύπων και πότε λειτουργούσε υπό κανονικές συνθήκες. Κάθε φορά που ο υπολογιστής του αυτοκινήτου ανίχνευε ότι το αμάξι περνούσε από τεστ, η μηχανή προσαρμοζόταν στις αυστηρές προδιαγραφές της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος των ΗΠΑ με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να περνάει το τεστ πανηγυρικά. Όταν όμως το αυτοκίνητο λειτουργούσε σε κανονικές συνθήκες, το λογισμικό δεν έθετε όρια στις εκπομπές ρύπων. Με αυτό τον τρόπο οι αγοραστές των αμαξιών μπορούσαν να απολαμβάνουν τα οφέλη ενός δυνατότερου αμαξιού, το οποίο θεωρητικά ανταποκρινόταν στα όρια εκπομπών ρύπων των ΗΠΑ ενώ στη πραγματικότητα κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε.

Στην καπιταλιστική παραγωγή παρατηρείται αρκετά συχνά να συμβαίνουν λάθη λόγω της μείωσης του κόστους της παραγωγής. Το παράδειγμα που εξετάζουμε δεν ήταν κάτι τέτοιο. Το λογισμικό δεν γράφτηκε «κατά λάθος». Επίσης δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι αυτό εμφανίστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς ο τομέας της αυτοκινητοβιομηχανίας είναι νευραλγικός για την οικονομία της Γερμανίας, η οποία είναι επικεντρωμένη στην βιομηχανία και προσανατολισμένη στις εξαγωγές. Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Βρετανία, η Γερμανία έχει κατορθώσει σε μεγάλο βαθμό να αποφύγει την «από-βιομηχανοποίηση». Τα γερμανικά αυτοκίνητα θεωρούνται από τα καλύτερα στον κόσμο. Το σκάνδαλο είναι επομένως ένα σημαντικό πλήγμα όχι μόνο για την Volkswagen αλλά και για ολόκληρη την γερμανική οικονομία.

Τις απώλειες της Γερμανίας όμως, θα τις καρπωθούν οι ανταγωνιστές της. Αν η μάρκα της Volkswagen δυσφημισθεί, ή αν η εταιρεία αναγκαστεί, προκειμένου να πληρώσει τα πρόστιμα, να περιορίσει τα κεφάλαια που προορίζονται για την έρευνα και την ανάπτυξη της επόμενης γενιάς αυτοκινήτων, θα μπορούσε να υποστεί μόνιμο πλήγμα. Στη χειρότερη περίπτωση θα μπορούσε ακόμα και να κλείσει. Οι αντίπαλες αυτοκινητοβιομηχανίες, τόσο οι παρούσες όσο και οι αναδυόμενες, συμπεριλαμβανομένων αυτών στο Detroit και την Sillicon Valley, θα επιδίωκαν να καλύψουν το εμπορικό κενό που θα διαμορφωνόταν από την παρακμή της Volkswagen.

Ποια ήταν τα κίνητρα της Επιτροπής Περιβάλλοντος; Αποτέλεσε βραχίονα της αμερικανικής κυβέρνησης; Εφόσον δεν έχουμε τα δεδομένα για να αποδείξουμε κάτι τέτοιο, πιθανότατα είχαν τα καλύτερα κίνητρα. Ίσως και να ήθελαν να προστατέψουν το περιβάλλον από τις επιπτώσεις της απελευθέρωσης υποξειδίου του αζώτου, που προκαλεί την όξινη βροχή και απειλεί αναρίθμητες μορφές ζωής, τόσο της χλωρίδας όσο και της πανίδας, στη γη και τη θάλασσα. Και πάλι όμως η επίθεση στην αυτοκινητοβιομηχανία της Γερμανίας, η οποία είναι προσανατολισμένη προς τις εξαγωγές, για όποιο λόγο και αν γίνεται, έχει το αντικειμενικό αποτέλεσμα της υπονόμευσης της γερμανικής οικονομίας ως όλον. Παράλληλα αυτή η επίθεση ευθυγραμμίζεται με τα σχέδια της Silicon Valley για εισβολή στον επιχειρηματικό κόσμο της αυτοκινητοβιομηχανίας.

Πάνω από όλα αυτή η επίθεση ευθυγραμμίζεται και με την φύση του ανταγωνισμού ανάμεσα στα καπιταλιστικά έθνη-κράτη.  Ένας από τους σημαντικότερους ρόλους του καπιταλιστικού έθνους-κράτους είναι να θέσει τους δικούς του καπιταλιστές στην καλύτερη δυνατή θέση συγκριτικά με τους αντιπάλους καπιταλιστές, που προστατεύονται από τα αντίπαλα έθνη-κράτη.

Κάτι λιγότερο από 70 χρόνια πριν, οι ΗΠΑ ενεπλάκησαν σε πόλεμο με την Γερμανία με σκοπό να περιορίσουν την απειλή που συνιστούσε αυτή για τη αμερικανική βιομηχανία, και που τελείωσε με την αμερικανική εισβολή και κατάληψη της Γερμανίας. Η κατάληψη αυτή στην πραγματικότητα δεν έληξε ποτέ. Μήπως η αμερικανική κυβέρνηση αξιοποιεί επιλεκτικά τον νόμο με σκοπό να περιορίσει την οικονομική απειλή που αποτελεί σήμερα η Γερμανία; Πρώτα από όλα για να εξετάσουμε αυτό το ερώτημα θα χρειαστεί να εξετάσουμε τις πολιτικές της αμερικανικής κυβέρνησης που κατέστησαν δυνατό το έγκλημα της Volkswagen; 

Η έννοια του «ιδιόκτητου λογισμικού» και το μερίδιο ευθύνης της αμερικανικής κυβέρνησης για το έγκλημα της Volkswagen


Παρά το γεγονός ότι το κίνητρο της Volkswagen ήταν η μεγιστοποίηση των κερδών των μετόχων της, οι πράξεις της συνιστούν έγκλημα. Κυνηγώντας το μέγιστο υπερκέρδος, δηλαδή το κέρδος πέραν του μέσου ποσοστού του κέρδους, η Volkswagen έθεσε σε κίνδυνο πρακτικά κάθε ζωντανό όν στη Γη. Πως κατόρθωσε όμως να ξεφύγει χωρίς να πάθει τίποτα; Αυτό κατέστη δυνατό γιατί ο «πηγαίος κώδικας» είναι μυστικός. Οι εντολές είναι κωδικοποιημένες σε «μηδέν» και «ένα» από ένα ειδικό λογισμικό το οποίο ελέγχει την λειτουργία των αμαξιών της Volkswagen. Στο λογισμικό αυτό δεν έχει πρόσβαση ο καθένας.

Πράγματι η Επιτροπή Περιβάλλοντος αντιτίθεται στη δυνατότητα οι χρήστες των αυτοκινήτων να μπορούν να έχουν πρόσβαση και να ελέγχουν το λογισμικό των αυτοκινήτων τους, καθώς θα μπορούν να αλλάξουν τα δεδομένα που ελέγχουν τις εκπομπές ρύπων. Παρόλα αυτά η Επιτροπή και οι υπόλοιποι θεσμοί της Ουάσινγκτον παράβλεψαν την πιθανότητα οι ίδιες οι αυτοκινητοβιομηχανίες να αξιοποιούσαν κάτι τέτοιο προκειμένου να αυξήσουν τα κέρδη τους.

Όπως ανέφερε ο Eben Moglen από το Software Freedom Law Center, «αν η Volkswagen γνώριζε πως όποιος αγόραζε το αμάξι θα είχε την δυνατότητα να διαβάσει τον πηγαίο κώδικα του λογισμικού του αμαξιού, δεν θα είχαν φτιάξει ποτέ αυτόν τον κώδικα από φόβο μήπως τους καταλάβουν». Πως γνωρίζουμε αν οι υπόλοιπες αυτοκινητοβιομηχανίες δεν κάνουν το ίδιο ακριβώς με την Volkswagen; Δεν το γνωρίζουμε. Όμως υπάρχουν αρκετά στοιχεία ότι η Volkswagen έκανε απλούστατα ό,τι και οι ανταγωνιστές της.

Αυτό επιβεβαιώνεται και από ένα άρθρο που έγραψε ο Michael Biesecker για τους Associated Press στις 29 Σεπτεμβρίου, στο οποίο αποκαλύπτεται ότι το έγκλημα της Volkswagen είναι στην πραγματικότητα κοινή πρακτική στην αυτοκινητοβιομηχανία. «Από την νομοθέτηση του Clean Air Act το 1970 και έπειτα, οι μεγάλες βιομηχανίες αμαξιών, φορτηγών και άλλων εργαλείων βαρύ εξοπλισμού έχουν κατά καιρούς ομολογήσει ότι χρησιμοποιούν τέτοια ρυθμιστικά λογισμικά. Αυτά προγραμματίζουν τον υπολογιστή του αμαξιού έτσι ώστε να απελευθερώνεται μεγαλύτερη ιπποδύναμη με την κατανάλωση καυσίμου αποδίδοντας όμως έτσι μη επιτρεπτές ποσότητες καυσίμου».

Ο Biesecker αναφέρει επίσης ότι «αν οι βιομηχανίες συμβάδιζαν με τις νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν τις εκπομπές ρύπων, θα ήταν αναγκασμένες να χρεώνονται με χιλιάδες δολάρια, ενώ παράλληλα θα προσέφεραν στην αγορά ένα προϊόν χαμηλής οδηγικής ποιότητας». Αναφέρει επίσης τον Donald Stedman, καθηγητή Χημείας στο Πανεπιστήμιο του Denver που ειδικεύεται στην αξιολόγηση των εκπομπών ρύπων σε αμάξια και φορτηγά, ο οποίος ισχυρίζεται ότι «κάθε αυτοκινητοβιομηχανία έχει αυτό το κίνητρο. Μερικές από αυτές απλούστατα πιάνονται».

Σε αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να συνυπολογίσουμε επίσης το γεγονός ότι η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να βρίσκεται σε μία κατάσταση «μόνιμης στασιμότητας», την στιγμή που η Γερμανία βιώνει μία θεαματική αύξηση σε εξαγωγές. Υπάρχουν επομένως αρκετοί λόγοι ώστε να αμφισβητήσουμε το ότι η αποκάλυψη του σκανδάλου της Volkswagen από την Επιτροπή Περιβάλλοντος καθώς και η συνακόλουθη δημοσιογραφική εκστρατεία έγιναν αποκλειστικά με σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος. Το λιγότερο που θα έπρεπε να απαιτούμε είναι το να δημοσιευτεί ο κώδικας του λογισμικού όλων των αυτοκινητοβιομηχανιών. 

Πώς η Γερμανία εξάγει υφεσιακές συνθήκες στους ανταγωνιστές της

 

Ένας συνάδελφος οικονομολόγος blogger, ο Ben Bernanke, που διετέλεσε στο παρελθόν και πρόεδρος της Επιτροπής των Κυβερνητών της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, παραπονέθηκε τον Ιούλιο του 2015 στο blog του για το ότι η Γερμανία εξάγει μαζική ανεργία και ύφεση. Αυτή τη στιγμή, ο πρόεδρος της Επιτροπής των Κυβερνητών είναι μία από τις ισχυρότερες θέσεις στον κόσμο. Μόνο οι στενά συνεργαζόμενοι και απολύτως έμπιστοι των ισχυρότερων καπιταλιστών των ΗΠΑ προκρίνονται για αυτή τη θέση. Επομένως μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι απόψεις του Bernanke αντανακλούν εν πολλοίς τις απόψεις μίας σημαντικής μερίδας της αμερικανικής καπιταλιστικής τάξης.

Σε ένα άρθρο με τίτλο «Ευρώπη και Ελλάδα: Η Ευρώπη αναβάλει το τέλος του παζαριού;» ο Bernanke παρατηρεί πως «οι χώρες που εντάσσονται στο ευρώ διαφοροποιούνται ως προς την οικονομική τους απόδοση» (2). «Το πρόβλημα όμως δεν έγκειται απλώς στο ότι υπάρχουν διαφορές αλλά στο ότι η Γερμανία έχει καταφέρει και βασίζεται πάνω στην ξένη και όχι την εσωτερική ζήτηση εμπορευμάτων διασφαλίζοντας έτσι τα μέγιστα δυνατά επίπεδα αξιοποίησης του εργατικού της δυναμικού. Αυτό εκφράζεται και από το εντυπωσιακά μεγάλο εμπορικό της πλεόνασμα, το οποίο εκφράζει επί του παρόντος περίπου το 7,5% του ΑΕΠ της χώρας», σύμφωνα με τον Bernanke.

Μέσα από τα λόγια αυτού του επαγγελματία οικονομολόγου καταλαβαίνουμε απλούστατα πως η Γερμανία εξάγει τον εαυτό της εκτός της ύφεσης, η οποία έχει περιβάλει τις χώρες γύρω της. Ο Bernanke παραπονιέται για το ότι η Γερμανία αντί να δημιουργεί ζήτηση εντός της χώρας, παίρνει τις αγορές καπιταλιστών άλλων χωρών. «Εντός ενός συστήματος ρυθμισμένων συναλλαγματικών ισοτιμιών, όπως είναι το ευρώ, τέτοιες δομικές ανισοκατανομές δεν προωθούν την υγεία του οικονομικού συστήματος, μειώνουν την ζήτηση και την ανάπτυξη των εμπορικών εταίρων και δημιουργούν πιθανώς ασταθείς χρηματικές ροές».


Αυτό ισχύει ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για τις περιπτώσεις των ρυθμισμένων ή των κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών, όπως στην περίπτωση της ευρωζώνης που το εμπόριο διεξάγεται εντός του πλαισίου ενός κοινού συναλλάγματος χωρίς να υπάρχουν συναλλαγματικές ισοτιμίες. Όπως είδαμε τον προηγούμενο μήνα, η παγκόσμια ζήτηση είναι σε κάθε καθορισμένη στιγμή δεδομένη, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι όσο μεγαλύτερο μερίδιο της παγκόσμιας αγοράς απολαμβάνει ένα καπιταλιστικό κράτος, τόσο μικρότερο μερίδιο έχουν τα άλλα έθνη. Μόνο σε περιπτώσεις μεγάλου δυναμισμού της οικονομίας, που όλες οι χώρες θα μπορούν να πωλούν το σύνολο της παραγωγικής τους δυνατότητας τουλάχιστον στην τιμή της παραγωγής, μετριάζεται η ισχύς του παραπάνω κανόνα (3). Στον καπιταλιστικό όμως τρόπο παραγωγής κάτι τέτοιο συμβαίνει σπάνια, και σε καμία περίπτωση δεν συμβαίνει τώρα.

Επιπλέον αν θα μπορούσε ποτέ να δομηθεί ένα σύστημα μη ανταγωνιστικών σχέσεων μεταξύ των καπιταλιστών της κάθε χώρας, θα έπρεπε οι «παίκτες» της παγκόσμιας αγοράς να έχουν τα αντίστοιχα διαπιστευτήρια ότι θα μπορούν να πωλούν τα εμπορεύματα τους τουλάχιστον στις τιμές παραγωγής, κάθε φορά που βελτιώνονται οι παραγωγικές δυνατότητες των καπιταλιστών μερικών χωρών. Παρότι οι ακόλουθοι των θεωριών του νόμου του Say, της ποσοτικής θεωρίας του χρήματος και του λεγόμενου νόμου του συγκριτικού πλεονεκτήματος ισχυρίζονται ότι το παραπάνω είναι αληθές, όπως έχω εξηγήσει στο blog μου αυτό δεν ευσταθεί για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Σύμφωνα με τον Bernanke ο δείκτης ανεργίας στην Ευρώπη με την εξαίρεση της Γερμανίας, υπερβαίνει το 13%, αν βασιστούμε στα επίσημα στοιχεία των καπιταλιστικών κυβερνήσεων, οι οποίες υποβαθμίζουν το μέγεθος του προβλήματος. Επομένως η Ευρώπη μείον την Γερμανία παραμένει καθηλωμένη σε μία κατάσταση χρονίζουσας ύφεσης και μαζικής ανεργίας, χωρίς να φανερώνεται κάποια φωτεινή έξοδος.

Στη Γερμανία ωστόσο οι επίσημοι δείκτες ανεργίας είναι κάτω του 5%. Αυτό είναι μικρότερο ακόμα και από τους δείκτες ανεργίας της αμερικανικής οικονομίας. Το ζήτημα δεν είναι ότι δεν υπάρχει ανεργία στην Γερμανία, αλλά το ότι τα επίπεδα ανεργίας είναι εξαιρετικά χαμηλά συγκριτικά με την υπόλοιπη Ευρώπη. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την παρούσα προσφυγική κρίση, που προκλήθηκε από τους πολέμους που υποκίνησαν οι ΗΠΑ και από τις οικτρές οικονομικές συνθήκες που επικρατούν στη Βόρεια Αφρική και την Μέση Ανατολή. Επίσης η πτώση των τιμών του πετρελαίου έχει επίσης συμβάλει στην επιδείνωση της κατάστασης.

Οι πρόσφυγες σαφώς και δεν θέλουν να εγκατασταθούν στις τέως σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, στις οποίες ο καπιταλισμός αποκαταστάθηκε πριν από περίπου 25 χρόνια, ούτε στην Ελλάδα της Ύφεσης. Αντιθέτως προσπαθούν να εισέλθουν στη Γερμανία, στην οποία τα επίπεδα ανεργίας είναι ακόμα πολύ χαμηλά σε σχέση με τον υπόλοιπο καπιταλιστικό κόσμο και που υπάρχουν γενναιόδωρα κρατικά επιδόματα συγκριτικά με τα στάνταρντ της μονοπωλιακής καπιταλιστικής κοινωνίας. Θεωρούν ότι η Γερμανία θα προσφέρει σε αυτούς και τις οικογένειες τους ένα αξιοπρεπές μέλλον.

Η συμβουλή του Bernanke προς τους Γερμανούς


«Η Γερμανία θα μπορούσε να αποκαταστήσει την ισορροπία εντός της ευρωζώνης και να ενισχύσει τον ευρύτερο ρυθμό ανάπτυξης των περιοχών που χρησιμοποιούν το ευρώ ενδυναμώνοντας την εσωτερική κατανάλωση με μέτρα όπως η αύξηση των επενδύσεων σε υποδομές ή η αύξηση των μισθών των Γερμανών εργαζομένων καθώς και άλλες δομικές μεταρρυθμίσεις για την τόνωση της εσωτερικής ζήτησης».

Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το ότι ο Bernanke είναι υποστηριχτής της άποψης ότι πρέπει να αυξηθούν οι μισθοί στη Γερμανία. Μήπως σκέφτεται να δουλέψει ως συνδικαλιστικό στέλεχος στη Γερμανία; Στη πραγματικότητα αυτό που εννοεί είναι ότι η συγκέντρωση του κεφαλαίου, δηλαδή η διαδικασία της μεταμόρφωσης των κερδών (υπεραξία με τη μορφή του χρήματος) των Γερμανών βιομηχανικών καπιταλιστών σε νέο κεφάλαιο και ιδιαίτερα σταθερό κεφάλαιο, προχωράει υπερβολικά γρήγορα για τη Γερμανία.

Ως αποτέλεσμα οι Γερμανοί καπιταλιστές αρπάζουν όλο και περισσότερα «καταναλωτικά δολάρια» από τα χέρια των καπιταλιστών άλλων χωρών, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ. Οι συμβουλές του Bernanke για μεταρρύθμιση της Γερμανικής Οικονομίας μοιάζουν με αυτές που δίνονται στην Κίνα από τα αμερικανικά καπιταλιστικά ΜΜΕ και τους αστούς οικονομολόγους. Παρά τις τρομακτικές διαφορές μεταξύ Γερμανίας και Κίνας, ο λόγος είναι ο ίδιος. Τόσο οι γερμανικές όσο και οι κινέζικες καπιταλιστικές βιομηχανίες καταλαμβάνουν αγορές των Αμερικανών καπιταλιστών.

Τα παράπονα του Bernanke για τους γερμανούς βιομήχανους καπιταλιστές είναι μία παλιά ιστορία που διαχρονικά εκφραζόταν από τους ανταγωνιστές της Γερμανίας. Στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα, η Γερμανία έκανε ακριβώς το ίδιο πράγμα. Οι υφέσεις στη Γερμανία πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν σχετικά μικρές και ήπιες, επειδή ήταν σε θέση να τις υπερβαίνει εις βάρος των καπιταλιστικών ανταγωνιστών της. Πράγματι, από το 1880 μέχρι και τον Α’ ΠΠ,  που ξέσπασε τον Αύγουστο του 1914, η Γερμανία δεν διήλθε από καμία μεγάλη οικονομική κρίση.

Η ραγδαία ανάπτυξη της γερμανικής βιομηχανίας πυροδότησε την ανάπτυξη της κλασσικής γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας και κατέστησε δυνατή την οικοδόμηση ενός πρωτοπόρου «κράτους – πρόνοιας». Αυτό έπεισε αρκετά μέλη της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας καθώς και συνδικαλιστές ηγέτες ότι η Γερμανία θα ευημερούσε για πάντα. Εξ’ αυτού ορμώμενοι, θεώρησαν ότι ο γερμανικός καπιταλισμός θα μεταμορφωνόταν σταδιακά σε κάτι που θα προσομοίαζε με τη σοσιαλιστική κοινωνία χωρίς μεγάλες αναταραχές, πόσο μάλλον επαναστάσεις. Αυτό που δεν έβλεπαν όμως ήταν ότι οι ανταγωνιστές της Γερμανίας, που έρχονταν δεύτεροι στον αγώνα για οικονομική κυριαρχία, δεν είχαν καμία διάθεση να παραμείνουν αδιάφοροι ενώ οι Γερμανοί καπιταλιστές τούς άρπαζαν τις αγορές.

Η Βρετανία, που ήταν η ισχυρότερη βιομηχανική δύναμη από τη βιομηχανική επανάσταση στα τέλη του 18ου αιώνα, ανησυχούσε λόγω της ανάπτυξης της βιομηχανικής δύναμης της Γερμανίας. Για αυτό και σύνηψε συμμαχίες με τη Γαλλία και την τσαρική Ρωσία προκειμένου να περιορίσει τη Γερμανία. Το αποτέλεσμα ήταν ο Μεγάλος Πόλεμος και τα αίσχη που αυτός δημιούργησε, όπως η Μεγάλη Ύφεση του 30’ καθώς και η ανάπτυξη του φασισμού στη Γερμανία. Και τώρα φαίνεται σαν η ιστορία να επαναλαμβάνεται, τουλάχιστον σε οικονομικό επίπεδο.

 «Κανείς δεν λέει πως η γνωστή αποδοτικότητα και η ποιότητα της γερμανικής οικονομίας είναι κάτι κακό ή ότι οι γερμανικές επιχειρήσεις δεν θα πρέπει να λαμβάνουν μέρος στον ανταγωνισμό για τις αγορές» , γράφει ο Bernanke. Όμως σχεδόν μπορείς να τον ακούσεις να αναρωτιέται μουρμουρίζοντας, πώς στο διάολο μπορούν οι Γερμανοί να παράγουν τόσο υψηλής ποιότητας προϊόντα σε τόσο χαμηλό κόστος σε σχέση με τους υπολοίπους. Και στην τελική, ποιος νίκησε στους δύο τελευταίους παγκόσμιους πολέμους…

Το Ράιχ του σήμερα


Τα τελευταία χρόνια έχει ανοίξει η συζήτηση για το ότι η αμερικανική Apple πρόκειται να εισέλθει στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας εισάγοντας ένα ρομποτικό αυτοκινούμενο αμάξι. Ο Dieter Zetsche, που είναι διευθύνων σύμβουλος της τεράστιας γερμανικής βιομηχανίας αυτοκινήτων Daimler, ανέφερε περί αυτού τα εξής: «Αυτό που έχει σημασία για εμάς είναι ότι ο εγκέφαλος του αμαξιού, το λειτουργικό του σύστημα δεν θα είναι iOS ή Android ή κάτι άλλο, αλλά δικής μας κατασκευής». Η Volkswagen επίσης επέμενε στη σημασία του να είναι «δικός μας εγκέφαλος» το λογισμικό που θα ελέγχει τις εκπομπές της μηχανής.

Με αυτό ο Zetsche επί της ουσίας λέει πως το λογισμικό που θα ελέγχει τα αυτοκίνητα της Daimler θα πρέπει να είναι ιδιοκτησιακά «κλειστού κώδικα», όπως ακριβώς και με την περίπτωση του λογισμικού της Volkswagen. Ο Γερμανός επιτελής ανέφερε πως «δεν σχεδιάζουμε να γίνουμε Foxconn ή Apple». Με αυτό ο Zetsche υπονοούσε το εξής: Ενώ είναι απολύτως κατανοητό οι Κινέζοι εργάτες να γίνονται δούλοι ώστε τεράστιες ποσότητες υπεραξίας να οδηγούνται προς τους μετόχους της Apple στην Silicon Valley, κάτι τέτοιο για την περίπτωση των Γερμανών καπιταλιστών και για το ιμπεριαλιστικό γερμανικό κράτος θα ήταν συνολικά αδύνατο.

Τα σχόλια του Zetsche μάς λένε πολλά σε σχέση με τον τωρινό συσχετισμό δύναμης του ιμπεριαλιστικού μας κόσμου. Πρώτα από όλα φανερώνει πως παρά την τρομακτική πρόοδο που έχει κάνει η Κίνα μετά τη μεγάλη λαϊκή επανάσταση του 1949, παραμένει ένα εκμεταλλευόμενο έθνος. Η Foxconn ανήκει σε Κινέζους καπιταλιστές που δεν βρίσκονται στην ενδοχώρα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας- παρότι η παραγωγή τους βρίσκεται εκεί- αλλά στην Ταιβάν, ένα κομμάτι της Κίνας που παραμένει ακόμη υπό τον έλεγχο των ΗΠΑ. (4)

Αυτό δείχνει ότι πολιτικά η απελευθέρωση της Κίνας από τον ιμπεριαλιστικό διαμελισμό είναι ακόμα ατελής και δεν θα ολοκληρωθεί παρά μόνο όταν η Ταιβάν καθώς και το Χονγκ-Κόνγκ ενσωματωθούν απολύτως στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Ο χαρακτήρας των πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών θεσμών τής μελλοντικά πλήρως ενωμένης Κίνας είναι ζήτημα που αφορά τον κινεζικό λαό και όχι τους ιμπεριαλιστές, ή τους -καλή τη προθέση- δυτικούς αριστερούς που θεωρούν ότι γνωρίζουν το τι είναι καλύτερο για τον κινεζικό λαό. Οι παρατηρήσεις του Zetsche είναι επίσης σημαντικά αντίβαρα για εκείνες τις τοποθετήσεις που θεωρούν ότι η σημερινή Κίνα είναι μία νέα ιμπεριαλιστική υπερδύναμη που είναι έτοιμη να επιβάλει την κυριαρχία της στον πλανήτη.

Το βασικό ζητούμενο αυτού του blog είναι η θεωρία των κρίσεων, όμως μία δεύτερη σημαντική θεματική ανέκαθεν ήταν το ζήτημα της ανάδειξης και της ανάπτυξη της αμερικανικής αυτοκρατορίας, της οποίας η κυριαρχία – ή αλλιώς στα γερμανικά Reich (Ράιχ)- έχει διευρυνθεί σε ολόκληρο τον πλανήτη. Αυτό είναι το πραγματικό Ράιχ που πρέπει να αντιμετωπίσουμε σήμερα και όχι ένα φανταστικό Ράιχ που η Γερμανία νίκησε τον Β’ ΠΠ και η σβάστικα υψώθηκε στον Λευκό Οίκο. (5)

Όπως έχει εξηγηθεί σε προηγούμενες αναρτήσεις, η αμερικανική αυτοκρατορία έχει έναν εσωτερικό και έναν εξωτερικό πυρήνα. Το βασίλειο –το Ράιχ – του δολαρίου εκτείνεται σε ολόκληρη την υφήλιο. Καμία χώρα, ούτε καν η Κούβα ή η Βόρεια Κορέα, δεν μπορεί να ξεφύγει από την κυριαρχία του δολαρίου. Όταν η επιτροπή ελεύθερης αγοράς της αμερικανικής ομοσπονδιακής τράπεζας συνεδριάζει, όλες οι χώρες παρατηρούν τις εξελίξεις με αγωνία. Υπάρχει επίσης η μικρότερη αυτοκρατορία του ΝΑΤΟ μαζί με τους συμμαχικούς του θεσμούς όπως το αμερικανο-ιαπωνικό Σύμφωνο Ασφαλείας καθώς και η «ειδική σχέση» με το Ισραήλ.

Η αμερικανική αυτοκρατορία προσπαθεί όλο και περισσότερο να συμπτύξει αυτές τις συμπληρωματικές συμμαχίες στη δομή του ΝΑΤΟ. Όταν λέω ΝΑΤΟ, εννοώ το ΝΑΤΟ μαζί με αυτές τις συμπληρωματικές συμμαχίες. Όλες οι νατοϊκές χώρες, όπως θεωρούμε, βρίσκονται υπό καθεστώς στρατιωτικού έλεγχου από τις ΗΠΑ. Ενώ οι κυβερνήσεις αυτών των χωρών δεν αποτελούν απλώς μαριονέτες, δεν μπορούν να πάρουν τις σημαντικές αποφάσεις που αφορούν την ειρήνη και τον πόλεμο χωρίς την έγκριση από την κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Ένα πρόσφατο παράδειγμα είναι η απόφαση της κυβέρνησης των ΗΠΑ για σταδιακή άρση του εμπορικού εμπάργκο κατά του Ιράν με αντάλλαγμα ότι το Ιράν θα σταματήσει το πρόγραμμα παραγωγής πυρηνικών όπλων, να αποδεχθεί περιορισμούς για το πρόγραμμα παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, και να δέχεται επιθεωρήσεις. Παρά τις ισχυρές διαφωνίες του Ισραήλ σε αυτή τη συμφωνία, και με τον Νετανιάχου να καταθέτει έκκληση στο αμερικανικό Κογκρέσο, η συμφωνία προχωράει.

Άλλο παράδειγμα είναι η απόφαση των ΗΠΑ για επιβολή κυρώσεων στη Ρωσία λόγω της κρίσης στην Ουκρανία. Παρότι είναι φανερό ότι οι κυβερνήσεις των περισσότερων δυτικών ευρωπαϊκών κρατών, και ιδιαίτερα της Γερμανίας, δε δέχτηκαν αυτές τις κυρώσεις με ενθουσιασμό, επειδή έβλαψαν τους δικούς τους καπιταλιστές, δεν μπορούν να αντιταχθούν στην απόφαση της Ουάσινγκτον. Στο πλαίσιο του Νατοϊκού Ράιχ, αυτές οι υποτελείς χώρες έχουν αποκλειστικά συμβουλευτικό ρόλο και όχι αποφασιστικό.

Οι πολιτικές κυβερνήσεις των χωρών που ανήκουν στο ΝΑΤΟ δεν έχουν πλήρη έλεγχο των ένοπλων δυνάμεων τους και βρίσκονται υπό την απειλή της αποπομπής στην περίπτωση που αμφισβητήσουν την θέληση της Αυτοκρατορίας σε ζητήματα που θεωρούνται καθοριστικά για την αμερικανική κυβέρνηση. Ακόμα και πριν από την άνοδο του ΝΑΤΟ στην τωρινή του εκδοχή, αυτή η κατάσταση ήταν ο κανόνας σε πολλές λατινοαμερικανικές χώρες. Οι χώρες αυτές έχουν ένα μακρύ ιστορικό στρατιωτικών πραξικοπημάτων τα οποία στρέφονταν ενάντια σε κυβερνήσεις που αμφισβητούσαν την θέληση της Ουάσινγκτον. Μπορεί μεν τα τελευταία χρόνια η Ουάσινγκτον να τείνει να χρησιμοποιεί όλο και λιγότερο το «χαρτί» του πραξικοπήματος λόγω της ανάπτυξης κινημάτων μαζικής αντίστασης στην αμερικανική κυριαρχία, όμως πολλές λατινοαμερικανικές κυβερνήσεις γνωρίζουν πολύ καλά ότι υπάρχουν φιλοαμερικανικά στρατεύματα τα οποία προσέχουν τις κινήσεις τους. Αυτό περιορίζει και το πόσο μπορούν αυτές οι κυβερνήσεις να ανεξαρτητοποιηθούν από τις πολιτικές που δεν εγκρίνει η Ουάσινγκτον.

Αυτή η κατάσταση ήταν κυρίως περιορισμένη στις λατινοαμερικάνικες χώρες πριν από τον Β’ ΠΠ. Τώρα συμπεριλαμβάνει όλες τις Νατοϊκές χώρες τόσο της Δυτικής όσο και της Ανατολικής Ευρώπης, την Ιαπωνία, μερικές τέως σοβιετικές δημοκρατίες, και φυσικά τη Γερμανία. Η τέως Σοβιετική Δημοκρατία της Γεωργίας, η πατρίδα του Στάλιν, και τώρα, η Ουκρανία αποτελούν de facto μέλη του ΝΑΤΟ, ακόμα και αν τυπικά δεν είναι. Παρόλα αυτά το ΝΑΤΟ δεν συμπεριλαμβάνει τη Ρωσία, τη μεγαλύτερη εκ των πρώην Σοβιετικών Δημοκρατιών, και την τέως Σοβιετική Δημοκρατία της Λευκορωσίας.

Ένα βρετανικό πραξικόπημα;

 

Ανάμεσα στις χώρες που ελέγχονται από το ΝΑΤΟ είναι και η Μεγάλη Βρετανία η οποία μέχρι και το 1914 θεωρούταν η ισχυρότερη χώρα του κόσμου. Η εκλογή του Jeremy Corbyn ως ηγέτη του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος, ενός πολιτικού με μακρά ιστορία αντιπαράθεσης με την αμερικανική παγκόσμια αυτοκρατορία, έχει δημιουργήσει τριβές στην Βρετανία και στην ευρύτερη παγκόσμια πολιτική.

Τι θα συνέβαινε αν ο Corbyn, ή κάποιος με τις ιδέες του, εκλεγόταν πρωθυπουργός και προσπαθούσε να βγάλει τη Βρετανία από το ΝΑΤΟ; Οι Sunday Times ανέφεραν πως ένας ανώτατος στρατηγός εν ενεργεία δήλωσε πως «Θα εκδηλώνονταν μαζικές παραιτήσεις σε όλα τα επίπεδα και η Βρετανία θα βρισκόταν μπροστά στο πολύ υπαρκτό ενδεχόμενο της ανταρσίας. Τα πνεύματα οξύνονται στις ένοπλες δυνάμεις. Οι ανώτεροι στρατηγοί θα άλλαζαν τη στάση τους και δημοσίως θα αμφισβητούσαν τον Corbyn σε ζωτικά ζητήματα όπως είναι η Trident, η έξοδος από το ΝΑΤΟ και οποιαδήποτε σχέδια για περιορισμό και μείωση του μεγέθους των ενόπλων δυνάμεων. Ο στρατός απλούστατα δεν θα το δεχόταν. Το γενικό επιτελείο δεν θα επέτρεπε να διακινδυνεύσει η ασφάλεια της χώρας από έναν πρωθυπουργό και θεωρώ πως οι πολίτες θα έκαναν ό,τι χρειάζεται, νόμιμα και μη, για την παρεμπόδιση ενός τέτοιου σχεδίου. Δεν μπορείς να θέσεις έναν ανεύθυνο στο τιμόνι μίας χώρας» (Sunday Times, Σεπτ. 20)

Με άλλα λόγια, ο βρετανικός λαός είναι ελεύθερος να εκλέξει όποιον θέλει για πρωθυπουργό, αρκεί να είναι αποδεκτός από το ΝΑΤΟ, το Πεντάγωνο και το Λευκό Οίκο, που σε τελική ανάλυση ελέγχουν το ΝΑΤΟ! Στην αντίθετη περίπτωση, η «σιδερένια φτέρνα» του Νατοϊκού Ράιχ θα πέσει πάνω στο βρετανικό λαό. Ο μόνος τρόπος θα ήταν αν ο βρετανικός λαός νικούσε το ΝΑΤΟ με επαναστατικά μέσα, για παράδειγμα με το να κερδίσουν με τη μεριά τους τις βρετανικές ένοπλες δυνάμεις και να παρεμποδίσουν μία πιθανή εισβολή στη χώρα από τους συμμάχους της Βρετανίας στο ΝΑΤΟ.

Αν αυτό πρόκειται για την περίπτωση της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία απαριθμεί αιώνες ανεμπόδιστης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και «έννομης τάξης», τι συμβαίνει με τις υπόλοιπες νατοϊκές χώρες, όπως με τη Γερμανία που δεν έχει τέτοιες παραδόσεις;

Στο εσωτερικό αυτού του γενικευμένου μηχανισμού ελέγχου, οι ΗΠΑ έχουν ασκήσει σημαντική πίεση στις ευρωπαϊκές χώρες (συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας) και στην Ιαπωνία προκειμένου να αυξήσουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες. Καθώς το παγκόσμιο συναλλαγματικό σύστημα, το οποίο βασίζεται στο αμερικανικό δολάριο (6) καθίσταται όλο και πιο ασταθές, και τα τεράστια στρατιωτικά έξοδα των ΗΠΑ δημιουργούν προβλήματα στην παραπαίουσα εγχώρια οικονομία, οι ΗΠΑ επιθυμούν και άλλα μέλη του ΝΑΤΟ να μοιραστούν το οικονομικό βάρος της αστυνόμευσης του κόσμου. Υπάρχει πάντοτε ο «κίνδυνος» από την προοπτική των ΗΠΑ, στην περίπτωση που το ΝΑΤΟ καταστραφεί, χώρες όπως η Γερμανία και η Ιαπωνία με τις οποίες είχαν εμπλακεί στρατιωτικά στο παρελθόν, να στρέψουν εκ νέου τις κάνες τους κατά των ΗΠΑ. Η ιστορία της ανάδειξης και της πτώσης των αυτοκρατοριών είναι γεμάτη από τέτοιες περιπτώσεις.

Προς το παρόν, όμως, οι ΗΠΑ ελέγχουν αποτελεσματικά τις ένοπλες δυνάμεις των υπολοίπων νατοϊκών χωρών, και ιδιαίτερα της Ιαπωνίας και της Γερμανίας. Δεν είναι τυχαίο το ότι οι βασικοί αντίπαλοι των ΗΠΑ στον Β’ ΠΠ είναι γεμάτοι από αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις. Επίσης χάρη στη γενναιότητα του Edward Snowden γνωρίζουμε ότι η Γερμανία βρίσκεται υπό στενή παρακολούθηση από την ΝSA, και ιδιαίτερα το κινητό τηλέφωνο της Γερμανίδας καγκελαρίου Angela Merkel.

Παρά την υποτιθέμενη «φιλία» και συμμαχία τους, δεν υπάρχει καθόλου εμπιστοσύνη ή αληθινή φιλία – και ποτέ δεν μπορεί να υπάρξει μεταξύ αντίπαλων ιμπεριαλιστικών κρατών-ληστών. Όμως όσο τα στρατιωτικά έξοδα της Γερμανίας, άλλων ευρωπαϊκών χωρών, και της Ιαπωνίας παραμένουν συγκριτικά χαμηλά σε σχέση με τα αμερικανικά, οι καπιταλιστές τους μπορούν πολύ περισσότερο να μετατρέπουν τα κέρδη τους σε νέο παραγωγικό κεφάλαιο σε σχέση με τους αμερικανούς. Αυτό τοποθετεί τους Αμερικανούς βιομηχάνους καπιταλιστές σε μειονεκτική θέση στον αγώνα για την κυριαρχία στις αγορές.

Οι ΗΠΑ επομένως θέλουν και οι άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες – και ιδιαίτερα η Γερμανία και η Ιαπωνία – να μετατρέψουν τα κέρδη τους σε μέσα καταστροφής. Αν αυτό συμβεί, η καπιταλιστική ανάπτυξη αυτών των επικίνδυνων οικονομικών ανταγωνιστών, όπως η Γερμανία και η Ιαπωνία, περιορίζεται, κάτι που θα επιτρέψει στην αμερικανικές επιχειρήσεις να μετατρέψουν μεγαλύτερο τμήμα των κερδών τους σε μέσα παραγωγής, βελτιώνοντας έτσι την θέση τους σε σχέση με τους Γερμανούς και τους Ιάπωνες. Παρά όμως αυτές τις αλλαγές οι ΗΠΑ παραμένουν στο τιμόνι του συνόλου των στρατιωτικών δυνάμεων της Αυτοκρατορίας. Επίσης υπάρχει το σημαντικό πλεονέκτημα για την αμερικανική κυβέρνηση ότι θα αντιμετωπίζει όλο και μικρότερη εσωτερική αντίσταση στους μελλοντικούς αποικιακούς πολέμους καθώς όλο και περισσότεροι Γερμανοί και Ιάπωνες στρατιώτες θα αναλαμβάνουν το βάρος του πολέμου.

Η κυβέρνηση της Ιαπωνίας αποφάσισε πρόσφατα να αναθεωρήσει το επιβεβληθέν από τις ΗΠΑ «ειρηνευτικό σύνταγμα», όχι για να μπορεί να κάνει πολέμους για τα δικά της συμφέροντα, αλλά περισσότερο για τους πολέμους των ΗΠΑ, όπως ακριβώς οι γερμανικές δυνάμεις πολέμησαν στο πλαίσιο του αμερικανικού Ράιχ ενάντια στη Γιουγκοσλαβία το 1999 και πιο πρόσφατα στο Αφγανιστάν.

Αυτή είναι μία ιδιαίτερα επικίνδυνη εξέλιξη, ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε τις κινήσεις περικύκλωσης της Κίνας που κάνουν οι ΗΠΑ, οι οποίες θυμίζουν σε μεγάλο βαθμό τις βρετανικές κινήσεις για περικύκλωση της Γερμανίας προ του 1914. Όλοι γνωρίζουμε πώς κατέληξε αυτό.

Μετά τον Β’ ΠΠ, οι ΗΠΑ ήταν αποφασισμένες να συνενώσουν όλες τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις κάτω υπό τον στρατιωτικό τους έλεγχο. Σε πρώτη φάση τις ηττημένες δυνάμεις του άξονα Γερμανίας- Ιαπωνίας- Ιταλίας και στη συνέχεια τους «νικητές συμμάχους τους», τη Βρετανία και τη Γαλλία μέσω της συμμαχίας του ΝΑΤΟ.

Το ΝΑΤΟ δεν περιλαμβάνει μόνο ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αλλά και καταπιεζόμενες χώρες. Η πρώτη χώρα τέτοιου είδους που εισήχθη επισήμως ήταν η Τουρκία, η οποία έχει ιδιαίτερη αξία λόγω του ότι ελέγχει τα στενά των Δαρδανελίων που συνδέουν τη Μαύρη θάλασσα με τη Μεσόγειο. Ο έλεγχος της Μεσογείου από την αυτοκρατορία θα υπονομευόταν σημαντικά αν η Τουρκία έβγαινε από το ΝΑΤΟ.

Η «λευκή αποικία» των ΗΠΑ που ονομάζεται Ισραήλ, ένα ανεπίσημο μέλος του ΝΑΤΟ, επίσης έχει σημαντικό ρόλο στη διατήρηση του ελέγχου της Μεσογείου από το ΝΑΤΟ.

Στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που εντάχθηκαν στον καπιταλισμό ενσωματώθηκαν στο ΝΑΤΟ, παραβιάζοντας τις ανούσιες διαπιστεύσεις που έδωσε ο George H.W. Bush στον Γκορμπατσόφ ότι το ΝΑΤΟ δεν θα επεκτεινόταν ανατολικότερα. Στην πραγματικότητα το ΝΑΤΟ συνεχίζει να επεκτείνεται ακόμα βαθύτερα στην τέως Σοβιετική Ένωση. Το τελευταίο απόκτημα του ΝΑΤΟ, παρότι μέχρι στιγμής ανεπίσημα είναι η πλούσια σε σιτηρά και φυσικό αέριο Ουκρανία, αν αφαιρέσουμε την Κριμαία και τις Λαϊκές Δημοκρατίας των ρωσόφωνων περιοχών του Ντονιέτσκ και του Λουγκάνσκ. Αυτό το γεγονός είναι σημαντικό επειδή η Ουάσινγκτον και οι νατοϊκοί δορυφόροι των ΗΠΑ δεν είναι υποχρεωμένοι να υπερασπιστούν τη χούντα του Κιέβου στη περίπτωση ενός πολέμου. Ως γνωστόν ένα βασικό δόγμα του ΝΑΤΟ είναι ότι επίθεση σε ένα μέλος του σημαίνει επίθεση σε όλα τα μέλη του.

Στην περίπτωση, όμως που η Ουκρανία γίνει επίσημο μέλος του ΝΑΤΟ, αυτό θα άλλαζε. Ευτυχώς ο αγώνας ενάντια στη προσπάθεια της χούντας του Κιέβου για πλήρη ενσωμάτωση στο ΝΑΤΟ δεν έχει τελειώσει ακόμα. Αν το Κίεβο το καταφέρει, οι πιθανότητες να συμβεί πόλεμος κάποια στιγμή ανάμεσα στις ΗΠΑ, τους δορυφόρους που συναπαρτίζουν το ΝΑΤΟ (συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας) και της Ρωσίας θα αυξάνονταν δραματικά.

Πώς λειτουργεί το ΝΑΤΟ

 

Το NATO τυπικά δημιουργήθηκε το 1949, αλλά οι πραγματικές του ρίζες ανιχνεύονται στις 6 Ιουλίου 1944 την ημέρα της απόβασης των ΗΠΑ και της Βρετανίας στην ναζιστοκρατούμενη Ευρώπη. Με την προώθηση των αμερικανοβρετανικών δυνάμεων προς τα ανατολικά στη Γαλλία και τη Γερμανία, όλη η Ευρώπη δυτικά του σοβιετικού στρατού έπεφτε στην κυριαρχία ενός πρώιμου ΝΑΤΟ. Η αναπτυσσόμενη αυτοκρατορία του πρώιμου ΝΑΤΟ περιορίστηκε όμως στη γραμμή που χαράχτηκε στο σημείο συνάντησης με το σοβιετικό στρατό, ο οποίος προωθούνταν στο Βερολίνο από την Ανατολή.

Με την επίσημη συγκρότηση του ΝΑΤΟ μετά τον Β’ ΠΠ, μπορεί μεν τα μέλη του να είχαν λόγο στη λήψη των αποφάσεων, όμως η κυβέρνηση των ΗΠΑ είναι αυτή που τελικά παίρνει τις αποφάσεις. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού έλαβε χώρα όταν η αντεπανάσταση κυριάρχησε στα κράτη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης στην Ανατολική Ευρώπη. Η κυβέρνηση του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ενότητας (SED) που είχε την εξουσία στη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας (ανατολική Γερμανία) έπεσε με την άμεση διαμεσολάβηση του Γκορμπατσόφ. Δεν υπήρχε σε κανέναν η αμφιβολία ότι η πτώση του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ενότητας σήμαινε την αποκατάσταση του καπιταλισμού στη ΛΔΓ. Παρόλα αυτά το ερώτημα παρέμενε: Η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας θα διατηρούσε την ανεξαρτησία της ως ένα τρίτο γερμανικό κράτος δίπλα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας – Δυτική Γερμανία- και την Αυστρία ή θα ενσωματωνόταν με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ως μία ενωμένη Γερμανία εξαιρώντας την Αυστρία;
Η Γαλλία αντιτίθετο στην ενσωμάτωση της ΛΔΓ από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Ήθελε να κρατήσει τη Γερμανία όσο το δυνατόν πιο αδύναμη, τόσο οικονομικά όσο και στρατιωτικά. Όμως η απόφαση έπρεπε να παρθεί από την Ουάσινγκτον. Αποφάσισε να εγκρίνει την ενσωμάτωση της ΛΔΓ από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Όμως οι ΗΠΑ επέμεναν στην γραμμή της νέας ενωμένης Γερμανίας η οποία φυσικά θα γινόταν μέλος του ΝΑΤΟ. Το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, η απάντηση των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών χωρών στο ΝΑΤΟ, επρόκειτο να διαλυθεί με την επέκταση του ΝΑΤΟ. Η Γαλλία δεν είχε άλλη εναλλακτική παρά να συναινέσει, εκτός και αν ήθελε να πάει σε πόλεμο με την Γερμανία και τις ΗΠΑ, καθώς και τις υπόλοιπες νατοϊκές χώρες. Αυτό φυσικά ήταν αδιανόητο.

Η Ουάσινγκτον συναίνεσε στην ενοποίηση των δύο χωρών με την προϋπόθεση ότι η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση έπρεπε σε αντάλλαγμα να παραιτηθεί από όποιες απαιτήσεις είχε για την επιστροφή των χαμένων ανατολικών περιοχών, κυρίως στην Πολωνία που ήταν κομμάτι της Γερμανίας προ του Β’ ΠΠ.

Πράγματι βλέποντας τον χάρτη της τωρινής Γερμανίας βλέπουμε πως η πρωτεύουσα της, το Βερολίνο, δε βρίσκεται στο κέντρο της χώρας, όπως ήταν προ του 1914, αλλά στα ανατολικά σύνορα της Γερμανίας, αρκετά κοντά με τα Πολωνικά σύνορα. Όμως η Πολωνία, όπως ακριβώς η Γερμανία και η Γαλλία είναι μέλος του ΝΑΤΟ. Στο υποθετικό σενάριο που η Γερμανία θελήσει να πάρει πίσω τις περιοχές που έχασε από την Πολωνία, το καθεστώς που δημιουργεί η ύπαρξη του ΝΑΤΟ σημαίνει ότι ή θα πρέπει να λάβει την έγκριση της Ουάσινγκτον ή να πολεμήσει ενάντια στην Πολωνία καθώς και ολόκληρο το ΝΑΤΟ, και άρα και τις ΗΠΑ. Αυτό, δεδομένου του τωρινού συσχετισμού δυνάμεων είναι αδύνατο. Η Ουάσινγκτον είναι η ηγέτιδα δύναμη του ΝΑΤΟ. Υπό αυτή την έννοια είναι ο προστάτης της Πολωνίας από την οικονομικά αναδυόμενη -πλην όμως Νατοϊκά περιοριζόμενη- Γερμανία.

Πιο πέρα ανατολικά αναδύεται μια παρόμοια κατάσταση. Το 1939, ως μέρος του βραχύβιου συμφώνου μη επίθεσης μεταξύ της ναζιστικής Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης, τα μη πολωνικά εδάφη που είχε πάρει η Πολωνία από την Ουκρανία και τη Λευκορωσία σαν αποτέλεσμα της Συνθήκης των Βερσαλλιών και του σοβιετικού-πολωνικού πόλεμο του 1920 ήταν να ενταχθούν στις δημοκρατίες της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας, που τότε αποτελούσαν μέρος της Σοβιετικής Ένωσης. Σήμερα η Βαρσοβία κοιτάζει προς τα ανατολικά, και μπορούμε να υποθέσουμε ότι κάποιοι στην Πολωνία θα ήθελαν να πάρουν πίσω τα χαμένα εδάφη της Πολωνίας στην Ουκρανία και τη Λευκορωσία. Καθώς όμως η Ουκρανία έχει πλέον ενσωματωθεί στο ΝΑΤΟ, η Πολωνία δε θα μπορέσει να πάρει αυτά τα εδάφη εκτός και αν συμφωνήσει η Ουάσιγκτον – ή εκτός και αν η Πολωνία είναι έτοιμη να προχωρήσει σε πόλεμο εναντίον των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Ακριβώς όπως και η Πολωνία απολαμβάνει την προστασία της Ουάσινγκτον από την (επίσης χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ) Γερμανία, έτσι και η Ουκρανία ως de facto μέλος του ΝΑΤΟ «απολαμβάνει» με τη σειρά της την προστασία της Ουάσιγκτον από την Πολωνία.

Μια δυνητικά επικίνδυνη κατάσταση επικρατεί στις βαλτικές χώρες Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία. Οι χώρες αυτές ήταν μέρος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και κέρδισαν την ανεξαρτησία τους κατά τη διάρκεια της Ρωσικής Επανάστασης. Δεν εντάχθηκαν στη Σοβιετική Ένωση, αλλά λειτούργησαν ως ανεξάρτητες καπιταλιστικές χώρες στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων. Φοβούμενη δικαιολογημένα ότι, ως καπιταλιστικά κράτη που είναι, θα συμμαχήσουν με τη ναζιστική Γερμανία (όπως έκανε και η δημοκρατική-καπιταλιστική Φινλανδία), η σοβιετική κυβέρνηση τις κατέλαβε το 1940 και ανέβασε τα τοπικά Κομμουνιστικά Κόμματα στην εξουσία. Οι νέες κομμουνιστικές κυβερνήσεις εντάχθηκαν γρήγορα στη Σοβιετική Ένωση.

Ως εκ τούτου, οι τοπικές αστικές τάξεις απαλλοτριώθηκαν και οι λαοί των χωρών της Βαλτικής απόλαυσαν τα δικαιώματα που αντιστοιχούσαν στα μέλη μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας υπό κατασκευή, όπως εγγυημένη εργασία, υγειονομική περίθαλψη και εκπαίδευση, αλλά υπέστησαν και τις θυσίες που απαιτούσε η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε ένα κόσμο υπό καπιταλιστική κυριαρχία και με έναν ακόμα παγκόσμιο πόλεμο να πλησιάζει. Και με αυτά τα κοινωνικά δικαιώματα ήρθε η πλήρης πολιτική αυστηρότητα της σοβιετικής δικτατορίας όπως ασκήθηκε από την ηγεσία του Στάλιν.
Όταν η ναζιστική Γερμανία κατέλαβε αυτές τις χώρες μετά την εισβολή της στη Σοβιετική Ένωση τον Ιούνη του 1941, τα τμήματα του πληθυσμού που είχαν ηττηθεί – οι καπιταλιστές και οι υποστηρικτές τους από τη μεσαία τάξη, που είχαν συνηθίσει σε ένα πολύ υψηλότερο βιοτικό επίπεδο από αυτό που ήταν δυνατόν στο πλαίσιο της σοβιετικής εξουσίας εκείνα τα χρόνια – έγιναν ενθουσιώδεις υποστηρικτές των ναζί κατακτητών. Συμμετείχαν πρόθυμα στο κυνήγι και τη δολοφονία των κομμουνιστών, καθώς και των Εβραίων.

Όταν οι ναζί εκδιώχθηκαν κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και αποκαταστάθηκε η σοβιετική κυριαρχία στις δημοκρατίες της Βαλτικής, η αστική εθνικιστική αντίσταση εξακολούθησε να υπάρχει. Αυτή η αντίσταση, που κατά μικρά διαστήματα πήρε και τη μορφή της ένοπλης πάλης σε ορισμένες περιοχές, ποτέ δεν εξαφανίστηκε εντελώς. Ωστόσο, στις δεκαετίες μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι περιοχές αυτές ενσωματώνονταν όλο και περισσότερο στην υπόλοιπη Σοβιετική Ένωση και ένας αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων ρωσικής ιθαγένειας μετέφερε την κατοικία του σε αυτές.

Στη συνέχεια ήρθε ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και η αστική αντεπανάσταση που αποκατέστησε τον καπιταλισμό σε όλη την περιοχή της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης και της Ανατολικής Ευρώπης. Επανεμφανίστηκαν δεξιά εθνικιστικά κινήματα στα κράτη της Βαλτικής και σύντομα πήραν την εξουσία. Αυτές οι ακροδεξιές κυβερνήσεις διακήρυτταν την «ανεξαρτησία» τους και έγιναν δεκτές ως επίσημα και πλήρη μέλη του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, η παλινόρθωση του καπιταλισμού έχει φέρει μόνο δυστυχία και μαζική ανεργία στις εργατικές τάξεις των «απελευθερωμένων» κρατών της Βαλτικής. Οι κυβερνήσεις του ΝΑΤΟ έχουν απαντήσει με διώξεις των Ρώσων υπηκόων που διαμένουν στις χώρες αυτές. Οι δεξιές κυβερνήσεις επιμένουν ότι όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι λαοί των χωρών της Βαλτικής δεν οφείλονται στον παλινορθωμένο καπιταλισμό, αλλά στον «κομμουνισμό» και «τους Ρώσους». Όσο χειροτερεύουν τα πράγματα, τόσο περισσότερο μετατρέπεται ο ρωσικός πληθυσμός σε αποδιοπομπαίο τράγο.

Ως εκ τούτου, η ρωσική κυβέρνηση υφίσταται εγχώριες πιέσεις να υπερασπιστεί τους Ρώσους από τους εθνικιστές των χωρών της Βαλτικής  – με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που υφίσταται πιέσεις για να υπερασπιστεί τους Ρώσους που ζουν στην Ουκρανία. Σε αντίθεση όμως με την Ουκρανία, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, τα κράτη της Βαλτικής είναι επίσημα μέλη του ΝΑΤΟ. Αν μια αύξηση των διώξεων ενάντια στο ρωσικό πληθυσμό των κρατών της Βαλτικής (ίσως ως αποτέλεσμα μιας ιδιαίτερα κακής ύφεσης) υποχρέωνε τη Μόσχα να παρέμβει, οι χώρες της Βαλτικής, ισχυριζόμενες ότι δέχονται επίθεση από τη Ρωσία, θα απηύθυναν έκκληση προς το ΝΑΤΟ στη βάση του δόγματος ότι επίθεση σε μια χώρα του ΝΑΤΟ είναι επίθεση εναντίον όλων των χωρών του ΝΑΤΟ. Τότε το ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, θα βρισκόταν σε πόλεμο με τη Ρωσία. Αυτός είναι ένας μόνο από τους πολλούς τρόπους με τους οποίους η συμμαχία του ΝΑΤΟ θα μπορούσε να προκαλέσει τον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το «Ράιχ» του συστήματος του δολαρίου

 

Οι χώρες που παραμένουν εκτός ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσικής Ομοσπονδίας και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, αναγκάζονται να συμμετέχουν σε οργανισμούς που ελέγχονται από την Ουάσιγκτον, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Πρόσφατα, τα μη μέλη του ΝΑΤΟ υπό την ηγεσία των BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότια Αφρική) δημιούργησαν οργανισμούς παράλληλους στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Παγκόσμια Τράπεζα. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν έχουν κάνει κάποια κίνηση για τη δημιουργία κάποιου νομίσματος παράλληλου με το δολλάριο των ΗΠΑ και, πάνω από όλα, δεν έχουν καμία κίνηση για να δημιουργήσουν μια παράλληλη στρατιωτική συμμαχία που θα μπορούσε να σταθεί απέναντι στο ΝΑΤΟ. Ως αποτέλεσμα, οι χώρες των BRICS είναι υποχρεωμένες να παραμένουν μέλη του ΠΟΕ.

Όλα τα μέλη του ΠΟΕ πρέπει να εγκαταλείψουν βασικά στοιχεία της εθνικής κυριαρχίας τους, όπως τη δασμολογική πολιτική που μπορούν να ακολουθήσουν και, πολύ σημαντικότερο, τον έλεγχό τους σε πατέντες και πνευματική ιδιοκτησία, συμπεριλαμβανομένων των πνευματικών δικαιωμάτων για το λογισμικό. Αυτό επιτρέπει στις αμερικανικές εταιρείες να μηνύουν εταιρείες σε άλλες χώρες με την αιτιολογία ότι παραβιάζουν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Για παράδειγμα, η Apple μήνυσε πρόσφατα τη (βασισμένη στη Νότια Κορέα) Samsung, υποστηρίζοντας ότι τα smart-phones της Samsung παραβίασαν πατέντες της Apple. Δεν αποτελεί καθόλου έκπληξη το ότι το ομοσπονδιακό δικαστήριο των ΗΠΑ αποφάνθηκε υπέρ των αξιώσεων της Apple.

Όταν γίνονται τέτοιες αγωγές, ένα αμερικανικό δικαστήριο – όργανο του κράτους – αποφασίζει το αν μια ξένη εταιρεία μπορεί να παράξει ή όχι ένα συγκεκριμένο προϊόν, καθώς επίσης και το πόσα χρήματα είναι υποχρεωμένη η ξένη αυτή εταιρεία να καταβάλει στην αμερικάνικη εταιρεία εφόσον διαπιστωθεί ότι παραβίασε την «πνευματική ιδιοκτησία» της αμερικανικής εταιρείας.

H Apple αυτή τη στιγμή είναι η πλουσιότερη επιχείρηση με όρους χρηματιστηριακής κεφαλαιοποίησης. Αν κάποιος αγοράσει έναν υπολογιστή Apple, desktop ή laptop, το τελευταίο λειτουργικό σύστημα OS X είναι ήδη εγκατεστημένο. Το ΟS X είναι στην πραγματικότητα μία διαφορετική μορφή του λειτουργικού UNIX, το οποίο προγραμματίστηκε για πρώτη φορά από ερευνητές της ΑΤ&Τ Bell Labs το 1969, πολύ πριν εμφανιστεί η Apple.

Εδώ και πολλά χρόνια, οι υπολογιστές της Apple χρησιμοποιούν την ίδια CPU- τον εγκέφαλο του υπολογιστή- με όλες τις υπόλοιπες εταιρείες υπολογιστών. Είναι επομένως δυνατό να αγοραστεί ένα αντίγραφο του λειτουργικού συστήματος της Microsoft Windows και να τρέξει σε έναν υπολογιστή Apple. Ή αντίστοιχα να χρησιμοποιηθεί ένα αντίγραφο των Windows της Microsoft ή κάποια άλλη έκδοση του λειτουργικού της Unix όπως το BSD ή το Solaris Unix, ή ένα δωρεάν αντίγραφο του GNU/Linux με σκοπό να τρέξει σε υπολογιστή της Apple.

Στην τελευταία περίπτωση, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους περισσότερους υπολογιστές στην αγορά σήμερα, απαιτείται επιπλέον ιδιόκτητο λογισμικό για να υπάρχει πρόσβαση σε όλα τα χαρακτηριστικά του υπολογιστή. Άρα ένας υπολογιστής Apple δεν είναι η καλύτερη απόφαση ως περιβάλλον που θα χρησιμοποιεί ολοκληρωτικά ελεύθερο GNU/Linux λειτουργικό σύστημα. Μία λίστα τέτοιων λειτουργικών μπορεί να βρεθεί εδώ.

Καθώς το λειτουργικό του σύστημα καθορίζει την «προσωπικότητα» του υπολογιστή, είναι δυνατή κατά το άνοιγμα του υπολογιστή η επιλογή του να τρέξει ο υπολογιστής σε Apple, Windows ή GNU/Linux. Αν όμως ο καταναλωτής θέλει το OS X λειτουργικό- και για πολλούς ισχύει- θα χρειαστεί να αγοράσει έναν υπολογιστή από την Apple. Και γιατί δεν γίνεται να αγοραστεί ένας κανονικός x86 υπολογιστή σε μία μικρότερη τιμή και να εγκατασταθεί το OS X; Επειδή με λίγα λόγια αυτό δεν επιτρέπεται από την αμερικανική κυβέρνηση. Και αυτό ισχύει ανεξάρτητα από το σε ποια χώρα βρίσκεσαι.

Μπορεί να επιτρέπεται να δημιουργήσεις έναν Hackintosh, όμως απαγορεύεται να τον πουλήσεις


Όπως τα Microsoft Windows έτσι και το OS X είναι σε μεγάλο βαθμό ένα ιδιόκτητο λειτουργικό σύστημα «κλειστού κώδικα». Επίσης το OS X έχει και ένα επιπλέον χαρακτηριστικό που δεν έχουν τα Windows, ότι περιέχει προγράμματα που ελέγχουν αν το λογισμικό τρέχει σε υπολογιστή που έχει πουλήσει η Apple.

Εάν έχεις την διάθεση να ασχοληθείς- κάτι που δε θα κάνεις εκτός και αν είσαι χάκερ και σε ενδιαφέρει- είναι δυνατόν να αγοράσεις υλικά που είναι όσο το δυνατόν πιο κοντά σε αυτά που χρησιμοποιεί η Apple, και να χρησιμοποιήσεις κάποιο ειδικό λογισμικό ώστε το OS X να θεωρήσει ότι τρέχει σε επιβεβαιωμένα υπολογιστή Apple, ώστε να καταφέρεις να τρέξει το OS X λογισμικό σε έναν μη-Apple υπολογιστή. Μπορεί και να καταφέρεις να σώσεις μερικά δολάρια στη πορεία- αν και θα χρειαστεί να αγοράσεις έτσι και αλλιώς το λογισμικό της OS X από την Apple.

Και τότε καταλήγεις με έναν σχετικά ασταθή υπολογιστή “Hackintosh” (σημ. μτφρ: ευφημισμός ανάμεσα στις λέξεις Mackintosh και Hacking) που λειτουργεί ως υπολογιστής Apple. Η νομιμότητα αυτού είναι σαφώς αμφισβητήσιμη. Μέχρι στιγμής δεν έχει μηνυθεί κανείς εφόσον αυτό γίνεται αποκλειστικά για προσωπική χρήση. Πράγματι η Apple ίσως βλέπει ότι πιθανώς στο μέλλον όσοι προτίθενται να κάνουν τέτοιες υπερβάσεις για να τρέξουν το OS X λογισμικό σε έναν υπολογιστή που δεν είναι της Apple θα μπορέσουν να γίνουν οι μελλοντικοί μηχανικοί της Apple.

Αυτό που δεν μπορεί να γίνει όμως είναι να κυκλοφορήσεις εμπορικά έναν τέτοιο “Hachintosh”. Αν το κάνεις η κυβέρνηση της χώρας σου θα σε κλείσει. Δεν έχει σημασία σε ποια χώρα ζεις. Όποια χώρα επέτρεπε την εμπορική παραγωγή ενός προϊόντος “Hackintosh” θα κατηγορηθεί για παραβίαση των πνευματικών δικαιωμάτων της Apple, κάτι που θα παραβίαζε τους κανονισμούς του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Ως αποτέλεσμα η πρόσβαση αυτής της χώρας στις διεθνείς αγορές θα περιοριζόταν σημαντικά. Στη χειρότερη περίπτωση μπορεί και να έμπλεκε στρατιωτικά με το ΝΑΤΟ, όμως αυτό είναι εντελώς διαφορετική περίπτωση. Το είδος του μονοπωλίου το οποίο αντιπροσωπεύει η Apple είναι διαφορετικό από την κατάσταση εκείνη κατά την οποία λόγω της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου-  ως έκφραση των νομοτελειών της ελεύθερης αγοράς- μία εταιρία ή μερικές εταιρίες κατακτούν το μονοπώλιο στην αγορά.

Το είδος του μονοπωλίου που απαγορεύει την παραγωγή των “Hachintosh” δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα, διότι εξαρτάται από την παρέμβαση του κράτους. (8)

Πρησμένοι από τα υπερκέρδη, οι πλουσιότεροι καπιταλιστές καθίστανται υπερβολικά δυνατοί πολιτικά, καθώς η πολιτική δύναμη στις καπιταλιστικές κοινωνίες είναι κυρίως αποτέλεσμα της λειτουργίας του χρήματος. Για να επιστρέψουμε στο παράδειγμα των “Hachintosh”, αν η κυβέρνηση δεν παρενέβαινε τότε ένας σημαντικός αριθμός βιομηχανικών καπιταλιστών θα παρήγαγε αυτούς τους υπολογιστές μέχρι η αγορά να ξεχειλίσει. Η Apple θα εξακολουθούσε να παράγει κέρδος, όμως τα υπερκέρδη της θα εξαφανίζονταν. Μόνο με την εγκαθίδρυση ενός νέου μονοπωλίου   στη βάση της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου ως αποτέλεσμα του ελεύθερου ανταγωνισμού- και όχι της κυβερνητικής παρέμβασης- θα μπορούσε να αποκτήσει αυτά τα υπερκέρδη εκ νέου. Με αυτό τον τρόπο, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων θα προχωρούσε καθώς οι διάφοροι βιομήχανοι καπιταλιστές θα ανταγωνίζονταν ο ένας τον άλλο για την παραγωγή του καλύτερου “Hackintosh” στη μικρότερη δυνατή τιμή. Αυτή η διαδικασία φυσικά περιορίζεται από την καπιταλιστική σχέση παραγωγής καθώς και από την ανάδειξη ενός νέου μονοπωλίου στη βάση της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου.

Πώς δικαιολογείται αυτή η αντιδραστική κρατική παρέμβαση


«Αν κατασκευάσεις μία καλύτερη ποντικοπαγίδα, ο κόσμος έρχεται στη πόρτα σου». Αυτό ήταν το σύνθημα του καπιταλισμού στην εποχή του ελεύθερου ανταγωνισμού. Καθώς η ποντικοπαγίδα δεν είναι και κάτι δύσκολο να κατασκευάσεις, όποιος ξέρει απλή μηχανική, μπορεί να κατασκευάσει μία ακόμα καλύτερη ποντικοπαγίδα. Ο εφευρέτης πατεντάρει τη κατασκευή του και είτε παράγει την ποντικοπαγίδα ως βιομήχανος καπιταλιστής ή πουλά την πατέντα του σε κάποιον βιομήχανο καπιταλιστή με αντάλλαγμα ένα μέρος των υπερκερδών του. Και στις δύο περιπτώσεις, η δυνατότητα άντλησης υπερκερδών με την υποστήριξη του μονοπωλίου που εξασφαλίζει το κράτος είναι προσωρινή. Όσο η πατέντα είναι κλειστή, το κράτος απαγορεύει την κατασκευή άλλων ποντικοπαγίδων στο πρότυπό της. Όμως όλοι μπορούν να μελετήσουν πώς λειτουργεί και όταν η ημερομηνία της πατέντας λήξει να την βελτιώσουν, ενδεχομένως πατενταρίζοντας οι ίδιοι το προϊόν τους στη βάση και των προηγούμενων βελτιώσεων. Ως εκ τούτου οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσσονται με τη βοήθεια του ελεύθερου ανταγωνισμού, ο οποίος ρυθμίζεται με το σύστημα της πατέντας.

Ακόμα και στα τέλη της δεκαετίας του 60’, δεν ήταν δύσκολο να καταλάβεις πως λειτουργούσε το ράδιο ή η τηλεόραση. Απλούστατα έπρεπε να μπορείς να διαβάζεις το διάγραμμα των καλωδίων στη βάση σχετικά εύκολων και γνωστών εξηγήσεων. Σήμερα όμως, στην εποχή των υπολογιστών τα κυκλώματα είναι κατασκευασμένα από μικροσκοπικά τρανζίστορ, διόδια, πυκνωτές και αντιστάσεις, τα οποία είναι τρομακτικά σύνθετα. Δεν υπάρχει μηχανικός που να γνωρίζει με λεπτομέρεια πώς αυτά τα κυκλώματα λειτουργούν επακριβώς. Ο κάθε ένας μηχανικός γνωρίζει απλώς τις βασικές αρχές. Τα τσιπς των υπολογιστών που χρησιμοποιούνται τώρα είναι η βάση για την κατασκευή της επόμενης γενιάς των τσιπς.

Επίσης, σε αντίθεση με τις ποντικοπαγίδες ή τα παλιά ράδια και τηλεοράσεις, τα υπολογιστικά τσιπ δεν μπορούν να λειτουργήσουν από μόνα τους, καθώς χρειάζονται λογισμικό. Τα λογισμικά της δικής μας εποχής είναι εξαιρετικά σύνθετα. Οι προγραμματιστές που σχεδιάζουν τον νέο κώδικα επί της ουσίας δουλεύουν πάνω στο υπάρχον λογισμικό το οποίο γράφτηκε από παλιότερες γενιές προγραμματιστών. Δεν υπάρχει προγραμματιστής που να μπορεί να συλλάβει την ακριβή εικόνα του πως δουλεύει ακόμα και το πιο ασήμαντο πρόγραμμα. Ο συνδυασμός των σύνθετων μικρο-κυκλωμάτων και των πολύπλοκων λογισμικών σημαίνει ότι οι καπιταλιστές μπορούν όλο και περισσότερο να κρατούν κρυφό το πώς δουλεύουν τα παραγόμενα εμπορεύματα τους. Αυτή η μυστική γνώση διατηρείται επίσης ως εμπόρευμα.

Με τις ευλογίες των διεφθαρμένων καπιταλιστικών κυβερνήσεων και προ πάντως της πιο διεφθαρμένης από όλες, των ΗΠΑ, οι μονοπωλιακές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν τη γνώση ως ιδιωτική ιδιοκτησία. Αυτό είναι ιδιαίτερα απωθητικό γιατί παρότι ισχυρίζονται ότι είναι ιδιωτικό «πνευματικό τους δικαίωμα», σπάνια έχουν συμβάλει πραγματικά στην δημιουργία αυτής της γνώσης. Συνεχίζουν και το κάνουν μόνο και μόνο επειδή βασίζονται στο ότι η κρατική εξουσία, η αστυνομία και οι φυλακές –και σε μεγαλύτερη κλίμακα το ΝΑΤΟ- θα το εφαρμόσουν.

Πάνω στη βάση αυτών των «πνευματικών δικαιωμάτων» μπόρεσε η Volkswagen να σχεδιάσει και να κατασκευάσει αυτοκίνητα τα οποία παραβίαζαν τις περιβαλλοντικές προϋποθέσεις της αμερικανικής κυβέρνησης. Όμως από όσο γνωρίζουμε η Volkswagen και οι Γερμανοί καπιταλιστές δεν είναι οι μόνοι που χρησιμοποιούν τα λεγόμενα «πνευματικά δικαιώματα» στο κυνήγι τους για τον μοναδικό στόχο, την εξασφάλιση μονοπωλιακών υπερκερδών. Πράγματι, οι Γερμανοί καπιταλιστές έχουν χειρότερη θέση, καθώς δεν έχουν την πολιτική δύναμη που έχουν οι Αμερικανοί καπιταλιστές. Τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικότερα αν το Τρίτο Ράιχ είχε κερδίσει τον πόλεμο.

Οι χώρες που δεν είναι στο ΝΑΤΟ και τις ανεπίσημες προεκτάσεις του έχουν περισσότερες δυνατότητες να αντισταθούν στον έλεγχο της βιομηχανικής τους παραγωγής από το αμερικανικό κράτος. Για παράδειγμα η Νότια Κορέα είναι σε μεγάλο βαθμό μία αμερικανική νέο-αποικία παρά τον μεγάλο βαθμό βιομηχανοποίησης της. Δεν είναι σε θέση να αντισταθεί στα σοβαρά στον αμερικανικό κυβερνητικό έλεγχο της παραγωγής τους που έχει ως στόχο την εξασφάλιση των κερδών των αμερικανικών επιχειρήσεων. Είναι αναγκασμένη να υπερασπίζονται τα συμφέροντα της σε αμερικανικά δικαστήρια, όπου προφανώς βρίσκεται σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση.

Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, αντίθετα, βρίσκεται εκτός ΝΑΤΟ. Τα αμερικανικά ΜΜΕ βγάζουν τακτικά άρθρα παραπονούμενα ότι οι κινεζικές επιχειρήσεις πλαστογραφούν τα iPhone της Apple καθώς και άλλα προϊόντα. Ακόμα και τα «νόμιμα προϊόντα» της Apple συναρμολογούνται στην Κίνα, όμως από ό,τι φαίνεται ακόμα και αυτό δεν δίνει το δικαίωμα στους Κινέζους καπιταλιστές να μπορούν να ανταγωνίζονται την Apple στο όνομα του ελεύθερου ανταγωνισμού.

Αυτοί οι δημοσιογράφοι από ό,τι φαίνεται έχουν ξεχάσει τον Adam Smith. Ο μεγάλος κλασσικός Σκοτσέζος οικονομολόγος εξήγησε ότι το μόνο που κρατά τον κάθε ατομικό καπιταλιστή τίμιο και τις τιμές στο πλαίσιο των «φυσικών τους τιμών» – δηλαδή της τιμής παραγωγής – είναι η δυνατότητα των υπολοίπων ανταγωνιστών του να κατασκευάσουν και να πουλήσουν αντίστοιχα προϊόντα. Για αυτό και ο Smith συμβούλευε τις κυβερνήσεις να μη συμβουλεύουν τις επιχειρήσεις ποια προϊόντα μπορούν να παράγουν και να πουλήσουν και ποια όχι.

Τι θα έλεγε ο παλιός Σκοτσέζος οικονομολόγος για την έννοια των «αντιγραμμένων προϊόντων»; Αναμφίβολα θα εξηγούσε πως είναι διαφορετική η οικονομική επίπτωση του πλαστού συναλλάγματος και των ελεύθερα παραγόμενων προϊόντων μίας συγκεκριμένης αξίας χρήσης. Αν ένα εμπόρευμα ήταν «αντιγραμμένο» ως αποτέλεσμα του ελεύθερου ανταγωνισμού, θα έλεγε πως η «αξία χρήσης του» δεν είναι κατεστραμμένη. Αντιθέτως τα ποσοστά του κέρδους των καπιταλιστών που το παράγουν θα εξισορροπούνταν στο μέσο όρο. Και θα έλεγε πως αυτό είναι κάτι πολύ θετικό. Αν ήταν δυνατή η ελεύθερη παραγωγή πλαστού συναλλάγματος, η «αξία χρήσης του» δηλαδή η αντιπροσώπευση χρήματος στην κυκλοφορία θα καταστρεφόταν. Και φυσικά αυτό είναι κάτι πολύ αρνητικό.

Οι αρχές του Adam Smith είναι αντικείμενο σεβασμού περισσότερο στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας παρά στις ΗΠΑ πλέον. Αυτό σημαίνει ότι ο καπιταλισμός είναι πιο ξεπερασμένος στις ΗΠΑ παρά στην Κίνα. Οι ΗΠΑ και τα αμερικανικά ΜΜΕ δεν παίρνουν απλώς ως δεδομένο το γεγονός ότι η κυβέρνησή τους μπορεί να υποδηλώνει στους καπιταλιστές της το τι μπορούν να παράγουν, να πωλούν και τι όχι, αλλά ότι μπορούν να επιβάλλονται- μέσω της Αμερικανικής κυβέρνησης και των βραχιόνων της όπως τα δικαστήρια- και στους καπιταλιστές και των υπολοίπων χωρών του κόσμου και να ορίζουν το τι επιτρέπεται να παράγουν.

Επομένως η αρχή της εθνικής ανεξαρτησίας των άλλων κρατών καταργείται καθώς και η βασική αρχή της «απόλυτης ελευθερίας» με την οποία ο Adam Smith εννοούσε τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Από όσο γνωρίζω ακόμα και η Κίνα δε θα επέτρεπε στους βιομήχανους καπιταλιστές της να παράγουν και να πωλούν Hackintosh. Ακόμα και αν προοριζόταν για εσωτερική κατανάλωση για την αγορά της Κίνας, πόσο μάλλον για εξαγωγές. Ο κυριαρχούμενος από τις ΗΠΑ Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου δεν θα επέτρεπε ποτέ πρακτικές ελεύθερου ανταγωνισμού, όπως αυτές που προτείνει ο Adam Smith, στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας ή οπουδήποτε άλλου. Το ελεύθερο εμπόριο είναι ο Αμερικανικός Δρόμος, και τα υπερκέρδη είναι ο στόχος όλου του παιχνιδιού.

Η ιδιαίτερη σαπίλα του Τρίτου Ράιχ 

 

Πάνω από 70 χρόνια έχουν περάσει από την αυτοκτονία του Αδόλφου Χίτλερ στο καταφύγιο του Βερολίνου που έγινε με σκοπό να αποφύγει την αιχμαλώτισή του από τις σοβιετικές δυνάμεις που προοδευτικά εισέρχονταν στο κεντρικό Βερολίνο (ή έστω σε ό,τι είχε απομείνει από αυτό). Δύο γενιές ιμπεριαλιστικής προπαγάνδας έχουν διαστρεβλώσει τα πραγματικά γνωρίσματα του Τρίτου Ράιχ. Η πολιτική της χιτλερικής κυβέρνησης για εξόντωση των Εβραίων ανδρών, γυναικών και παιδιών έχει λάβει δυσανάλογη σημασία συγκριτικά με τα υπόλοιπα γνωρίσματα του Τρίτου Ράιχ. Αυτό γίνεται μάλιστα με την σκοπιμότητα της δικαιολόγησης του καθεστώτος του Απαρτχάιντ στο Ισραήλ.

Το αποτέλεσμα είναι ότι καθώς οι νεότερες γενιές μαθαίνουν τα ψέματα των ιμπεριαλιστών, μπορεί να υποπτευθούν ότι όσα λέγονται για την Ναζιστική Γερμανία είναι επίσης ψεύδη για να δικαιολογήσουν τα εγκλήματα του Ισραήλ ενάντια στον Παλαιστινιακό λαό. Δεν υπάρχει βέβαια αμφιβολία ότι η πολιτική του Χίτλερ για γενοκτονία κάθε Εβραίου άνδρα, γυναίκας, παιδιού και νεογέννητου ήταν ένα μοναδικό έγκλημα στην Ιστορία. Ιδιαίτερα ως «Εβραίος» λογιζόταν με όρους φυλής και όχι θρησκευτικής πίστης. Οι άθεοι και οι Χριστιανοί «Εβραίοι» ορίζονταν φυλετικά Εβραίοι με βάση τούς νόμους του Τρίτου Ράιχ. Αυτό το έγκλημα δεν πρέπει ποτέ να ξεχαστεί ή να καταστεί τετριμμένο με πλαστές αναλογίες.

Η αμερικανική κυβέρνηση και τα ΜΜΕ είναι ένοχα για το ότι διαρκώς υποβαθμίζουν τη σημασία των εγκλημάτων του Τρίτου Ράιχ- που φυσικά δεν είναι μόνο αυτά που έγιναν ενάντια στους Εβραίους- διότι κάθε φορά που ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός επιτίθεται σε ένα ανεξάρτητο κράτος ο ηγέτης του ταυτίζεται με τον Χίτλερ. Οι νεολαίοι που δεν έχουν επαφή με την ευρωπαϊκή ιστορία, αλλά δικαιολογημένα μαθαίνουν να κρατούν τις επιφυλάξεις τους για την ιστορία που μαθαίνουν, οδηγούνται στο συμπέρασμα ότι ίσως ο Χίτλερ να μην ήταν τόσο κακός. Πιθανώς σκέφτονται ότι το μοναδικό έγκλημα του Χίτλερ ήταν το ότι αντιτίθετο στην προσπάθεια για παγκόσμια κυριαρχία των ΗΠΑ, προσπαθώντας να διαφυλάξει τα συμφέροντα της δικής του χώρας, όπως για παράδειγμα ο Γιουγκοσλάβος Πρόεδρος Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, ο Ιρακινός Πρόεδρος Σαντάμ Χουσσεΐν, ο Λίβυος Πρόεδρος Συνταγματάρχης Μουαμάρ Καντάφι ή ο Σύρος Πρόεδρος Μπασάρ αλ-Άσσαντ σήμερα.

Ιδιαίτερα εξοργιστική είναι η τάση των Αγγλο-Αμερικανών καθηγητών ιστορίας να εξισώσουν τον Χίτλερ με τον Μάο Τσε Τουνγκ της Κίνας ως παραδείγματα των πιο σατανικών δικτατόρων της παγκόσμιας ιστορίας. (9) Αυτοί οι καθηγητές «ιστορίας» και δημοσιογράφοι θα πρέπει να στοχοποιηθούν από όσους νοιάζονται για το τι πραγματικά συνέβη στον 20ο αιώνα. Τέτοιες παρομοιώσεις είναι φυσικά βαθύτατα προσβλητικές για το λαό της Κίνας. Κανονικά και οι ηγέτες των Εβραϊκών οργανώσεων θα έπρεπε να είχαν παρόμοια στάση. Δυστυχώς όμως οι επίσημοι ηγέτες του Εβραϊκού κόσμου είναι τόσο αφοσιωμένοι στο Σιωνισμό υπερασπιζόμενοι τα εγκλήματα του κράτους του Ισραήλ ενάντια στον παλαιστινιακό λαό που επιτρέπουν τέτοιες σκανδαλώδεις συγκρίσεις ανάμεσα στον Μάο και τον Χίτλερ, οι οποίες προοδευτικά γίνονται κάτι το κανονικό.

Τα εγκλήματα του Τρίτου Ράιχ ενάντια στους Εβραίους, τους Ρομά (τους επονομαζόμενους και ως αθίγγανους), τους ομοφυλόφιλους και τους ανθρώπους με αναπηρίες αποτελούν μόνο ένα κομμάτι της ιστορίας. Ένα κεντρικό γνώρισμα του φασισμού γενικώς και του γερμανικού του υποδείγματος – του Εθνικοσοσιαλισμού – είναι η εχθρότητα σε κάθε μορφή οργάνωσης της εργατικής τάξης. Οι ναζί ήταν αποφασισμένοι να αποτελειώσουν όλες τις μορφές του «μαρξισμού». Με αυτό εννοούσαν τόσο τη σοσιαλδημοκρατία όσο και το «μπολσεβικισμό», δηλαδή το κομμουνιστικό κίνημα. Έφτασαν μέχρι και το σημείο της κατάργησης του αντιμαρξιστικού καθολικού συνδικαλιστικού κινήματος.

Είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί αυτή η πλευρά του Τρίτου Ράιχ υποβαθμίζεται ή και παραγνωρίζεται πλήρως στην εποχή μας. Σε αντίθεση με τον Ψυχρό Πόλεμο, τα ΜΜΕ σπάνια να ασχοληθούν πλέον με το συνδικαλιστικό κίνημα. Και όταν αναφέρονται σε αυτό, το αντιμετωπίζουν μόνο ως ένα υπόλειμμα του παρελθόντος χωρίς μέλλον. Όμως όσοι έχουν μελετήσει την πραγματική ιστορία του Τρίτου Ράιχ γνωρίζουν πως πριν από τους Εβραίους ήταν οι κομμουνιστές και οι σοσιαλδημοκράτες αυτοί που αρχικώς είχαν φυλακιστεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή στρατόπεδα θανάτου. Μόνο μετά τη διάλυση του εργατικού κινήματος της Γερμανίας ήρθε η σειρά των Εβραίων και των άλλων θυμάτων που συγκεντρώθηκαν και δολοφονήθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Για αυτό το λόγο θα εξετάσω το Τρίτο Ράιχ και τις οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που το οδήγησαν στην εξουσία και την πτώση. Σε ποια σημεία έμοιαζε η Γερμανία του Χίτλερ με τις άλλες ιμπεριαλιστικές αυτοκρατορίες, όπως αυτή της Βρετανίας, της Γαλλίας, του Βελγίου καθώς και την παρούσα παγκόσμια αυτοκρατορία των ΗΠΑ, και σε ποια ήταν πραγματικά μοναδική;

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και ο ρόλο του Τρίτου Ράιχ στην ανάπτυξη του παρόντος Ράιχ, της αμερικανικής παγκόσμιας αυτοκρατορίας.
_______


(1) Η Volkswagen ιδρύθηκε στη Ναζιστική Γερμανία από τους Ναζί το 1937. Σε ένα ύστερο Post αναφορικά με τη φύση της Ναζιστικής Γερμανίας, θα εξετάσω πως και γιατί δημιουργήθηκε αυτή η εταιρεία. Το θεμελιώδες πρόβλημα με τη Volkswagen σήμερα, όμως, δεν είναι το ότι ιδρύθηκε από Ναζί που τώρα σαπίζουν στο χώμα, αλλά το ότι είναι μία επιχείρηση της οποίας στόχος είναι να βγάλει υπερκέρδη τα οποία είναι πάνω από το μέσο ποσοστό του κέρδους, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες καπιταλιστικές αυτοκινητοβιομηχανίες.

(2) Ο Λένιν έλεγε στη μπροσούρα του «Ο Ιμπεριαλισμός» ότι η άνιση ανάπτυξη είναι ένα από τα σημαντικότερα γνωρίσματα του καπιταλισμού. Είναι ενδιαφέρον το πώς ο τέως πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, ο Ρεπουμπλικανός Ben Bernanke επιβεβαίωσε τον Λένιν σε αυτό το σημείο.

(3) Η τιμή της παραγωγής ή αλλιώς η παραγωγική τιμή είναι η τιμή που επιτρέπει στους καπιταλιστές να πραγματοποιήσουν το μέσο ποσοστό του κέρδους, για παράδειγμα σε μία επιχείρηση, στη βάση του συνολικού τους αναπτυγμένου κεφαλαίου.

(4) Η Ταϊβάν ήταν τμήμα της Κίνας για αιώνες μέχρι που καταλήφθηκε από την Ιαπωνία το 1895. Η πληθυσμός του νησιού είναι σε μεγάλο βαθμό κινεζικός της εθνότητας Χαν. Επεστράφη στην Κίνα το 1945 ως αποτέλεσμα της ήττας της Ιαπωνίας στον Β’ ΠΠ. Το Κουομιτάνγκ, το οποίο ιδρύθηκε ως ένα αστικό εθνικιστικό κόμμα από τον πρώτο πρόεδρο της Κίνας, τον Σουν Γιατ-Σεν και καθοδηγήθηκε από τον Τσιανγκ Κάι-σεκ μετά το θάνατο του πρώτου, εκδιώχτηκε από την ενδοχώρα το 1949 και υποχώρησε στην Ταϊβάν. Εκεί συνέχισε να κυβερνά κάτω υπό την προστασία των ΗΠΑ ως «Δημοκρατία της Κίνας».

Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, τα αμερικανικά ΜΜΕ αναφέρονταν στο καθεστώς του Τσιάνγκ ως «ελεύθερη Κίνα» ή ως «εθνικιστική Κίνα», ενώ η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας αναφερόταν ως η «Κόκκινη Κίνα». Το καθεστώς του Τσιάνγκ εξακολουθούσε να «εκπροσωπεί» την Κίνα στα Ηνωμένα Έθνη μέχρι και το 1971. Στις αρχές του 1970 τα αμερικανικά ΜΜΕ, στο πλαίσιο των προσπαθειών κανονικοποίησης των σχέσεων ανάμεσα στη Λαϊκή Δημοκρατία και τις ΗΠΑ, έπαψαν να χρησιμοποιούν τον όρο «Κόκκινη Κίνα» και άρχισαν να αναφέρονται σε αυτή με το κανονικό της όνομα δηλαδή «Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας» ή απλώς «ηπειρωτική Κίνα» ή «κομμουνιστική Κίνα», όταν ήθελαν να εκφράσουν την επιθετικότητά τους απέναντι της. Ο όρος όμως «Κόκκινη Κίνα» δε χρησιμοποιείται πια.

Ο όρος «ελεύθερη Κίνα» ή «εθνικιστική Κίνα» έχει επίσης εξαφανιστεί από τα αμερικανικά ΜΜΕ και έχει αντικατασταθεί από τον όρο «Ταϊβάν», η οποία αντιμετωπίζεται ως ξεχωριστή  χώρα, την στιγμή που η κυβέρνηση της Ταϊβάν αυτοαποκαλείται ακόμη ως η «Δημοκρατία της Κίνας». Οι ΗΠΑ έχουν υποστηρίξει την ανάπτυξη ενός «φιλο-ανεξαρτησιακού» κόμματος στην Ταϊβάν, που υποστηρίζει ότι η Ταϊβάν είναι ξεχωριστή χώρα». Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας επιμένει ότι η Ταϊβάν είναι τμήμα της Κίνας- μία θέση που επίσης υποστηρίζεται από το Kουομιτάνγκ.

Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας ελπίζει στο ότι θα υπάρξει ειρηνική επανένωση στο μέλλον. Παρόλα αυτά επιφυλάσσεται του δικαιώματος της χρήσης βίας εφόσον αποτύχουν τα ειρηνικά μέσα για την επανένωση της Κίνας. Η πολιτική του Πεκίνου ήταν από τα χρόνια του Μάο Τσε Τουνγκ να αναμένουν μέχρις όταν η στρατιωτική δύναμη της Κίνας- που όλο και αναπτύσσεται- να επιβάλει στις ΗΠΑ να αναγνωρίσουν στην πράξη ότι η Ταϊβάν είναι τμήμα της Κίνας. Προς το παρόν το Πεκίνο ελπίζει ότι θα συμβεί η ειρηνική επανένωση της Ταϊβάν με την υπόλοιπη Κίνα.

Οι ΗΠΑ δεν έχουν δηλώσει ότι προτίθενται, και ούτε είναι αναγκασμένες από καμία συνθήκη, να υπερασπιστεί την «ανεξαρτησία» της Ταϊβάν αν ποτέ προκύψει πόλεμος με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Ωστόσο έχει υπαινιχθεί ότι θα πολεμούσε για την υπεράσπιση της «ανεξαρτησίας» της Ταϊβάν. Αυτό είναι μία χυδαία παραβίαση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης της Κίνας και θα μπορούσε να αποτελέσει έναν τρόπο με τον οποίο θα ξεσπούσε ένας πόλεμος μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ.

(5) Αν είχε κερδίσει η Ναζιστική Γερμανία θα είχαμε τη σβάστικα του Τρίτου Ράιχ στον Λευκό Οίκο; Οι Ναζί θα μπορούσαν να είχαν νικήσει αν είχαν κυριαρχήσει στην ΕΣΣΔ οι αστικές δυνάμεις, οι ανάλογες αυτών που αντιπροσώπευαν κοινωνικά και πολιτικά ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και ο Μπόρις Γέλτσιν, το 1930 ή το 1940 και όχι το 1980 όπως και έγινε στην πραγματική ιστορία. Θα εξετάσω το ενδιαφέρον αυτό ερώτημα στην επόμενη δημοσίευση, όπου διερευνώ τις οικονομικές πολιτικές και την πολιτική του Τρίτου Ράιχ.

(6) Ένα παράδειγμα της όλο και αυξανόμενης αστάθειας του συστήματος του δολαρίου είναι η παρούσα παγκόσμια οικονομική καθυστέρηση. Σε αυτό συμπεριλαμβάνεται και το γεγονός ότι φέτος για πρώτη φορά από τη Μεγάλη Ύφεση ο τομέας της βιομηχανικής παραγωγής απέτυχε να αναπτυχθεί, παρά το δυναμισμό στις πωλήσεις αυτοκινήτων και την αποκατάσταση της εσωτερικής αγοράς κατοικίας. Η αιτία της καθυστέρησης είναι η απόφαση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ να σταματήσει την πολιτική της «ποσοτικής χαλάρωσης». Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα γνωρίζει ότι αν η πολιτική αυτή συνεχιζόταν, το δολάριο θα έχανε την αξία του ως αποθεματικό κεφαλαίου, κάτι που θα αμφισβητούσε τη συνεχιζόμενη κυριαρχία του «Ράιχ του δολαρίου» πάνω στο παγκόσμιο συναλλαγματικό σύστημα και ως εκ τούτου την κυριαρχία του «Ράιχ του ΝΑΤΟ», το οποίο χρηματοδοτεί το ράιχ του δολαρίου.

(7) Ένα παράδειγμα γενίκευσης ενός τοπικού πολέμου σε παγκόσμιο πόλεμο ως αποτέλεσμα των συμμαχιών των εμπλεκόμενων είναι τα γεγονότα του 1914. Ο πόλεμος ξεκίνησε ως τοπική σύρραξη μεταξύ Αυστρίας και Σερβίας. Η Γερμανία έσπευσε να βοήθησε τη σύμμαχό της Αυστρία. Η Ρωσία κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία και εισέβαλε σε αυτήν προσπαθώντας να προστατέψει την σύμμαχο της Σερβία, κάτι που οδήγησε σε καταστροφικά αποτελέσματα για τη Ρωσία. Η Ρεπουμπλικανική Γαλλία τότε κήρυξε πόλεμο στη Γερμανία για να προστατέψει την σύμμαχο της Τσαρική Ρωσία. Και η Βρετανία στη συνέχεια κήρυξε πόλεμο στη Γερμανία για να υπερασπιστεί τις συμμάχους της Βέλγιο, Γαλλία και Ρωσία.

(8) Οι Αμερικανοί liberals (προοδευτικοί, ο όρος δεν πρέπει να συγχέεται με τους οικονομικά φιλελεύθερους) θεωρούν ότι διαφοροποιούνται από τους συντηρητικούς γιατί υποστηρίζουν πως η κυβέρνηση θα πρέπει να έχει σπουδαιότερο ρόλο στην οικονομία. Οι Αμερικανοί συντηρητικοί εν αντιθέσει θέλουν υποθετικά να διατηρήσουν την οικονομία εκτός κυβερνητικών παρεμβάσεων.

Δεν είναι όμως όλες οι κυβερνητικές παρεμβάσεις στην καπιταλιστική οικονομία προοδευτικές. Με το να τίθενται τα Hackintosh παράνομα στο όνομα της διατήρησης των υπερ-κερδών της Apple ο κρατικός παρεμβατισμός λαμβάνει αντιδραστική μορφή. Ο κρατικός παρεμβατισμός στον καπιταλισμό μπορεί να είναι προοδευτικός εφόσον επιτρέπει την ανάπτυξη ή την συντήρηση των παραγωγικών δυνάμεων. Ομοίως ο κρατικός παρεμβατισμός που περιορίζει την εργασιακή μέρα, επί παραδείγματι, είναι επίσης προοδευτικός. Όμως δεν μπορούμε να πούμε ότι ο κυβερνητικός παρεμβατισμός είναι εξαρχής θετικός, όπως και δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι εξαρχής αρνητικός. Αυτά εξαρτώνται από τις δεδομένες συνθήκες.

(9) Θα παρουσιάσουμε μόνο μία από τις διαφορές. Ο Χίτλερ έκανε έναν κατακτητικό πόλεμο ενάντια στα περισσότερα ευρωπαϊκά έθνη, οδηγώντας σε θάνατο δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους. Ο Μάο πολέμησε για την απελευθέρωση και την ενοποίηση της Κίνας. Πιθανώς μόνο έναν καθηγητής μίας χώρας της οποίας η επικράτεια δεν έχει καταληφθεί από μία ξένη χώρα είναι δυνατόν να παραβλέψει από τη μικρή διαφορά ανάμεσα στον Χίτλερ και τον Μάο. Υπάρχουν και άλλες διαφορές επίσης, τις οποίες δεν τις αναφέρω γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα έπρεπε να γράψω έναν τόμο και όχι μια υποσημείωση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου