Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

Νόαμ Τσόμσκι : Ακαδημαϊκή ελευθερία και ιδιωτικοποίηση των Πανεπιστημίων (6. 4. 2011)




Μια ομιλία του Νόαμ Τσόμσκι    
Πανεπιστήμιο του Τορόντο, Σκάρμπορο, 6 Απριλίου 2011

Η Μετάφραση του απομαγνητοφωνημένου κειμένου έγινε από την επίσημη ιστοσελίδα του ομιλητή http://chomsky.info.


                                  Δείτε την πλήρη διάλεξη. Ο σύνδεσμος είναι http://bit.ly/oJEEUZ


Ακαδημαϊκή ελευθερία και ιδιωτικοποίηση των Πανεπιστημίων

του Νόαμ Τσόμσκι


Πριν από λίγους μήνες, πήγα στο Μεξικό για διαλέξεις στο Εθνικό Πανεπιστήμιο (UNAM). Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό πανεπιστήμιο με εκατοντάδες χιλιάδες φοιτητές - φοιτητές υψηλού επιπέδου και αφοσιωμένους – εξαιρετικές σχολές. Και είναι δωρεάν. Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση τους πριν από δέκα χρόνια αποπειράθηκε να προσθέσει και περιορισμένα δίδακτρα αλλά, μετά από μια εθνικού επιπέδου αποχή των φοιτητών, τελικά υποχώρησε. Και μάλιστα, υπάρχει ένα κτίριο διοίκησης που τελεί ακόμα υπό κατάληψη από τους φοιτητές και χρησιμοποιείται σαν κέντρο ακτιβισμού για όλη την πόλη. Υπάρχει επίσης, στην ίδια την πόλη, ένα άλλο πανεπιστήμιο το οποίο όχι μόνο είναι δωρεάν αλλά έχει και ελεύθερες εγγραφές. Παρέχει μάλιστα δυνατότητα ενισχύσεων σε όσους το χρειάζονται. Πήγα και εκεί: έχει και αυτό εντυπωσιακό επίπεδο σπουδών, φοιτητών, σχολών κλπ. Και μιλάμε για το Μεξικό: μια φτωχή χώρα. 

Αμέσως μετά από αυτό το ταξίδι έτυχε να βρεθώ στην Καλιφόρνια, το πλουσιότερο πιθανώς μέρος του κόσμου. Και εκεί έτυχε να δίνω διαλέξεις σε πανεπιστήμια. Στην Καλιφόρνια τα κύρια πανεπιστήμια, Μπέρκλεϋ και Λος Άντζελες (UCLA), είναι ιδιωτικά πανεπιστήμια κατά βάση περιορισμένης πρόσβασης – με κολοσσιαία δίδακτρα, δεκάδες χιλιάδες δολάρια, και τεράστια πριμοδότηση. Κατά γενική παραδοχή αυτά πολύ σύντομα θα ιδιωτικοποιηθούν και το υπόλοιπο σύστημα παιδείας – που ήταν ένα πολύ καλό σύστημα, το καλύτερο δημόσιο σύστημα του κόσμου – θα περιοριστεί πιθανώς στην τεχνική εκπαίδευση ή σε κάτι παρεμφερές. Η ιδιωτικοποίηση αυτή φυσικά σημαίνει ιδιωτικοποίηση για του πλούσιους [και μία] κατά βάση τεχνική κατάρτιση χαμηλότερου επιπέδου για τους υπόλοιπους. Και αυτό συμβαίνει σε όλη τη χώρα. Στις περισσότερες πολιτείες τα δίδακτρα καλύπτουν περισσότερο από το 50% του προϋπολογισμού των κολλεγίων. Συμβαίνει επίσης στην πλειοψηφία των ερευνητικών πανεπιστημίων. Αρκετά σύντομα μόνο τα τοπικά κολλέγια – καταλαβαίνετε ότι πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο του συστήματος – θα λαμβάνουν άξια λόγου χρηματοδότηση από το κράτος, αλλά ακόμα και αυτά ήδη δέχονται αντίστοιχη επίθεση. Και οι αναλυτές εν γένει συμφωνούν πως, σας το μεταφέρω αυτολεξεί: ‘Η εποχή των οικονομικά βιώσιμων δημόσιων πανεπιστημίων τετραετούς φοίτησης που επιδοτούνται υπερβολικά από το κράτος μάλλον έχει παρέλθει’.

Αυτό τώρα είναι σημαντικό πάτημα για να εφαρμόσει κανείς πολιτικές κατήχησης της νεολαίας. Άνθρωποι πιασμένοι στην παγίδα των χρεών έχουν ελάχιστες εναλλακτικές. Φυσικά αυτό ισχύει για τον κοινωνικό έλεγχο εν γένει. Αυτό επίσης είναι βασική σταθερά στην διεθνή πολιτική – όσοι από εσάς [τους φοιτητές του ακροατηρίου] μελετούν το ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα και άλλους οργανισμούς το γνωρίζουν καλά. Όπως είναι εμφανές από το παράδειγμα Μεξικού/Καλιφόρνιας, τα αίτια για την συνειδητή καταστροφή του μεγαλύτερου δημόσιου συστήματος παιδείας στον κόσμο δεν είναι οικονομικά. Ο οικονομολόγος Νταγκ Χένγουντ (Doug Henwood) καταδεικνύει ότι θα ήταν αρκετά απλό να καταστήσουμε την ανώτατη παιδεία εντελώς δωρεάν. Στις ΗΠΑ η παιδεία δαπανά λιγότερο από 2% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ). Το κατά κεφαλήν μερίδιο – περίπου 1% του ΑΕΠ – είναι το ένα τρίτο του εισοδήματος των 10.000 πλουσιότερων νοικοκυριών της χώρας. Δηλαδή, περίπου όσο οι δαπάνες του Πενταγώνου για ένα τρίμηνο και λιγότερο από τέσσερεις μήνες χαμένων δαπανών για την διοίκηση του ιδιωτικοποιημένου συστήματος υγείας, το οποίο αποτελεί διεθνές σκάνδαλο. [Το κόστος του συστήματος υγείας] είναι περίπου ίσο με δυο φορές την κατά κεφαλήν δαπάνη σε συγκρίσιμες χώρες, έχει να επιδείξει ορισμένα από τα χειρότερα αποτελέσματα, ενώ στην πράξη αποτελεί την βάση για το περίφημο [εθνικό] έλλειμμα. Εάν οι ΗΠΑ είχαν τον ίδιο τύπο συστήματος υγείας με άλλες βιομηχανικές χώρες, όχι μόνο δεν θα υπήρχε έλλειμμα, αλλά θα είχαμε και πλεόνασμα. Δυστυχώς, το να παρουσιάσει κανείς αυτά τα δεδομένα σε μία προεκλογική καμπάνια θα ήταν τρελά αυτοκτονικό, μας υποδεικνύει ο Χένγουντ. Φυσικά έχει δίκιο. Σε μια δημοκρατία όπου οι εκλογές στην ουσία εξαγοράζονται από τα συγκεντρωμένα ιδιωτικά κεφάλαια δεν έχει σημασία το τι θέλει το κοινωνικό σύνολο. Το κοινωνικό σύνολο μάλιστα έχει δώσει την έγκρισή του σε αυτή την κατάσταση εδώ και πολύ καιρό, αλλά είναι και αδιάφορο προς μια σωστά λειτουργούσα δημοκρατία.

Πρέπει να θυμόμαστε ότι η περίοδος της μεγάλης ανάπτυξης στην αμερικανική οικονομία περιλαμβάνει τις δεκαετίες αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ευρύτερα γνωστές μεταξύ των οικονομολόγων ως ‘Χρυσή Εποχή’. Η εποχή αυτή άντλησε ενέργεια από μια οικονομικά βιώσιμη δημόσια παιδεία και από την πανεπιστημιακή έρευνα. Η βιώσιμη δημόσια παιδεία περιλαμβάνει και την Πράξη Επαναπροσαρμογής Υπηρετούντων [1], η οποία παρείχε δωρεάν παιδεία στους βετεράνους – και θυμηθείτε ότι επρόκειτο για μια χώρα πολύ φτωχότερη απ΄ό,τι σήμερα. Ακόμα και στα ιδιωτικά κολλέγια συναντούσε κανείς εξαιρετικά χαμηλά δίδακτρα. Μάλιστα, και εγώ πήγα σε κολλέγιο περιορισμένης πρόσβασης και τότε κόστιζε εκατό δολάρια το χρόνο – και το ποσό μπορεί να έχει μεγαλύτερη αξία σήμερα, ξέρετε, αλλά δεν είναι υπερβολικό και φυσικά όχι τριάντα ή σαράντα χιλιάδες.

 Τι συμβαίνει με την έρευνα στα πανεπιστήμια; Κοιτάξτε, όπως προανέφερα, αυτή αποτελεί τον πυρήνα της οικονομίας της υψηλής τεχνολογίας. Και αυτό περιλαμβάνει τους υπολογιστές, το ίντερνετ – στην πράξη όλη την επανάσταση της πληροφορικής και ένα σωρό άλλα.
 Η αποδόμηση του συστήματος αυτού από την δεκαετία του ‘70 είναι μία από τις πολλές κινήσεις προς μία έξυπνα διπολική κοινωνία: πολύ στενή συγκέντρωση πλούτου από τη μια και στασιμότητα για σχεδόν όλους τους υπόλοιπους από την άλλη. Επίσης, έχει άμεσες οικονομικές επιπτώσεις. Πάρτε για παράδειγμα την Καλιφόρνια: αυτό που κάνουν στο σύστημα δημόσιας παιδείας πρόκειται να υπονομεύσει την οικονομία που στηρίζεται σε ένα εξειδικευμένο σώμα εργαζομένων και στην δημιουργική καινοτομία, στη Σίλικον Βάλεϊ και ούτω καθεξής. Όμως, πέραν από το τεράστιο ανθρώπινο κόστος της αποστέρησης των πολλών από αξιοπρεπείς ευκαιρίες εκπαίδευσης που επιφέρουν, οι πολιτικές αυτές υποσκάπτουν και την ανταγωνιστική δυνατότητα των ΗΠΑ. Και αυτό είναι επιβλαβές για την μάζα του πληθυσμού αλλά δεν έχει καμία σημασία για το απειροελάχιστο ποσοστό του πληθυσμού που διαθέτει υπερσυγκέντρωση πλούτου και δύναμης. Στην πράξη, στα χρόνια μετά το Υπόμνημα Πάουελ [2] έχουμε περιέλθει σε μία φάση κρατικού καπιταλισμού εντός του οποίου το μέλλον δεν φαίνεται να υπόσχεται πολλά. Το κέρδος προέρχεται ολοένα και περισσότερο από χρηματοοικονομικά τερτίπια. Οι εταιρικές πολιτικές ρέπουν προς το βραχυπρόθεσμο κέρδος και αυτό μειώνει το ενδιαφέρον για μακροπρόθεσμη αφοσίωση στην επιχείρηση. Θα μιλήσουμε περισσότερο για αυτό αύριο, αλλά σήμερα θα ήθελα να μιλήσω περισσότερο για τις επιπτώσεις στην παιδεία, οι οποίες είναι αρκετά σημαντικές.

Υποθέστε ότι, όπως ολοένα και περισσότερο συμβαίνει – και όχι μόνο στις ΗΠΑ παρεμπιπτόντως – ότι τα πανεπιστήμια δεν χρηματοδοτούνται από το κράτος με την έννοια της κοινωνικού συνόλου. Τότε, πώς θα επιβιώσουν τα πανεπιστήμια; Τα πανεπιστήμια είναι παρασιτικά ιδρύματα. Δεν παράγουν αγαθά για το κέρδος, ευτυχώς – πιθανώς θα το κάνουν κάποια από αυτές τις μέρες. Το θέμα της χρηματοδότησης εγείρει πολλά ερωτήματα προβληματισμού, τα οποία δεν θα προέκυπταν εάν η υιοθέτηση της ανεξάρτητης σκέψης και η έρευνα θεωρούνταν δημόσια αγαθά, με πραγματική αξία καθ’ εαυτά. Αυτό είναι το παραδοσιακό ιδανικό των πανεπιστημίων, παρ’ όλο που γίνονται αξιοσημείωτες προσπάθειες να αλλάξει.

 Για παράδειγμα, πάρτε τη Βρετανία: σύμφωνα με τον βρετανικό τύπο, το Συμβούλιο Τεχνών και Ανθρωπιστικών Ερευνών [3] πρόσφατα διετάχθη να δαπανήσει ένα σημαντικό ποσό χρηματοδότησης του οράματος του πρωθυπουργού για τη χώρα. Για αυτό που ο ίδιος αποκαλεί ‘Μεγάλη Κοινωνία’ και που σημαίνει μεγάλα κέρδη για τις επιχειρήσεις και οι άλλοι να πάνε να φροντίσουν μόνοι τους εαυτούς τους. Η κυβέρνηση παρήγαγε αυτό που η ίδια αποκαλεί επεξήγηση της Αρχής του Χαλντέιν (Haldane Principle). Πρόκειται για μία αρχή ηλικίας εκατό ετών που έφραζε τέτοιες κυβερνητικές επελάσεις στην ακαδημαϊκή έρευνα. Εάν κάτι τέτοιο ισχύει - και μου είναι αρκετά δύσκολο να το πιστέψω - αλλά εάν ισχύει, το χέρι του Μεγάλου Αδερφού θα πέσει αρκετά βαρύ στην έρευνα και την καινοτομία στο πεδίο των τεχνών και των ανθρωπιστικών επιστημών, διότι τα ‘αφεντικά της ανθρωπότητας’ ακολουθούν τις προτροπές του Υπομνήματος Πάουελ, προστατεύοντας φυσικά την ακαδημαϊκή ελευθερία με τρόπους που θα εγκρίνονταν σιωπηλά από τους ‘Ακατονόμαστους’ – για να δανειστώ και μια έκφραση από την ρητορική των εγγονών μου. Η Βρετανία του Κάμερον αναζητά την πρωτιά στην επίθεση κατά της δημόσιας παιδείας, ο υπόλοιπος Δυτικός Κόσμος δεν υπολείπεται σημαντικά και σε κάποια ζητήματα οι ΗΠΑ είναι ήδη μπροστά.

Γενικότερα, σε έναν πολιτισμό που διοικείται από τις εταιρείες, το παραδοσιακό ιδανικό της ελεύθερης και ανεξάρτητης σκέψης μπορεί στα λόγια να εξαίρεται, αλλά άλλες αξίες τείνουν να βρίσκονται ψηλότερα στην ατζέντα. Η υπεράσπιση της αυθεντικής ελευθερίας των ιδρυμάτων δεν είναι εύκολη υπόθεση, όμως δεν είναι σε καμιά περίπτωση ανέλπιδη. Θα μιλήσω για την περίπτωση που γνωρίζω καλύτερα, τον δικό μου πανεπιστημιακό χώρο. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή περίπτωση εξ αιτίας της φύσης της χρηματοδότησής του. Τεχνικά είναι ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο αλλά δέχεται μια τεράστια κρατική χρηματοδότηση – συντριπτική - ιδιαίτερα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν μπήκα στη σχολή πριν από 55 χρόνια υπήρχαν στρατιωτικά εργαστήρια - από τότε έχουν στην πράξη αποκοπεί. Τα ακαδημαϊκά προγράμματα επίσης εκείνη την περίοδο, τη δεκαετία του ‘50, χρηματοδοτούνταν αποκλειστικά από το Πεντάγωνο. Κάτω από την πίεση των φοιτητών στην ‘ταραγμένη περίοδο’ του ’60 υπήρξαν διαμαρτυρίες για την κατάσταση και εκκλήσεις για διερεύνηση. Το 1969 συστάθηκε μια επιτροπή φοιτητών της σχολής για να διερευνήσει το ζήτημα. Ήμουν μέλος της, χάρις εν μέρει στην πίεση των φοιτητών. Η επιτροπή έιχε ενδιαφέρον και ανακάλυψε ότι παρά την προέλευση της χρηματοδότησης (το Πεντάγωνο) σχεδόν στο σύνολο του ακαδημαϊκού προγράμματος δεν υπήρχε εργασία συνδεόμενη με το στρατό εντός του πανεπιστημιακού χώρου - υπό την αίρεση φυσικά ότι θεωρητικά οτιδήποτε θα μπορούσε να έχει μια στρατιωτική εφαρμογή. Στην πραγματικότητα, υπήρχε και μια εξαίρεση σε αυτό: το τμήμα πολιτικών επιστημών ήταν βαθειά αναμεμιγμένο στον πόλεμο του Βιετνάμ κάτω από ένα πέπλο δήθεν ειρηνικής έρευνας. Από εκείνη την περίοδο και μετά, η χρηματοδότηση από το Πεντάγωνο άρχισε να φθίνει και η χρηματοδότηση από κρατικά ιδρύματα του χώρου της υγείας άρχισε να διογκώνεται. Και υπάρχει λόγος γι΄ αυτό: αντανακλά αντίστοιχες αλλαγές στην οικονομία.

Κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 η αιχμή της οικονομίας βασιζόταν στα ηλεκτρονικά. Το Πεντάγωνο παρείχε έναν εύσχημο τρόπο να κλέβεις χρήματα από τους φορολογούμενους, αφήνοντάς τους να σκέπτονται πως προστατεύονται από τους Ρώσους ή κάποιους άλλους, και να τα κατευθύνεις προς τη δημιουργία επιχειρηματικού κέρδους. Και αυτό γινόταν πολύ αποτελεσματικά: περιελάμβανε τους υπολογιστές, το ίντερνετ, την επανάσταση της πληροφορικής. Μάλιστα, το μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης οικονομίας της υψηλής τεχνολογίας προέρχεται από εκεί. Σε πιο πρόσφατα χρόνια η οικονομία βασίστηκε περισσότερο στη βιολογία και κατά συνέπεια η δημόσια χρηματοδότηση αλλάζει ρώτα. Πριν από πενήντα χρόνια, εάν κοίταζες γύρω από το ΜΙΤ [4] έβρισκες μικρές εταιρείες φοιτητών στο ξεκίνημά τους. Αντλούσαν χρηματοδότηση για έρευνα από το Πεντάγωνο και εάν πετύχαιναν εξαγοράζονταν από μεγάλες εταιρείες. Όσοι από εσάς [τους ακροατές του ακροατηρίου] γνωρίζουν κάτι από την οικονομία της υψηλής τεχνολογίας θα καταλάβουν ότι αυτός ήταν η διάσημη Εθνική Οδός 128. Έτσι ήταν πενήντα χρόνια πριν. Σήμερα εάν κυκλοφορήσετε λίγο στο πανεπιστήμιο αυτό [το ΜΙΤ] θα δείτε ότι οι μικρές αυτές εταιρείες είναι προσανατολισμένες στη βιολογία και η ίδια διαδικασία συνεχίζεται: με την γενετική μηχανική, την βιοτεχνολογία, την φαρμακευτική. Όλα τα μεγάλα κτίρια που υψώνονται ανήκουν στην εταιρεία Νοβάρτις (Novartis) και άλλες τέτοιες . Αυτός είναι ο τρόπος που λειτουργεί η αποκαλούμενη οικονομία του επιχειρείν. Επίσης, υπάρχει μεταστροφή προς την βραχυπρόθεσμη εφαρμοσμένη εργασία. Το Πεντάγωνο και τα Εθνικά Ιδρύματα Υγείας ασχολούνται με το απώτερο μέλλον της προχωρημένης οικονομίας. Αντιθέτως, μία επιχείρηση συνήθως απαιτεί κάτι αξιοποιήσιμο: να το χρησιμοποιήσει αυτή, να μην το χρησιμοποιήσουν οι ανταγωνιστές της και να το χρησιμοποιήσει αύριο. Δεν έχω μάλιστα υπ΄ όψιν μου κάποια επισταμένη σχετική μελέτη, όμως μου φαίνεται αρκετά καθαρό ότι η μεταστροφή προς την εταιρική χρηματοδότηση οδηγεί περισσότερο προς τη βραχυπρόθεσμη εφαρμοσμένη έρευνα και λιγότερο προς την εξερεύνηση ενός πεδίου που θα μπορούσε να αποδειχθεί ενδιαφέρον και σημαντικό σε βάθος χρόνου.

 Μία άλλη συνέπεια της εταιρικής χρηματοδότησης είναι η μυστικότητα. Κάτι που εκπλήσσει αρκετούς ανθρώπους είναι ότι τον καιρό της χρηματοδότησης από το Πεντάγωνο δεν υπήρχε μυστικότητα. Επίσης δεν υπήρχε και υπηρεσία ασφάλειας στον χώρο του πανεπιστημίου. Μπορεί να το θυμάστε αυτό: θα μπορούσες να κόβεις βόλτες σε εργαστήρια χρηματοδοτούμενα από το Πεντάγωνο εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο χωρίς να χρειάζεται να βάζεις πουθενά καμία κάρτα. Καμία μυστικότητα, ήταν όλα ορθάνοιχτα. Όμως σήμερα υπάρχει μυστικότητα και βέβαια σε μια επιχείρηση δεν μπορούν να την επιβάλουν τη μυστικότητα, αλλά μπορούν να σου ξεκαθαρίσουν ότι δεν πρόκειται να δεις ανανέωση συμβολαίου εάν η δουλειά σου διαρρεύσει σε τρίτους – και έχουν συμβεί τέτοια, και μάλιστα έχουν οδηγήσει και σε σκάνδαλα, κάποια εκ των οποίων ήταν αρκετά κραυγαλέα ώστε δουν και το εξώφυλλο της Γουώλ Στρητ Τζέρναλ [5]. 

Η εξωτερική χρηματοδότηση έχει και άλλες παρενέργειες επί του πανεπιστημίου, εκτός αν είναι ελεύθερη, χωρίς περιορισμούς και συμβατή με την Αρχή του Χαλντέιν. Πράγματι, αυτό ίσχυε σε σημαντικό βαθμό για την χρηματοδότηση από το Πεντάγωνο και από άλλα εθνικά ιδρύματα. Παρ΄ όλα αυτά, κάθε είδος εξωτερικής χρηματοδότησης έχει παρενέργειες, ακόμα και αν υπακούει στην Αρχή του Χαλντέιν. Υποθέστε π.χ. ότι χάρις σε αυτήν ιδρύεται μία εκπαιδευτική ή ερευνητική εγκατάσταση. Η ενέργεια αυτή αλλάζει αυτόματα την ισορροπία της ακαδημαϊκής δραστηριότητας και αυτό μπορεί να απειλήσει την ανεξαρτησία και την ακεραιότητα του ιδρύματος – και στην περίπτωση της εταιρικής χρηματοδότησης πολύ σοβαρά.

Η ιδιωτικοποίηση είναι δυνατόν να έχει και άλλου τύπου επιρροές. Οι εταιρικοί μάνατζερς έχουν ένα καθήκον: πρέπει να εστιάσουν στην κερδοφορία και να μετατρέψουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της ζωής σε εμπορεύσιμα αγαθά. Και όχι επειδή είναι κακοί άνθρωποι - απλώς είναι η δουλειά τους αυτή. Στην αγγλο-αμερικανική νομοθεσία είναι επίσης και νομική τους υποχρέωση. Πολλά μπορούν να ειπωθούν για το θέμα αυτό, αλλά ένα συγκεκριμένο στοιχείο από αυτά αφορά τα πανεπιστήμια και πολλούς άλλους. Μία ειδική επίπτωση είναι η επικέντρωση στην αποκαλούμενη ‘αποδοτικότητα’ που είναι ενδιαφέρουσα σύλληψη και όχι αυστηρά οικονομική. Έχει κρίσιμη ιδεολογική διάσταση: εάν μια επιχείρηση μειώσει το προσωπικό της, μπορεί να καταστεί, με βάση τα τεχνικά κριτήρια, περισσότερο αποδοτική, καθώς μειώνει το κόστος της. Στη συνήθη περίπτωση κάτι τέτοιο μεταφέρει το βάρος στο κοινωνικό σύνολο, ένα πολύ οικείο φαινόμενο το οποίο συνεχώς παρατηρούμε. Τα κόστη για το κοινωνικό σύνολο δεν μετρώνται - και είναι κολοσσιαία. Αυτή είναι μία επιλογή που δεν βασίζεται στην οικονομική θεωρία, αλλά σε μία ιδεολογική απόφαση η οποία σχετίζεται άμεσα με τα αποκαλούμενα ‘επιχειρηματικά μοντέλα’ των πανεπιστημίων. Η αύξηση των φοιτητών ανά τμήμα ή η πρόσληψη φτηνού και προσωρινού ανθρώπινου δυναμικού, π.χ. τελειοφοίτων αντί προσωπικού μόνιμης απασχόλησης, μπορεί να έχει θετική αντανάκλαση στον ισολογισμό του πανεπιστημίου, αλλά ενέχει σημαντικά κόστη. Αυτά μεταβιβάζονται και δεν μετρώνται. Μεταβιβάζονται στους φοιτητές και στην κοινωνία ως εκπτώσεις στην ποιότητα της παιδείας και της διδασκαλίας.

Επιπλέον αυτών, δεν υπάρχει κανένας τρόπος να μετρηθούν τα ανθρωπιστικά και κοινωνικά κόστη της μετατροπής των σχολείων και των πανεπιστημίων σε εγκαταστάσεις που παράγουν εμπορεύσιμα αγαθά για την αγορά εργασίας, εγκαταλείποντας ταυτόχρονα το παραδοσιακό ιδανικό των πανεπιστημίων, δηλ. την υιοθέτηση της δημιουργικής και ανεξάρτητης σκέψης και έρευνας, την αμφισβήτηση παγιωμένων πεποιθήσεων, την εξερεύνηση νέων οριζόντων και την αποδέσμευση από εξωτερικούς περιορισμούς. Το ιδανικό αυτό έχει αναμφισβήτητα αστοχήσει στην πράξη, όμως στο βαθμό που πραγματοποιείται αποτελεί ένα καλό μέτρο του επιπέδου του πολιτισμού μας.
Αυτή η ιδέα αμφισβητείται ανοιχτά από τους αποκαλούμενους από τον Άνταμ Σμιθ ‘αρχιτέκτονες της πολιτικής’ του συμπλέγματος κράτους – επιχειρήσεων με την κατά μέτωπο επίθεση στην Αρχή του Χαλντέιν στην Βρετανία. Πρόκειται για μία ακραία περίπτωση – μάλιστα τόσο ακραία ώστε εκτιμώ ότι μπορεί να αντικρουστεί. Υπάρχουν όμως και λιγότερο κραυγαλέα παραδείγματα και πολλά από αυτά είναι σύμφυτα με την εξάρτηση από τις πηγές εξωτερικής χρηματοδότησης (κρατικές ή ιδιωτικές). Και οι δύο αυτές πηγές είναι δύσκολο να διαχωριστούν, με δεδομένο τον έλεγχο που ασκούν στο κράτος τα ιδιωτικά συμφέροντα.

Ποια είναι όμως η σωστή αντίδραση στην εξωτερική χρηματοδότηση – αυτή που απειλεί το ιδανικό του ελεύθερου πανεπιστημίου; Λοιπόν, μία επιλογή είναι να την απορρίψει κανείς εξ υπ΄αρχής – και σε αυτή την περίπτωση το πανεπιστήμιο θα υποβαθμιστεί. Μία άλλη επιλογή είναι να αποδεχτεί κανείς ότι είναι και αυτό μέσα στη ζωή να πρέπει στο χώρο εργασίας μου να περνώ δίπλα από την Αίθουσα Διαλέξεων Μάρτιν Λόκχηντ και από το παράθυρό μου να βλέπω το Κτίριο Κόχ [6], τα οποία έχουν τα ονόματα πολυδισεκατομμυριούχων, οι οποίοι αποτελούν βασικούς χρηματοδότες του Tea Party και είναι ηγετικές φιγούρες στις καμπάνιες για την εξάλειψη του εργατικού κινήματος και την εγκαθίδρυση μιας ιδιότυπης εταιρικής τυραννίας.

Τώρα, εάν αυτή η εξωτερική χρηματοδότηση αναζητά την [επιρροή στη] διδασκαλία, την έρευνα και τις άλλες δραστηριότητες, τότε μας δίνεται ένα ισχυρό επιχείρημα ώστε πολύ απλά να αντιταχθούμε ή και να την απορρίψουμε απευθείας, ανεξάρτητα από όποιο κόστος. Τέτοιες έξωθεν επιβολές δεν είναι αναπόφευκτες και αυτό αξίζει να το έχουμε στο μυαλό μας.
                                                             
                                                               [ Τέλος Κειμένου ]


-ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ -

Ο πυρήνας της ομιλίας του Τσόμσκι είναι η έννοια της εξωτερικότητας στην οικονομική και κοινωνική ζωή (έννοιες αλληλένδετες άλλωστε) και η εφαμογή της στην περίπτωση της πανεπιστημιακής παιδείας. Η εξωτερικότητα εν γένει δημιουργείται όταν μία πράξη μας (κοινωνική ή οικονομική ή πολιτική) έχει συνέπειες και για άλλους πέρα από εμάς. Αυτές συνήθως τις αγνοούμε ή επιλέγουμε να μην τις λαμβάνουμε υπ΄ όψιν. Κλασικά παραδείγματα είναι η ρύπανση του περιβάλλοντος (παράγουμε χωρίς να λαμβάνουμε υπ΄ όψιν την περιβαλλοντική βλάβη που προκαλούμε), αλλά, όπως θα έλεγε και ο Steven Levitt (Freakonomics), ακόμα και για την τρομοκρατία (προκαλεί αισθήματα φόβου σε ευρύτερα στρώματα από αυτά που αποτελούν το στόχο της) και το ταλέντο (επηρεάζει θετικά όχι μόνο το φορέα του ταλέντου αλλά και τους γύρω του που υποβοηθούνται).

Και εδώ είναι η συγκεκριμένη διαφωνία μου με τον Τσόμσκυ: ο ίδιος λέει ότι ΄Τα κόστη για το κοινωνικό σύνολο δεν μετρώνται - και είναι κολοσσιαία. Αυτή είναι μία επιλογή που δεν βασίζεται στην οικονομική θεωρία, αλλά σε μία ιδεολογική απόφαση η οποία σχετίζεται άμεσα με τα αποκαλούμενα ‘επιχειρηματικά μοντέλα’ των πανεπιστημίων ΄ . Και όμως, η σύλληψη αυτή είναι αυθεντικά οικονομική και έχει ευρεία εφαρμογή σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής. Οι οικονομολόγοι σε αναλύσεις κόστους - οφέλους, την χρησιμοποιούν εάν τους συμφέρει για να φουσκώσουν κάποιο λογαριασμό, ή την αγνοούν συστηματικά για να ξεφουσκώσουν κάποιον άλλο λογαριασμό.

Δυστυχώς, απ΄ ό,τι διαπιστώνει ο Τσόμσκι, όπως και άλλοι που όμως δεν έχουν την απαραίτητη διαύγεια για να το διατυπώσουν ανάγλυφα, οι εξωτερικότητες της ιδιωτικοποίησης της πανεπιστημιακής ζωής αναμένεται να είναι μεγάλες και μη υπολογίσιμες και αφορούν την κοινωνία ως οργανισμό (όχι την θέση των καθηγητών ή των κομματικοποιημένων νεολαιών, οι οποίοι έχουν κάθε κίνητρο να υπερασπιστούν τη θέση τους και ως εκ τούτου είναι οι πρώτοι ύποπτοι για αντικοινωνική συμπεριφορά). Ως εκ τούτου είναι και εύκολα αγνοήσιμες. Προς αυτήν την κατεύθυνση νομίζω ότι πρέπει να κινηθεί ο αντίλογος προκειμενου να τεκμηριωθούν και να αποτιμηθούν αυτές οι εξωτερικότητες όσο το δυνατόν καλύτερα, πάνω στον δρόμο που εύστοχα χαράζει ο Τσόμσκι.


Μετάφραση - Σημειώσεις - Σχόλιο: Γιώργος Μ. Τέντες



Σημειώσεις
[1] ΗΠράξη Επαναπροσαρμογής Υπηρετούντων (Servicemen΄s Readjustment Act of 1944, P.L. 78-346, 58 Stat. 284m) είναι γνωστή στις ΗΠΑ ως ‘Ειδικός Λογαριασμός για τους Βετεράνους’ ή GI Bill
[2] http://reclaimdemocracy.org/corporate_accountability/powell_memo_lewis.html
[3] Arts and Humanities Research Council
[4] ΜΙΤ είναι το Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης ή Massachusetts Institute of Technology
[5] Πρόκειται για τη γνωστή εφημερίδα Wall Street Journal
[6] Πρόκειται για το Lockheed Martin Lecture Hall και το Koch building
     

ΠΗΓΗ : The Press Project

Αναδημοσίευση : afterhistory.blogspot.com

Δημήτρης Κωτσάκης : ΑΥΤΟΝΟΜΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ (Άρθρο δημοσιευμένο το Μάρτιο του 2007)



          
                        Κατάληψη του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών τον Σεπτέμβριο του 2011



ΑΥΤΟΝΟΜΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

         
ΤΙ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΕΧΟΥΜΕ

Η παράδοξη μεταρρύθμιση             
            
 Μια ιδιαιτερότητα της ελληνικής κοινωνίας σε σχέση με τις δυτικοευρωπαϊκές είναι ότι ενώ εκεί η κοινωνική μεταρρύθμιση των Πανεπιστημίων έγινε τη δεκαετία του ’60 και η  νεοφιλελεύθερη αντιμεταρρύθμιση τη δεκαετία του ’80, εδώ έγιναν και οι δύο μαζί τη δεκαετία του ’80. Τη δεκαετία αυτή ο νόμος δεν μπορούσε πλέον να είναι μεταρρυθμιστικός. Ο χαρακτήρας των αλλαγών, που αντιστοιχούσαν στις συνθήκες της εποχής, ήταν αντιφατικά μεταρρυθμιστικός και αντιμεταρρυθμιστικός. Ο νόμος του 1982 εγκαθιστούσε τον ακόλουθο σχιζοειδή διπλό δεσμό.

—        Μεταρρυθμιστική εντολή πλαισίου: κατάργηση του θεσμού της έδρας και εισαγωγή των αρχών της κοινωνικής δημοκρατίας σε ένα Πανεπιστήμιο που αποτελεί αυτόνομη αρχή με δημόσιο χαρακτήρα, δηλαδή, σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρο 16) σε ένα Πανεπιστήμιο που αποτελεί «νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση» και που, προκειμένου να εκπληρώσει την αποστολή του, «έχει το δικαίωμα να ενισχύεται οικονομικά από το κράτος».

—        Αντιμεταρρυθμιστική εντολή περιεχομένου: κρατικοποίηση του δημόσιου Πανεπιστήμιου και λειτουργία του με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Συγκεκριμένα:             

 α)    Συγκέντρωση της πανεπιστημιακής διοίκησης μέσω της «Εθνικής Ακαδημίας Γραμμάτων και Επιστημών» (ΕΑΓΕ), η οποία εισηγείται τους τίτλους σπουδών και τα περιεχόμενα των πανεπιστημιακών προγραμμάτων, ορίζει τα «αντικειμενικά κριτήρια» της διδασκαλίας και της έρευνας και «διασφαλίζει την αξιολόγηση» προγραμμάτων και προσωπικού. 

β) Υπαγωγή της συγκεντρωμένης πανεπιστημιακής διοίκησης στην εκτελεστική κρατική εξουσία μέσω του Εθνικού Συμβούλιου Ανώτατης Παιδείας (ΕΣΑΠ), το οποίο καθορίζει τις κατευθύνσεις των πανεπιστημιακών προγραμμάτων με βάση το «αναπτυξιακό πρόγραμμα της κυβέρνησης». γ) Ένταξη της κυβερνητικά ρυθμιζόμενης πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και έρευνας στην ελεύθερη αγορά των εκπαιδευτικών και ερευνητικών υπηρεσιών.
            
 Αλλά ενώ οι αλλαγές της δεκαετίας του ’80 ήταν σχιζοειδώς μεταρρυθμιστικές και αντιμεταρρυθμιστικές, ο κυρίαρχος πολιτικός λόγος έλυνε ιδεολογικά την αντίφαση καταγράφοντας μόνο την μεταρρυθμιστική τους πλευρά, αγνοώντας στην αρχή και συγκαλύπτοντας στη συνέχεια την αντιμεταρρυθμιστική. Αυτό που συσκότιζε η ιδεολογική λύση της θεσμικής αντιφατικότητας των αλλαγών της δεκαετίας του ’80 ήταν η εγγενής στον ρυθμιστικό τους νόμο  εντολή αφαίρεσης κάθε περιεχομένου από την συνταγματική απαίτηση της αυτονομίας και του δημόσιου χαρακτήρα των Πανεπιστημίων. Αν, όμως, η κυρίαρχη ιδεολογική λύση της θεσμικής αντίφασης είχε μεταρρυθμιστική όψη, η αντίστοιχη πολιτική λύση εργαζόταν στην αντίθετη κατεύθυνση: τον εκφυλισμό της μεταρρυθμιστικής πλευράς των αλλαγών και την κυριάρχηση της αντιμεταρρυθμιστικής. Η διαδικασία  ακολούθησε τέσσερα βήματα.
             
        Πρώτο: Η θεμελιώδης θεσμική εγγύηση της ελευθερίας της διδασκαλίας και της έρευνας, η μονιμότητα σε θέση δημόσιου λειτουργού (όχι υπαλλήλου) στο σύνολο του επιστημονικού πανεπιστημιακού σώματος (και όχι στην κορυφή της ιεραρχίας) περιορίστηκε αποκλειστικά στο εξεγερμένο τότε Επιστημονικό Διδακτικό Προσωπικό (ΕΔΠ) ως αντιπαροχή στην αναδίπλωσή του.
            
        Δεύτερο: Εισαγωγή των ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων λειτουργίας του Πανεπιστήμιου,  με τρεις συνδυασμένες κινήσεις. α) Απόσπαση των μεταπτυχιακών και ερευνητικών προγραμμάτων, τα οποία ορίζουν εφεξής τον ιδιαίτερα πανεπιστημιακό χαρακτήρα της λειτουργίας των ιδρυμάτων, από τα νεοσύστατα συλλογικά διοικητικά όργανα. β) Εισαγωγή διδάκτρων στα μεταπτυχιακά προγράμματα. γ) Διασφάλιση μεταβατικής ευρωπαϊκής χρηματοδότησης για «ερευνητικά» προγράμματα, με σκοπό την αρχική συσσώρευση  ερευνητικού κεφαλαίου.

        Τρίτο: Αναστολή της  συγκρότησης της ΕΑΓΕ και του ΕΣΑΠ, των οργάνων της κεντρικής κρατικής εποπτείας και κυβερνητικής ρύθμισης του εκπαιδευτικού και ερευνητικού εμπορίου, έως ότου εμπεδωθεί η νεοσύστατη πανεπιστημιακή αγορά.
    
        Τέταρτο: Σταδιακή προσαρμογή των νέων θεσμών στην πραγματικότητα (διατάγματα, τροπολογίες, συμπληρώσεις με παράλληλα νομοθετήματα). Σταθεροποίηση της αντιμεταρρυθμιστικής διάστασης του νόμου, ενόψει και της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.   
            
 Το σημερινό Πανεπιστήμιο
            
Η αναπτυσσόμενη σήμερα αντίθεση προς το κυβερνητικά ελεγχόμενο πανεπιστημιακό εμπόριο της γνώσης  δεν είναι αντίθεση προς ένα νέο Πανεπιστήμιο, αλλά προς την αγοραία πλευρά του υπάρχοντος, αυτήν που εδώ και χρόνια προετοιμάζει θεσμικά η αντιμεταρρύθμιση. Η από διετίας συγκροτούμενη θεσμική τάξη με τους τέσσερις νόμους, για τη «δομή και τη λειτουργία» των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, για τις μεταπτυχιακές σπουδές,  για την έρευνα, και για τη «διασφάλιση της ποιότητας», η θεσμική αυτή τάξη είναι η μετά είκοσι έτη ολοκλήρωση της αντιμεταρρυθμιστικής νομοθεσίας. Και αν αυτή η ολοκλήρωση έχει ως στρατηγικό πλεονέκτημα το ότι, μετά είκοσι έτη, είναι πλέον «ώριμο φρούτο» για τα τοπικά ιστορικά δεδομένα, για τον ίδιο ακριβώς λόγο έχει ένα στρατηγικό μειονέκτημα: συμπίπτει με την εκπνοή της νεοφιλελεύθερης συνθήκης που τη γέννησε.    
             
Η τάξη των τεσσάρων νόμων  αναπτύσσεται σε δύο κατευθύνσεις.
             
Ι. Διαχωρισμός εκπαίδευσης / έρευνας. Διάσπαση της εκπαίδευσης σε κύκλους
             
Ας δούμε πρώτα το ευρωπαϊκό περιβάλλον. Με κέντρο την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά όχι μόνο σε αυτήν, η εκπαίδευση και η έρευνα διεξάγονται σε δύο εποπτευόμενους από τα σχετικά Υπουργεία χώρους: τον Ευρωπαϊκό Χώρο Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (Higher Education) και τον Ευρωπαϊκό Χώρο Έρευνας. Οι δύο χώροι είναι θεσμικά διακεκριμένοι. Στον χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αναπτύσσονται τρεις κύκλοι σπουδών: 1ος (πτυχιακός) Σπουδές που εξασφαλίζουν πρόσβαση στην αγορά επιστημονικής εργασίας. 2ος (μεταπτυχιακός) Σπουδές που παρέχουν επαγγελματικά δικαιώματα (όπως του γιατρού, του μηχανικού, του νομικού  κτλ). 3ος (διδακτορικός) Σπουδές που εξασφαλίζουν πρόσβαση στην έρευνα και την πανεπιστημιακή διδασκαλία. Τα Πανεπιστήμια διακρίνονται από τα άλλα ιδρύματα του Ευρωπαϊκού Χώρου της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (αποτελούν το ¼  των 4000 ιδρυμάτων του χώρου) κατά το ότι διαθέτουν και τους 3 κύκλους των σπουδών, «έχουν την πλήρη δύναμη απονομής διδακτορικών διπλωμάτων» κατά τη διατύπωση της  Ένωσης των Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων. Τα υπόλοιπα των τριτοβάθμιων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων περιορίζονται στους άλλους δύο ή στον πρώτο από αυτούς.
             
 Επανερχόμαστε στις τοπικές συνθήκες. Η τάξη των 4 νόμων υπηρετεί δύο στρατηγικούς στόχους: Την διάσπαση της βασικής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης σε δύο κύκλους (πτυχιακό, μεταπτυχιακό). Και την απόσπαση της πανεπιστημιακής έρευνας από την εκπαίδευση (ιδιωτικού χαρακτήρα ερευνητικά προγράμματα, ιδιωτικού δικαίου ερευνητικά ινστιτούτα στον πανεπιστημιακό χώρο κτλ). Διαδίδεται ότι οι στόχοι αυτοί είναι επιβεβλημένοι, ότι απαιτούνται για την προσαρμογή των ελληνικών πανεπιστημίων στο ευρωπαϊκό τους περιβάλλον. Ας δούμε την πραγματικότητα.
             
Η διάσπαση των βασικών σπουδών σε δύο κύκλους κάθε άλλο παρά αναγκαστική είναι στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο. Σύμφωνα με τις αποφάσεις της Ένωσης των Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων στην συνάντηση της Σαλαμάνκα το 2001, «ένα πανεπιστήμιο μπορεί να αποφασίσει να δομήσει ένα πρόγραμμα σπουδών ως 5-ετές ολοκληρωμένο (δηλαδή αδιάσπαστο) πρόγραμμα που οδηγεί κατ’ ευθείαν σε μεταπτυχιακού επιπέδου δίπλωμα». Αλλά στις ελληνικές συνθήκες η διάσπαση είναι χρήσιμη στον δραστικό περιορισμό της υποχρέωσης για δωρεάν εκπαίδευση του συνόλου των επιτυχόντων στις πανελλαδικές εξετάσεις. Η διάσπαση περιορίζει την υποχρέωση αυτή σε προκαταρκτικές γενικές σπουδές (πτυχιακές), καθιστώντας τις σπουδές επαγγελματικού επιπέδου (μεταπτυχιακές) αντικείμενο διαφορετικής νομοθετικής ρύθμισης.
             
Τα ανάλογα συμβαίνουν και με την απόσπαση της έρευνας από την εκπαίδευση, η οποία διεξάγεται στα προγράμματα διδακτορικών διατριβών, τα μεταπτυχιακά προγράμματα και τα ολοκληρωμένα (πτυχιακά-μεταπτυχιακά) προγράμματα. Είναι σαφείς οι δηλώσεις των Υπουργών Παιδείας στο Βερολίνο το 2003 για την «ανάγκη προώθησης στενότερων δεσμών ανάμεσα στον Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης και τον Χώρο Έρευνας στην Ευρώπη της Γνώση» και την «σπουδαιότητα της έρευνας ως αναπόσπαστο μέρος της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ευρώπη». Μένει να ερευνηθούν οι λόγοι της τοπικής αναίρεσης των κατευθύνσεων αυτών. Είναι ότι το αναπόσπαστο της έρευνας από την εκπαίδευση δεν αφορά γενικά σε κάθε ίδρυμα και κάθε χώρα, αλλά ορίζει την ηγετική ομάδα (ιδρυμάτων και χωρών); Υπάρχουν και άλλοι τοπικοί λόγοι;   
             
ΙΙ. Κρατικοποίηση και λειτουργική ιδιωτικοποίηση
             
Το ότι ο βασικός στόχος της αντιμεταρρύθμισης, στη γενική ευρωπαϊκή της εκδοχή, δεν ήταν η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων αλλά η κρατικοποίηση και η λειτουργική ιδιωτικοποίηση των αυτόνομων δημόσιων πανεπιστημίων, φαίνεται καθαρά στο βρετανικό παράδειγμα. Εκεί, στο κέντρο του ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού, δεν υπάρχουν ιδιωτικά ιδρύματα πανεπιστημιακού χαρακτήρα· υπάρχουν μόνο κρατικά που λειτουργούν με ιδιωτικά κριτήρια.
             
Η κρατικοποίηση των δημόσιων Πανεπιστήμιων, η κρατική επιτήρηση και  ο κυβερνητικός έλεγχος, είναι αναγκαίος όρος για την ανάπτυξη και τη ρύθμιση της ελεύθερης αγοράς στον ιδιαίτερο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης. Πριν περάσουμε λοιπόν στις μορφές της λειτουργικής ιδιωτικοποίησης των Πανεπιστήμιων θα πρέπει να αναφερθεί το οργανικό προς αυτήν σχήμα της κρατικοποίησης στο οποίο κατέληξε η εικοσάχρονη αντιμεταρρυθμιστική κίνηση. Μπορεί να συνοψιστεί σε τέσσερα σημεία. 

1.            Τετραετές πρόγραμμα ανάπτυξης της εκπαιδευτικής και ερευνητικής πανεπιστημιακής λειτουργίας, σε σύνδεση με οικονομικούς και κρατικούς φορείς, εξειδικευόμενο και εκτελούμενο σε ετήσια βάση στο πλαίσιο της αναπτυξιακής κυβερνητικής πολιτικής και υποβαλλόμενο προς έγκριση στο Υπουργείο.

2.         Αξιολόγηση της εφαρμογής του εγκεκριμένου προγράμματος από τη διορισμένη με απόφαση του Υπουργού «Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση» (ΑΔΙΠ). Συνάρτηση της κρατικής χρηματοδότησης από την ετήσια έγκριση του απολογισμού του προγράμματος  από το Υπουργείο, λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων της διαδικασίας αξιολόγησης. 

3.         Λειτουργία του Πανεπιστήμιου υπό τη διεύθυνση ενός εξωπανεπιστημιακού Διοικητή και με βάση έναν πρότυπο εσωτερικό κανονισμό καταρτισμένο από το Υπουργείο.

4.         Αντιστροφή του περιεχομένου του Ασύλου. Το απαραβίαστο του πανεπιστημιακού χώρου από την δημόσια δύναμη (εφόσον δεν διαπράττονται αυτόφωρα κακουργήματα ή αυτόφωρα εγκλήματα κατά της ζωής) είναι η θεμελιώδης εγγύηση της αυτονομίας του δημόσιου πανεπιστήμιου. Το άσυλο αντιστρέφεται όταν το προστατευόμενο αγαθό δεν είναι η ελευθερία της δημόσιας διακίνησης των ιδεών του καθενός αλλά η ελευθερία της ιδιωτικής διεξαγωγής της εργασίας των πανεπιστημιακών. Η αντιστροφή ισοδυναμεί με την ποινικοποίηση της ελεύθερης πανεπιστημιακής ζωής και της συλλογικής δράσης για την υπεράσπισή της.    
             
Η λειτουργική ιδιωτικοποίηση των Πανεπιστημίων, στο παραπάνω κρατικό πλαίσιο, θεμελιώνεται στην εμπορευματοποίηση της επιστήμης και τη συσχετισμένη  συγκρότηση πανεπιστημιακών εταιρειών.
             
Τα επιστημονικά εμπορεύματα 
             
Η επιστημονική ικανότητα (ο όρος καλύπτει κατ’ οικονομία την επιστήμη, την τεχνολογία και την τέχνη) και τα προϊόντα της, επιστημονικές εργασίες και υπηρεσίες, εκπαιδευτικές και ερευνητικές, δεν είναι τα μόνα εμπορεύματα στην πανεπιστημιακή αγορά. Αυτά είναι τα θεμελιώδη επιστημονικά εμπορεύματα, η ύπαρξη των οποίων είναι καταστατικός όρος ένταξης της επιστήμης στην αγορά. Αλλά εμπορεύματα στο σύγχρονο Πανεπιστήμιο μπορεί να είναι, επίσης, και οι τοποθετήσεις και οι ψήφοι στα συλλογικά όργανα και τα εκλεκτορικά σώματα, καθώς και οι διοικητικές ενέργειες από τις οποίες εξαρτώνται κατά σειρά: η σύνταξη, η εφαρμογή  και η αποτίμηση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, η διάκρισή τους σε πτυχιακά και μεταπτυχιακά, η έγκριση και χρηματοδότηση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων, η επιλογή των μεταπτυχιακών διδασκόντων και φοιτητών και, τέλος, η έγκριση, χρηματοδότηση και διεξαγωγή των ερευνητικών  προγραμμάτων. Όλα τα παραπάνω  δεν είναι –όταν είναι– εμπορεύματα με μια μεταφορική έννοια του όρου, αλλά κατά κυριολεξία: έχουν εκπραγματιστεί και, ως πράγματα, έχουν μια αξία χρήσης και μια ανταλλακτική αξία.
             
Υπάρχει, όμως, μια σημαντική διαφορά ως προς το είδος της ανταλλακτικής αξίας ανάμεσα στα γενικά επιστημονικά εμπορεύματα της πρώτης κατηγορίας, την επιστημονική ικανότητα και τα προϊόντα της, και τα ιδιαίτερα πανεπιστημιακά εμπορεύματα της δεύτερης κατηγορίας: τις τοποθετήσεις, τις ψήφους και τις διοικητικές ενέργειες. Τα πρώτα ανταλλάσσονται με οικονομικό χρήμα, είναι πηγές ατομικού πλούτου ορισμένου ύψους∙ τα δεύτερα ανταλλάσσονται με κοινωνικό χρήμα, είναι πηγές κοινωνικού ελέγχου ορισμένης ισχύος.
             
Οι δύο μορφές του χρήματος, η οικονομική και η κοινωνική,  ατομικός πλούτος και κοινωνικός έλεγχος, δεν είναι βεβαίως ασύνδετες. Υπάρχουν κυμαινόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες, που μετατρέπουν την μία μορφή στην άλλη. Άλλες από τις ισοτιμίες υπόκεινται στην κανονικότητα των πανεπιστημιακών εμπορευματικών σχέσεων, όπως: θετική εισήγηση σε ελεγχόμενο εκλεκτορικό σώμα = διορισμός του υποψήφιου = βασικό εισόδημα που αναλογεί στον διορισμένο. Ενώ άλλες συνιστούν την παθολογία των σχέσεων αυτών, όπως: θετική εισήγηση σε ελεγχόμενο εκλεκτορικό σώμα = προσφορά στον εισηγητή δωρεάν βοηθητικών διδακτικών-ερευνητικών υπηρεσιών = πρόσθετο εισόδημα που αναλογεί στον εισηγητή. 
             
Οι Πανεπιστημιακές Εταιρείες
             
Στην πανεπιστημιακή αγορά σχηματίζονται εταιρείες παραγωγής και διάθεσης των πανεπιστημιακών εμπορευμάτων: της ολότητας των με οικονομικό και κοινωνικό χρήμα ανταλλαγμάτων. Οι Πανεπιστημιακές Εταιρείες είναι κοινωνικοί σχηματισμοί επιστημονικού κεφαλαίου, δηλαδή σχέσεων εξουσίας στον επιστημονικό χώρο, που πραγματώνονται μέσω του κοινωνικού και οικονομικού χρήματος (το κεφάλαιο εν γένει είναι σχέση, όχι πράγμα). Οι πανεπιστημιακές εταιρείες είναι άτυπα συστήματα ανοιχτών σχέσεων. Άτυπα συστήματα: δεν έχουν σταθερή οργανωτική μορφή, δεν διαθέτουν όργανα διαμόρφωσης, λήψης και εκτέλεσης αποφάσεων. Ανοιχτών σχέσεων: δεν έχουν μέλη, δεν έχουν διαδικασίες εισόδου και εξόδου των συσχετιζόμενων στις σχέσεις. Η κατεύθυνση και η ενότητα της εταιρικής δράσης διασφαλίζεται από έναν ολιγομελή διευθυντικό πυρήνα, ένα «διευθυντήριο»: μία προσωποπαγή ομάδα στην κορυφή της καθηγητικής ιεραρχίας.  
             
Το καταστατικό κεφάλαιο των πανεπιστημιακών εταιρειών είναι κοινωνικό. Οι Πανεπιστημιακές Εταιρείες δεν είναι εταιρείες συσσώρευσης ατομικού πλούτου, αλλά συγκέντρωσης και διαχείρισης κοινωνικού ελέγχου.  Ο πλούτος έπεται. Το απαιτούμενο οικονομικό κεφάλαιο για την συγκρότηση και λειτουργία των Πανεπιστημιακών  Εταιρειών είναι συμπληρωματικό του κοινωνικού, είναι οργανικό στη δυνατότητα και την άσκηση του κοινωνικού ελέγχου. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι Πανεπιστημιακές Εταιρείες δεν έχουν ως αποτέλεσμα και, άρα, ως λειτουργικό σκοπό την συγκέντρωση οικονομικού κεφαλαίου. Το αντίθετο μάλιστα συμβαίνει και, ιδιαίτερα, όταν το δημιουργούμενο οικονομικό χρήμα επενδύεται σε εξοπλισμούς και προσωπικό (διοικητικό, τεχνικό και επιστημονικό) Ιδιωτικών Επιστημονικών Επιχειρήσεων που ανήκουν στους μετόχων των Πανεπιστημιακών Εταιρειών. Πρόκειται για τις ερευνητικές επιχειρήσεις οι οποίες, σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες μεταπτυχιακές εκπαιδευτικές επιχειρήσεις, αναπτύσσονται στο πλαίσιο της νομιμοποιούμενης σήμερα λειτουργικής ιδιωτικοποίησης του Πανεπιστήμιου.
            
 Οι Πανεπιστημιακές Εταιρείες συνδέονται με δύο ομόλογους εξωπανεπιστημιακούς  σχηματισμούς: τις Πολιτικές Εταιρείες, που διαχειρίζονται το πολιτικό κεφάλαιο συγκροτώντας ανταγωνιζόμενα για την κατοχή της πολιτειακής εξουσίας τραστ             (τους κληρονόμους των «κομμάτων εξουσίας»)∙ και τις Οικονομικές Εταιρείες, τους κυρίαρχους σχηματισμούς στον σύγχρονο καθολικά εμπορευματοποιημένο κοινωνικό χώρο.

ΤΟ ΑΥΤΟΝΟΜΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Η αυτονομία του Πανεπιστήμιου.
            
 Η αυτονομία δεν είναι μια ιδιότητα του Πανεπιστήμιου, αλλά μία σχέση, η ουσιώδης σχέση, αυτή που το ορίζει ως Πανεπιστήμιο: είναι η σχέση του Πανεπιστήμιου με τους φορείς της πολιτειακής και της οικονομικής εξουσίας, που πραγματώνεται με την ελευθερία της γνώσης και τον έλεγχο της εξουσίας από τη γνώση. Από τη σχέση αυτή απορρέει ο δημόσιος χαρακτήρας του Πανεπιστήμιου.
             
Το Πανεπιστήμιο ως αυτόνομη αρχή με δημόσιο χαρακτήρα είναι συντακτικό στοιχείο της σύγχρονης δημοκρατίας. Όρος της δημοκρατικής πολιτείας είναι η ηθική και πνευματική ανεξαρτησία της γνώσης από την πολιτειακή εξουσία: η γνώση δεν υποτάσσεται στους νόμους του κράτους, τις αποφάσεις των δικαστηρίων και τις κυβερνητικές εντολές. Και, κατά μείζονα λόγο, δημοκρατικός όρος είναι η ανεξαρτησία της γνώσης από την οικονομική εξουσία: η γνώση δεν υποτάσσεται στην ιδιωτική επιχειρηματική βούληση. Η ανεξαρτησία της γνώσης από τις πολιτειακές αρχές δεν είναι δημοκρατική, είναι αντιθέτως ανεξέλεγκτα αυταρχική, εάν οδηγεί στην υποταγή της στην οικονομική  δύναμη. Αυτός, ακριβώς, ο ανεξέλεγκτος αυταρχισμός διέπει την επιδιωκόμενη ρήξη του υπάρχοντος συνταγματικού δεσμού  ανάμεσα στην «πλήρη αυτοδιοίκηση» και το «δικαίωμα» της κρατικής χρηματοδότησης. 
             
Αλλά η ηθική και πνευματική ανεξαρτησία της γνώσης από την εξουσία δεν συνεπάγεται την απόσπαση της εξουσίας από τα αντικείμενα της γνώσης. Η ελευθερία της γνώσης ολοκληρώνεται ως έλεγχος της εξουσίας από τη γνώση. Και ο έλεγχος αυτός είναι καταστατικός στη δημοκρατία. Ο εσωτερικός έλεγχος της πολιτειακής εξουσίας, μέσω της διάκρισης των τριών λειτουργιών της, συμπληρώνεται με τον εξωτερικό έλεγχο της εξουσίας από τη γνώση. 
           
Aκαδημαϊκό Πανεπιστήμιο
             
Η ελευθερία της γνώσης, στη σύγχρονη ιστορική της μορφή, αρχίζει ως ακαδημαϊκή ελευθερία. Ακαδημαϊκή, με το ιστορικό νόημα του όρου, είναι  η ελευθερία της γνώσης που αντιστοιχεί στο παραδοσιακό φιλελεύθερο Πανεπιστήμιο, όπως αναπτύχθηκε στην Αγγλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία και διατυπώθηκε από τον Humboldt στις αρχές του 19ου αιώνα. Είναι η ελευθερία της «αμιγώς επιστημονικής», της μη-επαγγελματικής γνώσης, η ελευθερία της «καθαρής αλήθειας» κατά την ιδεολογική της εκδοχή. Ακαδημαϊκή είναι η «απόλυτη» ελευθερία της γνώσης,  που απορρέει από την ιδεολογική αποδέσμευση της γνώσης από κάθε κοινωνική ανάγκη. Στη βάση της ελευθερίας αυτής η αυτονομία αναγνωρίζεται στο Πανεπιστήμιο ως ακαδημαϊκό χώρο (εξ ου και η συνήθης ταύτιση των όρων). Το δημόσιο Πανεπιστήμιο στην ιστορική του αρχή ως τόπος ελευθερίας της γνώσης  είναι ακαδημαϊκό Πανεπιστήμιο.
             
Κοινωνικό Πανεπιστήμιο
            
 Αλλά η  ακαδημαϊκή ελευθερία δεν είναι ασύμβατη μόνο με το Πανεπιστήμιο της  οικονομικής ανάγκης, που επιβάλλει η νεοφιλελεύθερη αντιμεταρρύθμιση. Είναι ασύμβατη και με το κατ’ αντίθεση προς αυτό αναπτυσσόμενο σήμερα πανεπιστήμιο της κοινωνικής ευθύνης, που έχει την αρχή του στην κοινωνική μεταρρύθμιση. Η ελευθερία της γνώσης στο μη-υπαγόμενο στην οικονομική-κρατική βούληση δημόσιο πανεπιστήμιο δεν είναι ακαδημαϊκή, είναι κοινωνικά δεσμευμένη. Το τέλος της ακαδημαϊκής ελευθερίας είναι οριστικό. Η κοινωνικά δεσμευμένη ελευθερία της γνώσης δεν είναι η απόλυτη ακαδημαϊκή ελευθερία, είναι η σχετική προς την ελευθερία του προσώπου ελευθερία της μόρφωσης. Το δημόσιο πανεπιστήμιο σήμερα, ως τόπος ελευθερίας της μόρφωσης, είναι κοινωνικό Πανεπιστήμιο
             
Θέσεις για το Αυτόνομο Δημόσιο  Πανεπιστήμιο
             
Η διαλεκτική: ακαδημαϊκή ελευθερία – υπαγωγή της γνώσης στην οικονομική-πολιτειακή βούληση – ελευθερία της μόρφωσης, μας οδήγησε στο Αυτόνομο Δημόσιο Πανεπιστήμιο ως κοινωνικό και όχι ακαδημαϊκό Πανεπιστήμιο. Μένει να δούμε τον χαρακτήρα του, όπως αναδύθηκε από την κοινωνική δυναμική που το αξιώνει. Μπορούμε να καταχωρίσουμε τα στοιχεία του σε τρεις θέσεις.       
             
Ι. Αυτονομία του Πανεπιστήμιου
             
Η θεμελιώδης θέση, από όπου απορρέει ο δημόσιος χαρακτήρας του σύγχρονου κοινωνικού Πανεπιστήμιου. Συνοψίζοντας όσα εκτέθηκαν παραπάνω, η αυτονομία του Πανεπιστήμιου έχει την ακόλουθη θεσμική μορφή:

1.         Ανεξαρτησία από την πολιτική και την οικονομική εξουσία.
Τους κανονιστικούς, διοικητικούς και οικονομικούς όρους της ανεξαρτησίας αυτής εξασφαλίζουν οι πολιτειακές και οι πανεπιστημιακές αρχές, σε ό,τι αναλογεί στην κάθε μια.  
            α.         Οι πολιτειακές αρχές εξασφαλίζουν τον δημόσιο χαρακτήρα, την πλήρη αυτοδιοίκηση και την επαρκή κρατική χρηματοδότηση των Πανεπιστημίων (νομοθετική και διοικητική εφαρμογή του αρ.16 του Συντάγματος) και το απαραβίαστο του πανεπιστημιακού χώρου (Νόμος για το άσυλο)
            β.         Στο πλαίσιο των παραπάνω, οι πανεπιστημιακές αρχές εξασφαλίζουν τους όρους  ανεξαρτησίας της διδασκαλίας και της έρευνας.

2.         Αδιαίρετο διδασκαλίας και έρευνας.
Οι δύο όψεις της πανεπιστημιακής λειτουργίας δεν συνυπάρχουν απλά στον ίδιο χώρο, συνδέονται. Η πανεπιστημιακή αυτονομία θεμελιώνεται στην ενότητά τους. Στην κατεύθυνση αυτή, οι πανεπιστημιακές αρχές διασφαλίζουν τα ακόλουθα:
            α.         Διάκριση της έρευνας, που αποτελεί λειτουργία του δημόσιου Πανεπιστήμιου, από την παροχή επιστημονικών υπηρεσιών (μελέτες, γνωμοδοτήσεις εργαστηριακές αναλύσεις κτλ), οι οποίες, αν δεν αποτελούν ξένη προς το δημόσιο Πανεπιστήμιο ιδιωτική εργασία, πρέπει να εξετάζονται από τα συλλογικά πανεπιστημιακά όργανα ως προς την συμβολή τους στην διδακτική και ερευνητική πανεπιστημιακή λειτουργία.


            β.         Διάκριση της βασικής από την εφαρμοσμένη έρευνα και σύνδεση της βασικής έρευνας με την διδασκαλία σε όλο το φάσμα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Χρήση πανεπιστημιακών πόρων για την ισόρροπη ανάπτυξη της βασικής έρευνας σε όλο το γνωστικό φάσμα. 
             
ΙΙ. Ισοτιμία των Πανεπιστημιακών
             
Η ελευθερία της μόρφωσης είναι είτε καθολική στην πανεπιστημιακή κοινότητα είτε δεν υπάρχει. Οι πανεπιστημιακές σπουδές είναι σπουδές στην έρευνα. Στην ανώτατη βαθμίδα της, η αναπαραγωγή της γνώσης είναι αδιάκριτη από την παραγωγή της. Η ελευθερία της μόρφωσης, ως περιεχόμενο της πανεπιστημιακής αυτονομίας, ορίζεται από την τριπλή ελευθερία: της διδασκαλίας, της έρευνας και των σπουδών.   

1.         Ελευθερία της διδασκαλίας και της έρευνας. Ισοτιμία των διδασκόντων
Κατάλοιπο της ακαδημαϊκής ποιμαντικής ιεραρχίας (διάκονος της διδασκαλίας, πρεσβύτερος διδάσκων, επίσκοπος της διδασκαλίας) οι  τρεις βαθμίδες της πανεπιστημιακής ιεραρχίας δεν έχουν σήμερα άλλο περιεχόμενο εκτός από την οργάνωση των πανεπιστημιακών εταιρειών (συγκρότηση διευθυντικών πυρήνων) και τον συναφή έλεγχο της πανεπιστημιακής διοίκησης (διεύθυνση Τομέα, Τμήματος, Σχολής, Πανεπιστήμιου). Αλλά η καθοιονδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε λόγο επιβίωση της πανεπιστημιακής ιεραρχίας δεν μπορεί σήμερα να συνεπάγεται φραγμούς στην άσκηση της  ελευθερίας της διδασκαλίας και της έρευνας.  Και αυτό απαιτεί θεσμικές και διοικητικές εγγυήσεις.
            α.         Θεσμικές εγγυήσεις: Αναχαίτιση της επιχειρηματικής αναβίωσης της έδρας (μόνιμος καθηγητής στο κέντρο ενός κύκλου εξαρτημένων από αυτόν προσωρινών βοηθών έρευνας-διδασκαλίας). Εκλογή από τα συλλογικά όργανα και μονιμότητα έπειτα από περιορισμένη δοκιμαστική θητεία, όλου του επιστημονικού προσωπικού ανεξάρτητα από την θέση του στην ιεραρχία. 
            β.         Διοικητικές εγγυήσεις. Οι πανεπιστημιακές αρχές διασφαλίζουν την ελευθερία της διδασκαλίας και της έρευνας σε όλα μέλη του επιστημονικού προσωπικού, χωρίς διάκριση ιεραρχικής βαθμίδας. Στην περίπτωση της συνδιδασκαλίας, και εφόσον αυτό απαιτείται, ο συντονισμός ασκείται κατά τον τρόπο που ορίζει η ομάδα των διδασκόντων. Το ανάλογο ισχύει στην περίπτωση των ερευνητικών ομάδων.  

2.         Ελευθερία των σπουδών. Ισοτιμία διδασκόντων-διδασκομένων.
Είδαμε τη διαφορά ανάμεσα στο κοινωνικό και το ακαδημαϊκό δημόσιο Πανεπιστήμιο ως διαφορά περιεχομένου στην ελευθερία της γνώσης: ελευθερία της μόρφωσης έναντι ακαδημαϊκής ελευθερίας. Αλλά η διαφορά ως προς το περιεχόμενο της ελευθερίας συγκροτεί, θεμελιούμενη αναδραστικά σε αυτήν, μια διαφορά ως προς το υποκείμενό της. Η ακαδημαϊκή ελευθερία, σύμφωνα με το πνεύμα της ως ελευθερία αναζήτησης της «καθαρής αλήθειας», είναι ελευθερία των διδασκόντων ως φορέων της αλήθειας αυτής. Οι διδασκόμενοι είναι αποδέκτες της, υπό τον όρο της εγκυρότητάς της, ελεγχόμενης από την ιεραρχία των διδασκόντων. Αντιθέτως, η ελευθερία της μόρφωσης, σύμφωνα με το δικό της πνεύμα ως ελευθερία συγκρότησης ελεύθερων προσώπων, είναι η κοινή ελευθερία διδασκόντων–διδασκομένων, είναι ο αμοιβαίος σεβασμός των δύο ελευθεριών. Αδιαίρετη με την έρευνα δεν είναι τώρα η διδασκαλία αποκλειστικά, αλλά η  μόρφωση ως διαλεκτική ενότητα διδασκαλίας–σπουδών, ελεγχόμενη από την κοινότητα διδασκόντων–διδασκομένων.       
            Αλλά υπάρχουν δύο όρια στην ισοτιμία διδασκόντων–διδασκομένων.
            α.         Το σχολείο: Στις σημερινές συνθήκες, η ισοτιμία των δύο συντελεστών της μόρφωσης προϋποθέτει μια τομή στη φοιτητική ζωή ανατρεπτική του μαθητικού παρελθόντος. «Το Πανεπιστήμιο δεν είναι Σχολείο» θα είναι το σύνθημα, έως ότου το Σχολείο αποκτήσει –και αυτό– τον χαρακτήρα που πρέπει να έχει ως τόπος μόρφωσης ελεύθερων προσώπων.
            β.         Οι εξετάσεις: Σε όλη τη νεότερη ιστορία της, η εκπαιδευτική πειθαρχία, σχολική και πανεπιστημιακή, στηρίζεται σε τρεις όρους: Την επιτήρηση, τις κανονιστικές κυρώσεις και τις εξετάσεις. Ο τρίτος όρος συνθέτει τους άλλους δύο, δημιουργώντας ένα φάσμα εξεταστικών τρόπων, που κυμαίνεται από το εντός της ελευθερίας της μόρφωσης όριο της πιστοποίησης των ικανοτήτων, έως το εκτός της ελευθερίας της μόρφωσης όριο της εξουσιαστικής πειθάρχησης (όπου κινείται και η διαβόητη απώλεια της φοιτητικής ιδιότητας). 
             
ΙΙΙ. Πανεπιστημιακή Δημοκρατία
             
Η θεσμική τάξη του σημερινού Πανεπιστήμιου αναπτύσσεται, όπως είδαμε, σε δύο κατευθύνσεις: Διαχωρισμός εκπαίδευσης / έρευνας, διάσπαση της εκπαίδευσης σε κύκλους. Κρατικοποίηση του δημόσιου Πανεπιστήμιου και ιδιωτικοποίηση των εκπαιδευτικών και ερευνητικών του λειτουργιών. Διττό, αντίστοιχα, είναι το ζήτημα της πανεπιστημιακής δημοκρατίας: Διοικητική πραγμάτωση της αυτονομίας («αποκρατικοποίηση» και  «αποϊδιωτικοποίηση» του δημόσιου Πανεπιστήμιου).   Σύνθεση στα συλλογικά όργανα των κύκλων της εκπαίδευσης και της εκπαίδευσης με την έρευνα.

1.         Όλη η διοίκηση στα συλλογικά όργανα
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η δημοκρατική απαίτηση είναι διττή: διοικητική πραγμάτωση της αυτονομίας και διοικητική σύνθεση εκπαίδευσης–έρευνας. Η πραγμάτωση της αυτονομίας έχει μια θετική όψη: τα συλλογικά όργανα αναλαμβάνουν την πλήρη ευθύνη των προγραμμάτων της  πανεπιστημιακής λειτουργίας, οι προγραμματική ευθύνη δεν εκχωρείται σε άτομα ή ομάδες. Αλλά έχει και μια αρνητική όψη: αντίθεση σε κάθε πράξη υπέρβασης του έλεγχου νομιμότητας των πανεπιστημιακών πράξεων σε έλεγχο σκοπιμότητας, από την εποπτεύουσα πολιτειακή αρχή. Η διοικητική σύνθεση εκπαίδευσης–έρευνας αναφέρεται στην ανάληψη της ευθύνης για τα ερευνητικά προγράμματα από τα συλλογικά όργανα, ως προϋπόθεση της σύνδεσης των ερευνητικών προγραμμάτων με τα εκπαιδευτικά.
             
Ουσιώδης στη δημοκρατική πανεπιστημιακή διοίκηση είναι η διάκριση ανάμεσα στον ατομικό χαρακτήρα της ελευθερίας στην έρευνα, τη διδασκαλία και τις σπουδές,  (που απορρέει από τον χαρακτήρα της ελευθερίας της μόρφωσης ως ελευθερίας συγκρότησης ελεύθερων προσώπων) και τον συλλογικό χαρακτήρα της ελευθερίας σύνδεσης των προηγούμενων ατομικών ελευθεριών στα εκπαιδευτικά και ερευνητικά προγράμματα (που αποτρέπει την τροπή της ατομικής ελευθερίας σε αυταρχισμό).

2.         Διαφάνεια της οικονομικής διαχείρισης
Ο οικονομικός έλεγχος του συνόλου της εκπαιδευτικής και της ερευνητικής δραστηριότητας πρέπει να ασκείται από τα συλλογικά όργανα. 

ΑΡΧΙΖΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ
           
Τίποτε δεν είναι δεδομένο σήμερα εκτός από την αρχή της αυτονομίας του δημόσιου Πανεπιστήμιου και την κοινωνική δυναμική που  την αξιώνει. Αρχίζουμε, λοιπόν, από την αρχή. Σε ότι αφορά τους νόμους: Αρχίζουμε με την άρνηση κάθε νομικής διάταξης που αντιστρατεύεται την ελευθερία της γνώσης μέσω της κρατικοποίησης και της λειτουργικής ιδιωτικοποίησης του δημόσιου Πανεπιστήμιου. Και συνεχίζουμε με προτάσεις διατάξεων που υποστηρίζουν την ηθική και πνευματική ανεξαρτησία του δημόσιου Πανεπιστήμιου από την κρατική και οικονομική εξουσία. Αλλά η κρίσιμη μάχη δεν θα δοθεί στους νόμους. Οι νόμοι θεσμοθετούν την πανεπιστημιακή ζωή και το ζητούμενο σήμερα είναι αυτή η ίδια η πανεπιστημιακή ζωή: οι πανεπιστημιακές σχέσεις και το περιεχόμενό τους. Και γνωρίζουμε ότι κανένας νομικός κανόνας δεν μπορεί στις σημερινές πολιτειακές συνθήκες να διασφαλίσει την ελευθερία της μόρφωσης ως αρχή συγκρότησης των πανεπιστημιακών σχέσεων και κατεύθυνσης των εκπαιδευτικών και ερευνητικών τους περιεχομένων. Το μέγιστο που μπορούν να διασφαλίσουν οι νόμοι σήμερα είναι η απαγόρευση των όρων κατάργησης της ελευθερίας της γνώσης. Αυτήν ακριβώς την αναγκαία για την άσκηση της ελευθερίας απαγόρευση διασφαλίζουν οι υπό αναθεώρηση διατάξεις του άρθρο 16 του Συντάγματος και οι αναθεωρούμενες σήμερα μεταρρυθμιστικές διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.
             
Όπως έχει ειπωθεί «Χωρίς αμφιβολία, πρέπει να υπάρχουν κανόνες. Αλλά ο θεμελιώδης κανόνας είναι τούτος: να είσαι ικανός να ανατρέπεις τον κανόνα όταν είναι ανάγκη». Υπάρχει ηθική αμφιβολία ότι η ανάγκη της ελευθερίας της γνώσης απαιτεί από τους πανεπιστημιακούς σπουδαστές και δάσκαλους την ανατροπή του νομικού κανόνα υπαγωγής της γνώσης στην κυβερνητική και επιχειρηματική βούληση; Και υπάρχει λογική αμφιβολία ότι η ανατροπή του νομικού κανόνα κατάργησης της ελευθερίας της γνώσης δεν έχει, κατά τη φύση της ελευθερίας αυτής, το δικαίωμα να περιμένει την νομιμοποίησή της από την κυβερνητική βούληση;

 Δημήτρης Κωτσάκης, Α.Π.Θ
Μάρτιος 2007

ΠΗΓΗ : esdep.web.auth.gr/Kotsakis_2007-03.doc

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011

3 Σεπτέμβρη όλοι στις πλατείες!



Ανακοίνωση Λ. Σ. Πλατείας Συντάγματος, 31/08/2011
 


  
Στις 3 Σεπτέμβρη: Είμαστε Παντού - Κατακλύζουμε το Σύνταγμα

Οι πλατείες είμαστε εμείς και είμαστε παντού. Είμαστε όλοι και όλες. Ξεκινήσαμε αγανακτισμένοι, συνεχίζουμε να είμαστε αποφασισμένοι και σε λίγο θα είμαστε μαζικά εξεγερμένοι. Μέχρι να φύγουν αυτοί που μας οδήγησαν εδώ. Μέχρι να διώξουμε τις κυβερνήσεις και το σύστημα των αγορών και των τραπεζιτών.

Όλοι συμφωνούμε ότι δεν θέλουμε στο κίνημά μας αντιπροσώπους, διότι εξορισμού αλλά και ειδικά σε αυτές τις πολιτειακές δομές και το οικονομικό σύστημα θα διαφθείρονται, θα αποκόπτονται από το λαό, θα τον προδίδουν. Θέλουμε να αποφασίζουμε συλλογικά, εμείς για εμάς. Επιδιώκουμε να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας. Η 3η Σεπτέμβρη είναι μια ημερομηνία, που μπορούμε να οικειοποιηθούμε αποδίδοντας της το πραγματικό νόημα, αυτό των λαϊκών αναγκών, διαχρονικά.

Για εμάς η 3η Σεπτεμβρη είναι μια ημερομηνία ορόσημο. Είναι η ημέρα, που μας θυμίζει την ματαίωση των πόθων του λαού για δημοκρατία, ελευθερία και αξιοπρέπεια. Που μας θυμίζει τα ψέματα και τον εμπαιγμό των εκάστοτε κυβερνώντων.

Δεν έχουμε καμία αυταπάτη: αντιλαμβανόμαστε ότι δεν θα αποκτήσουμε άμεση δημοκρατία και λαϊκή κυριαρχία χωρίς την ανατροπή της κυβέρνησης, της τρόικα και του συνόλου του πολιτειακού και οικονομικού συστήματος.

Καλούμε όλους τους πολίτες σε μια μεγάλη συγκέντρωση και συνέλευση στην πλατεία Συντάγματος και σε όλες τις πλατείες της χώρας, το Σάββατο 3 Σεπτέμβρη στις 7μμ.

Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία
Ισότητα-δικαιοσύνη-αξιοπρέπεια
Οι πλατείες είμαστε εμείς και είμαστε παντού

ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

Το Ελληνικό Ηφαίστειο ( Ένα Άρθρο του Κώστα Δουζίνα, δημοσιευμένο στις 23/12/2010 )



                                                              Kostas Douzinas

Αναδημοσίευση από το blog  OMADEON

(Πρώτη δημοσίευση 23/12/2010)


Το ελληνικό ηφαίστειο


του Κώστα Δουζίνα (Αντιπρύτανη του Birkbeck College, Πανεπιστήμιο Λονδίνου, Διευθυντή του Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών Σπουδών)

Το καλοκαίρι του 1918, ο ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης συνάντησε το μεγάλο Άγγλο συγγραφέα Ε. Μ. Φόρστερ στην Αλεξάνδρεια και έτσι ξεκίνησε μια μεγάλη φιλία. “Εσείς οι Άγγλοι δεν μπορείτε να καταλάβετε τους Έλληνες”, του λέει ο Καβάφης. “Εμείς χρεοκοπήσαμε εδώ και καιρό. Να προσεύχεστε εσείς οι Άγγλοι, με την τάση σας για περιπέτειες, να μην χάσετε το κεφάλαιό σας γιατί τότε θα γίνετε σαν κι εμάς, ανήσυχοι, ανήμποροι και ψεύτες”. Σχολιάζοντας αυτό το μυστηριώδες κείμενο, ο Giorgio Agamben γράφει το 1993 “το μόνο σίγουρο είναι ότι από τότε όλοι οι λαοί της Ευρώπης και πιθανόν όλου του κόσμου έχουν πτωχεύσει”. Εμείς οι Έλληνες και πιθανόν όλοι οι Ευρωπαίοι έχουμε χρεοκοπήσει: πολιτικά, πολιτισμικά και ψυχικά. Πολιτικά πρώτα.

H Ελλάδα προσφέρει σήμερα την καλύτερη εικόνα του ευρωπαϊκού μέλλοντος. Ότι η Ελλάδα επιλέχθηκε ως πειραματόζωο για το νέο τρόπο οικονομικής διακυβέρνησης, θεωρείται γενικά γνωστό. Αυτό που έχει αναλυθεί λιγότερο, είναι το είδος πολιτικής που εισάγεται χωρίς καμία συζήτηση. Οι εκλογές για την τοπική αυτοδιοίκηση, οι δημοσκοπήσεις και οι κομματικές αντιδικίες δίνουν την εντύπωση ότι η πολιτική ζωή συνεχίζεται όπως πάντα. Τα μέτρα όμως που παίρνονται εισάγουν την πλέον επιθετική παραλλαγή της γεωπολιτικής (που ορίζεται ως άσκηση εξουσίας στο ατομικό και κοινωνικό σώμα, εξουσίας που στοχοποιεί τη ζωή) στην Ευρώπη. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πρόσφατη ηφαιστειακή έκρηξη στην Ισλανδία, μια χώρα που έχει υποφέρει τα πάνδεινα από την παράλογη απληστία και ανηθικότητα των τραπεζιτών, είναι η πιο αρμόζουσα αλληγορία για την εξελισσόμενη ελληνική τραγωδία. Αλλά η κρίση έχει συζητηθεί κυρίως με υλικούς και οικονομικούς όρους και δευτερευόντως μόνο σε σχέση με τον πολιτικό χαρακτήρα και τις επιπτώσεις της. Η κυβέρνηση, τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης και οι αυτάρεσκοι «ειδικοί» παρουσιάζουν τα γεγονότα και το μνημόνιο σαν θεϊκή πράξη, μια φυσική καταστροφή που δεν μπορούσε να προβλεφθεί ή να αποφευχθεί. Αν η Ελλάδα είναι σαν τον Τιτανικό, οι «αγορές» είναι το ανελέητο παγόβουνο και οι απαιτήσεις της Ευρωπαïκής Ένωσης και του ΔΝΤ μια ξαφνική ηφαιστειακή έκρηξη. Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αυτή την «ηθοποίηση» (naturalization) της οικονομίας, «φετιχισμό των καταστροφών», κάτι σαν τον φετιχισμό του εμπορεύματος κατά Μαρξ. Πολιτικές αποφάσεις που παίρνονται στις Βρυξέλλες και τη Νέα Υόρκη και εφαρμόζονται πιστά στην Αθήνα, στρατηγικές επιλογές των χρηματιστών, πρωτόγνωρες επιβολές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΔΝΤ παρουσιάζονται ως αναπόφευκτες, αναπόδραστες, σχεδόν μη ανθρώπινες παρεμβάσεις. Η μόνη απάντηση των πολιτικών και οικονομικών ελίτ μπροστά σε τέτοια «ανωτέρα βία» είναι να εφαρμόσουν διαδικασίες πολιτικής άμυνας έτσι ώστε να περιορίσουν τις απώλειες και τις ζημιές.

Αν η οικονομική κρίση είναι μια φυσική καταστροφή, τότε η πολιτική δεν πρέπει να ανακατεύεται στην αντιμετώπιση της, με τον ίδιο τρόπο που δεν πρέπει να αναμειγνύεται στην ανθρωπιστική βοήθεια σε περιπτώσεις σεισμού. Ένας υπουργός μας (σημ. ο Ευάγγελος Βενιζέλος) είπε ότι «χρειαζόμαστε στρατιωτική πειθαρχία» στην αποδοχή των μέτρων. Τα τηλεοπτικά νέα, με επικεφαλής έναν από τους γνωστότερους τηλεοπτικούς σταθμούς, επαναλαμβάνουν ανιαρά: «Η οικονομία φταίει, βρε βλάκα»! Σχεδιαγράμματα με την άνοδο των «σπρέντς» κυριαρχούσαν στις οθόνες με τον ίδιο τρόπο που θα παρουσιαζόταν η εξάπλωση της ηφαιστειακής στάχτης η την αύξηση της θερμοκρασίας σε περίοδο ξηρασίας. «Ποια είναι η εναλλακτική πρόταση;» ρωτούν ρητορικά οι παντογνώστες δημοσιογράφοι και οι υπόλογοι πολιτικοί, θέτοντας έτσι τέλος στην πολιτική συζήτηση και παρέμβαση για να επιστρέψoυν στην «επιστημονική» ανατομή της φυσικής οικονομικής καταστροφής. Ας δούμε όμως την πολιτική πλευρά της κρίσης.

Μια μικρή παρένθεση πολιτικής φιλοσοφίας

Η πολιτική λειτουργεί πάνω σε δύο άξονες και μορφές εξουσίας: από τη μία πλευρά η autoritas, η νομιμοποιημένη εξουσία, εκφράζει το “κοινό συμφέρον” ή τη βούληση του λαού να συμβιώνει· από την άλλη πλευρά η potestas είναι η δύναμη που διατηρεί τη συνοχή της κοινωνίας μέσω της κυριαρχίας των λίγων πάνω στους πολλούς. Η λειτουργία της πολιτικής εκφράζει, συμπυκνώνει και διαμεσολαβεί πρόσκαιρα στην κοινωνική και οικονομική σύγκρουση και οικοδομεί νομιμοποιημένη εξουσία πάνω σ’ ένα μόνιμο υπόβαθρο αναπόδραστου ανταγωνισμού. Αυτή η βασική πολιτική πραγματικότητα συσκοτίστηκε από τη νεοφιλελεύθερη σύγκλιση των δεξιών και των σοσιαλδημοκρατών. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι απλώς ένα ολέθριο οικονομικό μοντέλο. Είναι μια παγκόσμια ιδεολογία και κοσμοθεώρηση που ωθεί τους ανθρώπους να κατανοούν τη ζωή τους και να σχετίζονται με τους άλλους αποκλειστικά ως άπληστοι σφετεριστές και χωρίς όριο καταναλωτές και μηχανές επιθυμίας. Ως αποτέλεσμα, η πολιτική μετατρέπεται αποκλειστικά σε διαχείριση της οικονομίας, απαρνούμενη τον βασική της λειτουργία, την προσωρινή ειρήνευση των κοινωνικών συγκρούσεων (προσωρινή, γιατί η κοινωνική σύγκρουση είναι μόνιμο συστατικό του κοινωνικού δεσμού και η potestas είναι η συνεχής του έκφραση) και την προώθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης, που είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την autoritas και τη νομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος.

Η πολιτική που επιβάλλει ο νεοφιλελευθερισμός λαμβάνει οικονομικές και ηθικίστικες μορφές. Μιμούμενη τα νεοκλασικά οικονομικά, η πολιτική μετατρέπεται σε μια δραστηριότητα που μοιάζει με την αγορά. Άτομα, συμφέροντα και τάξεις αποδέχονται τη συνολική κοινωνικο-οικονομική ισορροπία και χρησιμοποιούν την πολιτική για να επιδιώξουν οριακές βελτιώσεις συμφέροντος και κέρδους. Από την άλλη πλευρά, η πολιτική παρουσιάζεται ως διαδικασία ηθικής επιχειρηματολογίας, με την οποία μπορεί να επιτευχθεί ορθολογική συναίνεση σχετικά με τα δημόσια αγαθά.

Η πολιτική που ασκείται ψευδεπίγραφα, είτε ως τέλεια αγορά, είτε ως σωκρατικός διάλογος, προδιαγράφει τη σύγκρουση ως τελειωμένη, παρωχημένη, αδύνατη και ταυτόχρονα προσπαθεί να αποκηρύξει και να αποκλείσει την εμφάνισή της. Η αντικατάσταση της σύγκρουσης από μια συνεργασία οικονομολόγων “που λένε την αλήθεια”, από εκσυγχρονιστές γραφειοκράτες και πατριωτικά ΜΜΕ, μετατρέπει το κράτος σε «προστάτη» της αγοράς εσωτερικά (παράδειγμα η αγριότητα της αστυνομικής καταστολής) και σε δήθεν φιλελεύθερο φορέα του ανθρωπισμού εξωτερικά (κάτι που φάνηκε στους “ανθρωπιστικούς” πολέμους της περασμένης δεκαετίας). Η σύγκρουση όμως δεν εξαφανίζεται: οι νεοφιλελεύθερες συνταγές αυξάνουν την ανισότητα, τροφοδοτούν τον ανταγωνισμό και στρέφουν την οργή εναντίον των μεταναστών, των φτωχών και όσων ανθίστανται στην εξαθλίωση.

Αυτή ακριβώς τη στάση έναντι της πολιτικής εισήγαγαν τα πρόσφατα γεγονότα στην Ελλάδα. Κανένα από τα πρωτοφανή μέτρα που πάρθηκαν δεν συζητήθηκε, ούτε εγκρίθηκε, έξω από τον κύκλο ελάχιστων μυημένων κυβερνητικών στελεχών. Η επιβολή τους παρουσιάστηκε ως αναπόδραστο αποτέλεσμα των άπληστων αγορών και της δόλιας ευρωπαϊκής αδράνειας που υποτίθεται ότι βρίσκεται πίσω από την απληστία των αγορών, κάτι σαν ανθρωπιστική εκστρατεία για να σωθούν τα θύματα μιας φυσικής καταστροφής. Οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι, οι ειδικοί και τα κυρίαρχα ΜΜΕ αρχικά ανήγγειλαν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση και στη συνέχεια εξαπέλυσαν μια συστηματική εκστρατεία για να πείσουν το κοινό.

Η αυστηρή οικονομία και η εντιμότητα, οι περικοπές μισθών και η ηθική αρετή αποτελούν την καθολική νεοφιλελεύθερη συνταγή. Όλα αυτά στην Ελλάδα παίρνουν μια πιο σκληρή μορφή απ’ ό,τι στην Ιρλανδία ή την Ισλανδία, διότι η (οικονομική) τιμωρία πρέπει να είναι πιο σκληρή, αντίστοιχη με την υπερβολική μας ηθική χαλαρότητα. Η ποινή αντιστοιχεί με την αμαρτία – μόνο που εδώ θα την πληρώσουν οι αναμάρτητοι. Πρόκειται για ένα δηλητηριώδη τύπο μεταμοντέρνου κυνισμού.

Για την αληθινή πολιτική, από την άλλη, η ιδέα ότι “δεν υπάρχει εναλλακτική λύση” δεν υφίσταται. Η δημοκρατία, που είναι συνώνυμη με την πολιτική, είναι ακριβώς η έκφραση της διαφωνίας και της σύγκρουσης, είναι ένας τρόπος ζωής μέσω του οποίου τα πιο αστάθμητα προβλήματα μπορούν να τεθούν προς συζήτηση και δοκιμασία, μπορούν να βρεθούν λύσεις και να αναληφθούν πολιτικές πρωτοβουλίες. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που, με το ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα, σχολιαστές και ειδικοί έσπευσαν να προκαταλάβουν την κοινή γνώμη αναγγέλλοντας ότι το πιο αμφιλεγόμενο ζήτημα των καιρών μας, δηλαδή το μνημόνιο, δεν υπάγεται στην πολιτική κρίση και στην κανονιστική αξιολόγηση, αλλά στις αληθοφανείς συνομιλίες των ορθοφρονούντων ειδικών.

Οι εναλλακτικές προτάσεις για πολιτική κινητοποίηση κατά των μέτρων, οι ιδέες για παύση πληρωμών ή για ριζική αναδιάρθρωση του χρέους, η πρόταση για δημοψήφισμα, όλα αυτά απορρίπτονται γιατί δεν “κατανοούν” τον επείγοντα και μονόδρομο χαρακτήρα της οικονομικής λύσης. Αν η «φυσικοποιημένη» οικονομία κινείται με τρόπους θεόσταλτους και απρόβλεπτους, η πολιτική γίνεται μια υποκατηγορία της οικονομίας που πρέπει να μένει σιωπηλή και περιθωριοποιημένη. Μ’ αυτό τον τρόπο, βαθύτατα πολιτικές αποφάσεις εμφανίζονται ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα αδήριτων νόμων και ταξικά συμφέροντα περιβάλλονται την αίγλη της επιστημονικής αλήθειας.

Ο πολιτικός χαρακτήρας της οικονομικής κρίσης

Και όμως, η πραγματικότητα είναι ακριβώς το αντίθετο. Κάθε βήμα, κάθε απόφαση, κάθε πράξη από αυτές που οδήγησαν στο σημερινό αδιέξοδο, ήταν βαθιά πολιτικές επιλογές. Η οικονομική κατάρρευση του 2008 που επιδείνωσε την οικονομική κρίση, αποκάλυψε τη θεμελιώδη υποκρισία και ανηθικότητα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Ενώ οι απλοί άνθρωποι υποβάλλονται καθημερινά στην «πειθαρχία» της αγοράς χάνοντας σπίτια, δουλειές και ελπίδες, το κράτος αναλαμβάνει να καλύψει τις τεράστιες απώλειες των τραπεζών. Αυτή το είδος πολιτικής ονομάστηκε «σοσιαλισμός του λεμονιού»: σοσιαλισμός για τους πλούσιους – καπιταλισμός για τους υπόλοιπους. Η, για να παραφράσουμε τον Μπέρτολτ Μπρέχτ, πας φυλακή για μικρά οικονομικά παραπτώματα, ενώ αν οδηγήσεις μια τράπεζα στην πτώχευση παίρνεις τεράστια μπόνους.

Το ίδιο ισχύει και για το χρέος. To χρέος συσσωρεύτηκε τα τελευταία 30 χρόνια με αποφάσεις των εναλλασσόμενων πολιτικών ελίτ που χρησιμοποιούσαν τα δάνεια για να υλοποιήσουν πελατειακές πολιτικές και να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη. Ως προς αυτό, δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο Σημίτη, τον Καραμανλή, τον Παπανδρέου και τους διάφορους υπουργούς και πρώην υπουργούς που παρελαύνουν στις τηλεοπτικές οθόνες ζητώντας «στρατιωτική πειθαρχία». Όπως πρόσφατα είπε ο κ. Πάγκαλος, ‘τα φάγαμε όλοι μαζί’ – αλλά δεν προσέθεσε ότι οι ‘όλοι’ δεν περιλαμβάνουν την πλειοψηφία του χαμηλόμισθου λαού, που τώρα καλείται να πληρώσει αυτά που άλλοι ‘έφαγαν’. Όλες οι πρόσφατες εκλογικές εκστρατείες έγιναν με το κόμμα της εκάστοτε αντιπολίτευσης να υπόσχεται «ηθική στην πολιτική», «εκλογίκευση των δημοσιονομικών», «επαναθεμελίωση του κράτους», εγκατάλειψη της «αλαζονείας της εξουσίας». Μόλις τελειώνουν οι εκλογές, η νέα κυβέρνηση επιστρέφει στις παλιές μεθόδους, αυξάνοντας το χρέος με δάνεια, δωροδοκώντας και μοιράζοντας προνόμια στους ημέτερους.

Σήμερα, τo ένα κυβερνητικό κόμμα επιτίθεται στο άλλο για το ποιος φταίει για το χρέος, ωσάν να υπάρχει κάποιος που ανήκει στην πολιτική ελίτ των τελευταίων 30 χρόνων και δεν φταίει. Με αυτή την έννοια, τα πρόσφατα γεγονότα δείχνουν ότι η οικονομική και η ηθική έκπτωση είναι στην πραγματικότητα συνοδοιπόροι. Στην Βρετανία, στη διάρκεια των τηλεοπτικών αναμετρήσεων της πρόσφατης προεκλογικής εκστρατείας, και οι τρεις ηγέτες απολογήθηκαν στο κοινό για τα «σκάνδαλα των εξόδων» (οι βουλευτές χρέωναν στο δημόσιο κονδύλια που δεν δικαιούνταν) που στοίχισαν στο δημόσιο λιγότερο από δύο εκατομμύρια λίρες και ασφαλώς ωχριούν σε σύγκριση με τα ποσά που σπαταλήθηκαν από τις δικές μας ελίτ. Περιμένουμε ακόμα την πολιτική ελίτ να απολογηθεί στον ελληνικό λαό, αν και μια μεταμέλεια ιαπωνικού τύπου και ακόμα περισσότερο ένα δημόσιο χαρακίρι, θα ταίριαζαν περισσότερο στην κατάσταση αν αναλογιστούμε το μέγεθος της ευθύνης. Η πολιτική κάστα όμως δεν διαθέτει το βασικό ηθικό ανάστημα: η αξίωση να αλλάξουν οι πολίτες στάση, να υπακούν στο νόμο και να δρουν υπεύθυνα προς την κοινωνία θα ήταν πολύ πιο αξιόπιστη αν οι στυλοβάτες της ηθικής έδειχναν ένα ίχνος ταπεινοφροσύνης και κατανόησης των ευθυνών τους.

Η πολιτική φύση της κρίσης διαφαίνεται και στην ευρωπαϊκή πλευρά. Το όριο του 3% στο έλλειμμα (που το έχουν ξεπεράσει όλα τα κράτη της ευρωζώνης), το σύμφωνο σταθερότητας, η κερδοσκοπία των «αγορών», όλα υπακούουν σε πολιτικά κίνητρα και σχέδια. Ο στενός δεσμός μεταξύ των μέτρων της Ευρωπαïκής Ένωσης και του ΔΝΤ με τη γερμανική πολιτική είναι πασίγνωστος. Όλοι σχεδόν αποδέχονται πλέον ότι η γερμανική πολιτική περιορισμού μισθών και ισχυρού ευρω έχει βοηθήσει τη γερμανική οικονομία αλλά έχει δημιουργήσει προβλήματα στο Νότο της Ευρώπης.

Αυτό που έχει σχολιαστεί λιγότερο είναι η φύση της κερδοσκοπίας των αγορών. Αυτή δεν βασίζεται στις επιδόσεις της πραγματικής οικονομίας (η Ελλάδα είναι ακόμη γύρω στην 25η θέση του ΟΟΣΑ, αλλά τα μέτρα και η ύφεση που δημιουργούν την οδηγούν συνεχώς προς τα κάτω), αλλά στα αισθήματα «εμπιστοσύνης» και «ρίσκου» που διακατέχουν τους χρηματιστές. Οι χρηματαγορές δεν λειτουργούν σε πραγματικό επίπεδο, αλλά σε εικονικό. Οι φήμες για την αξιοπιστία ενός κράτους ή για τον κίνδυνο να μην πληρώσει προσδιορίζονται από φανταστικούς σχεδιασμούς και ιδεολογικές κατασκευές, αποτελούν μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία που δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα, στην οποία όμως έχουν την δύναμη να παρεμβαίνουν καταστροφικά.

Οι επιθέσεις των «αγορών» κατά της Ελλάδας είναι η εκδίκηση του νεοφιλελευθερισμού για την μεγάλη ήττα του 2008. Η εκδίκηση αυτή όμως αποτελεί και αναπόσπαστο κομμάτι των ευρύτερων ρυθμίσεων της μεταβιομηχανικής και μεταφορδιστικής παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας των υπηρεσιών. Η συσσώρευση κεφαλαίου δεν βασίζεται πλέον στην δημιουργία υπεραξίας στον πρωτογενή τομέα, αλλά στην άντληση προσόδων, με κύρια μορφή τον τόκο και το μίσθωμα; για πνευματική ιδιοκτησία. Αυτό ισχύει τόσο σε ατομικό επίπεδο (ο νεοφιλελευθερισμός μας μεταχειρίζεται όχι σαν φυσικά πρόσωπα ή πολίτες, αλλά σαν καταναλωτές που πρέπει να δανείζονται για να ξοδεύουν) όσο και σε κρατικό. Η συσσώρευση κεφαλαίου μέσω προσόδων όμως πρέπει να αστυνομεύεται αυστηρά, αφού το δανειστικό συμβόλαιο δεν δημιουργεί αυτόματα τις συνθήκες της αναπαραγωγής του όπως συμβαίνει με το συμβόλαιο εργασίας. Η άντληση προσόδου και τόκου απαιτεί εκφοβισμό καθώς δεν υπάρχει κάποιο “φυσικό” επίπεδο μισθώματος. Η πίεση των αγορών είναι ένας τρόπος να ασκηθεί πίεση στους οφειλέτες, ώστε είτε να αποδεχτούν την πιο ακραία καταστροφή των δημοσίων δαπανών είτε να χρεοκοπήσουν. Οφειλέτες προσέχετε, λένε στα κράτη, ή καταστρέφετε το κράτος πρόνοιας, ή γίνεστε η επόμενη Ελλάδα. Τακτική που δεν διαφέρει και πολύ από την μαφιόζικη “προστασία”: αν ο οφειλέτης αμφισβητήσει τους όρους η την αμοιβή, τον δέρνουν οι μπράβοι! Και οι απειλές έπιασαν: στην Μεγάλη Βρετανία, η νέα κυβέρνηση χρησιμοποίησε συστηματικά το ελληνικό παράδειγμα για να επιβάλλει πρωτοφανείς στα μεταπολεμικά χρονικά περικοπές δαπανών· το ίδιο γίνεται στην Ισπανία, Προτογαλία, Αγγλία και Ιρλανδία. Όπως ξέρουμε, η Ελλάδα, της οποίας το ΑΕΠ είναι μόλις 3% του ευρωπαϊκού, δεν έχει μεγάλη οικονομική σημασία για την Ερωπαϊκή Ένωση, αλλά η συμβολική σημασία της επίθεσης που της έγινε ήταν κυριολεκτικά καταλυτική.

Η επιβολή του νεοφιλελευθερισμού από τον Ρέιγκαν και την Θάτσερ συνοδεύτηκε από επιθέσεις σ’ όλους τους ενδιάμεσους κοινωνικούς θεσμούς, όπως τα κόμματα, τα συνδικάτα, την αυτοδιοίκηση, ακόμα και την εκκλησία. Οι θεσμοί αυτοί όμως είναι απαραίτητοι για την διαμεσολάβηση μεταξύ εξουσίας και πολιτών. Η απουσία τους εξασθενεί την κοινωνική ευπρέπεια (civility), την αποδοχή και την ενσωμάτωση που είναι αναγκαίες στον καπιταλισμό για να κατευνάζει τον ανταγωνισμό και να περιορίζει την σύγκρουση. O άνθρωπος που αντιμετωπίστηκε από την εξουσία ως καταναλωτής σε περιόδους ευημερίας, σε εποχή ανέχειας γίνεται αντικείμενο αστυνόμευσης. Έτσι εξηγείται η μεγάλη αύξηση των μηχανισμών καταστολής που εμφανίστηκαν μεν ως συνέπεια του περίφημου πολέμου κατά της τρομοκρατίας, αλλά στην πραγματικότητα είχαν άλλο κύριο στόχο. Οι αλλαγές που παρατηρούνται είναι τρομακτικές: τείχη σηκώνονται στο Μεξικό και στην Παλαιστίνη, γκέτο φτωχών εμφανίζονται στο κέντρο των πόλεων, οχυρωμένες κοινότητες πλουσίων στα προάστια, αυξάνονται οι φυλακές και οι δυνάμεις καταστολής. Ο κόσμος που είχε αποπλανηθεί από την τεχνητή χρηματοπιστωτική ανάπτυξη εγκαταλείπει αναγκαστικά την κατανάλωση ως μέθοδο ικανοποίησης προσωπικών επιδιώξεων και επιθυμιών και βλέπει την ζωή του να ανατρέπεται. Δεν είναι πια μόνο το 1/3 της κοινωνίας που μένει απέξω, όπως γινόταν κατά τη δεκαετία του ’80. Αυτή τη στιγμή, μεγάλα σύνολα πληθυσμού μετατρέπονται από «βολεμένα» σε αποκλεισμένα.

Εδώ φαίνεται η πραγματική διάσταση του τέλους της πολιτικής και η ριζική επαναδιαπραγμάτευση του κοινωνικού δεσμού. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι απλώς ένα ολέθριο οικονομικό μοντέλο. Είναι μια παγκόσμια ιδεολογία και κοσμοθεώρηση, που ωθεί τους ανθρώπους να κατανοούν τη ζωή τους και να σχετίζονται με τους άλλους ως καταναλωτές χωρίς όρια, ως μηχανές επιθυμίας. Αλλά καθώς καταρρέει το οικονομικό μοντέλο που τον στήριξε, μπαίνουμε σε μία εποχή νέας κοινωνικής οντολογίας. Ο εκτεθειμένος σε δάνεια και χρέη άνθρωπος υφίσταται τεράστια ψυχολογική κρίση, κρίση ταυτότητας. Για να επαναπροσδιοριστεί συνολικά η ζωή του υποκειμένου και η σχέση του με τους άλλους και με τον κοινωνικό δεσμό, χρειάζεται μια άγρια και απότομη βιοπολιτική στρατηγική. Τα μέτρα αποτελούν την πιο προωθημένη βιοπολιτική επέμβαση, ένα νέο τρόπο συνολικής αναδιοργάνωσης της ζωής μας από την εξουσία. Ο κοινωνικός έλεγχος και η πειθάρχηση, η ριζική αλλαγή συμπεριφορών και σχέσεων που επιβάλλεται αυτή τη στιγμή, δεν έχει προηγούμενο πουθενά στην Ευρώπη. Η Ελλάδα γίνεται το μεγάλο εργαστήρι όπου φτιάχνεται ο άνθρωπος του μέλλοντος.

Η βιοεξουσία (biopower) αποτελεί άσκηση εξουσίας επί της ζωής, πειθάρχηση του κοινωνικού σώματος μέσω του ελέγχου των διαδικασιών της ζωής. Εκτείνεται από τα βάθη της συνείδησης στα σώματα του πληθυσμού και στην στοχοποίηση κοινωνικών ομάδων βάσει χαρακτηριστικών όπως το φύλο, η φυλή ή η εθνότητα. Τεχνολογίες της εξουσίας που εφαρμόζονται στο κοινωνικό σύνολο συμπληρώνονται με τεχνολογίες ‘επιμέλειας εαυτού’. Οι άνθρωποι καλούνται να ‘αλλάξουν’ εαυτούς μέσω πρακτικών προσωπικής ‘βελτίωσης’ στο όνομα της ατομικής η συλλογικής υγείας. Στην περίπτωση της Ελλάδας, τα μέτρα του μνημονίου διαχωρίζουν τον πληθυσμό με οικονομικά κριτήρια και απαιτούν από τους χαμηλόμισθους και τους συνταξιούχους να αλλάξουν συνολικά τις συμπεριφορές τους στο όνομα της εθνικής ‘σωτηρίας’. Από την κατανάλωση των απολύτως αναγκαίων μέχρι την εκπαίδευση, εργασία και ψυχαγωγία, οι Έλληνες καλούνται να τροποποιήσουν ριζικά την συμπεριφορά τους και να υποβληθούν σε εκτεταμένους ελέγχους που αποσκοπούν να αποκαταστήσουν την κοινωνική υγεία και την ατομική ευτυχία.

Η βιοπολιτική στοχοποιεί κυρίως συμπεριφορές, όχι ιδέες· τροποποιεί συνήθειες και πρακτικές, όχι ιδεολογίες. Η επιβολή των αλλαγών ακλουθεί τη στρατηγική του ‘δόγματος του σοκ’ (shock doctrine) υπολογίζοντας ότι η βίαιη και ταχεία εισαγωγή τους θα εξουδετερώσει την αντίσταση στην άδικη και καταστροφική τους φύση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η βιοπολιτική στρατηγική δεν κινητοποιεί μόνο τον φόβο για το μέλλον και την δήθεν επιστημονική αλήθεια, αλλά φροντίζει να καλλιεργήσει και ένα όσο γίνεται βαθύτερο αίσθημα ενοχής. Μια χαμηλόφωνη υπόδειξη λέει στον πολίτη «για δεκαπέντε χρόνια είχες βελτίωση του βιοτικού σου επιπέδου μέσα από μη παραγωγικές δραστηριότητες και τώρα πρέπει να πληρώσεις». Ένας μέσος άνθρωπος που είχε αποδεχτεί το νεοφιλελεύθερο μοντέλο μπορεί να πιστέψει ότι δικαιολογούνται οι μειώσεις μισθών και συντάξεων, γιατί είχε αυξανόμενες απολαβές κατά την προηγούμενη περίοδο.

Χωρίς να αρνιόμαστε ότι υπήρξε φοροδιαφυγή και διαφθορά, πρέπει να εξετάσουμε τη δημιουργία ενοχικού συνδρόμου ως τακτική βιοπολιτικής πειθάρχησης. Εδώ μπορεί να βοηθήσει η ψυχανάλυση: το υπερεγώ μας εγκαλεί τις παράνομες απολύσεις που το πρόστυχο μέρος του μας είχε επιβάλλει. Το ηθικιστικό υπερεγώ παίρνει τώρα το πάνω χέρι λέγοντας ότι όποιος αμάρτησε πρέπει να υποφέρει. Οι Γερμανοί και οι Άγγλοι βλέπουν τους Έλληνες ως τεμπέληδες, άχρηστους καλοπερασάκηδες. Η ζωή τους, δήθεν γεμάτη απολαύσεις και αργίες, κλέβει από τους βόρειους αυτό το κάτι που θα τους έκανε ολοκληρωμένους, ευτυχείς. Αλλά το ίδιο κάνουν και οι ελληνικές ελίτ. Αποδέξου την τιμωρία, λένε στον κόσμο, γιατί αμάρτησες και το αξίζεις. Η ηθικολογία είναι απαραίτητος συνοδοιπόρος της βιοπολιτικής.

Δεν υπάρχει επομένως μεγαλύτερο ψέμα από τον ισχυρισμό ότι η κρίση είναι κυρίως οικονομική. Την κρίση που χρησιμοποιείται σήμερα με κυνικό τρόπο για να καταστραφεί το κοινωνικό συμβόλαιο της μεταπολίτευσης, την δημιούργησαν η πολιτική λογική και οι ανάγκες του ύστερου καπιταλισμού. Μόλις συνειδητοποιήσουμε το μέγεθος της πολιτικής κρίσης, που οδηγεί στην ολική διάλυση και επανασύσταση του κοινωνικού δεσμού, ίσως εμφανιστούν τα πρώτα σημάδια καθολικής αντίδρασης.

Που βρίσκεται ο ελληνικός πολιτισμός;

Ποια είναι η απάντηση της κοινωνίας αυτή την ριζική αλλαγή; Έχουμε δυο ειδών αντιδράσεις. Μια πρώτη είναι το acting out. Η απόγνωση δεν μπορεί να απορροφηθεί από τους εξασθενημένους ενδιάμεσους θεσμούς. Έτσι ο πάντα εύθραυστος ψυχικός δεσμός με την κοινωνία ραγίζει και οδηγεί σε εκδηλώσεις προσωπικής άρνησης, που μπορεί να παίρνουν μορφή βίας, αυτοδικίας, εγκληματικότητας κοκ. Αυτό οδηγεί τον κυρίαρχο ελληνικό πολιτισμό σε τεράστιο αδιέξοδο.

Αυτά που αντιμετωπίσαμε πρόσφατα ως Έλληνες του εξωτερικού ήταν πρωτοφανή. Ο ανθελληνικός και αντιμεσογειακός ρατσισμός και οριενταλισμός που πρέπει να υπήρχε υφέρπων, έγινε εκκωφαντικός. Οι λαϊκές εφημερίδες επιχαίρουν με την ελληνική τραγωδία γιατί οι διακοπές στην Κρήτη και την Ζάκυνθο θα είναι πιο φτηνές. Διανοούμενοι από την άλλη πλευρά δεν μπορούν να πιστέψουν πως οι νεοέλληνες, που ‘δήθεν κατάγονται από τους δημιουργούς της φιλοσοφίας, της δημοκρατίας και της επιστήμης, έγιναν τέτοιοι ψεύτες, κλέφτες και τεμπέληδες’. Αντίστροφα, το μεγάλο μέρος των Ελλήνων βλέπει την Αγγλία ως μέρος για ψώνια στο Harrods και σπουδές σε υποβαθμισμένα Πανεπιστήμια, πολλά τμήματα των οποίων διατηρούνται από τους Έλληνες φοιτητές. Αν δημοκρατία είναι η εξουσία (κράτος) του δήμου, δυστυχώς η Ευρώπη έχει αποκτήσει κράτος αλλά δεν έχει (ούτε φαίνεται να δημιουργεί) δήμο.

Η ψυχανάλυση διακρίνει μεταξύ του ideal ego (ιδεώδους εγώ) και του ego ideal (του ιδεατού εγώ). Το πρώτο οργανώνει φαντασιακά το εγώ μέσα από την προβολή μιας ιδεατής ταυτότητας: βλέπω τον εαυτό μου πετυχημένο, έξυπνο, ωραίο. Αλλά το ego ideal είναι πιο σημαντικό για την ψυχική ισορροπία: για να γίνω αντικείμενο επιθυμίας, βλέπω τον εαυτό μου από την σκοπιά του άλλου και προσπαθώ να γίνω η να πράξω αυτό που νομίζω οτι ο άλλος περιμένει από μένα. Αυτό ήταν μέχρι πρόσφατα το μοντέλο των ελληνικών ελίτ: θα εκσυγχρονιστούμε, θα γίνουμε όπως νομίζουμε οτι μας θέλουν οι Ευρωπαίοι. Και τώρα καταλαβαίνουμε ότι οι ευρωπαϊκές ελίτ μας βλέπουν σαν τις δικές μας, όπως έλεγε ο Καβάφης το 1918: ανήσυχους, ανήμπορους, ψεύτες.

Αυτό αποτελεί χρεοκοπία του εκσυγχρονιστικού μοντέλου πολιτιστικής ταυτότητας. Στο ψυχικό επίπεδο αποτελεί πρόβλημα αυτών που βιώνουν την σχέση ανάμεσα στον φαντασιακό τους ευρωπαϊσμό και τον υποτιμητικό τρόπο που τους αντιμετωπίζουν οι Ευρωπαίοι. Και θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι ο Παπανδρέου προσπαθεί να προβάλει την τραγική φιγούρα κάποιου που κάνει αυτό που πρέπει, ακυρώνοντας ταυτόχρονα την ταυτότητά του. Σαν τραγωδία ή σαν φάρσα, πάντως, η αναδιάρθρωση του κοινωνικού δεσμού περνάει μέσα από την επανεξέταση της κυρίαρχης, πολιτισμικής ταυτότητας.

Μερικές ιδέες για την επάνοδο της πολιτικής

Είναι πιθανόν ότι χρειαζόμαστε μια νέα θεωρητική σύλληψη για τον πολιτισμό και την πολιτική. Ο δημόσιος τομέας αντιπροσωπεύει και προάγει τα επιτεύγματα του κράτους πρόνοιας. Έχοντας όμως μετατραπεί σε υποχείριο των πολιτικών μηχανισμών και σε πεδίο πελατειακών σχέσεων, έχει χάσει μεγάλο μέρος του κύρους του και της εμπιστοσύνης των πολιτών. Η κατάσταση αυτή βολεύει το νεοφιλελεύθερο μοντέλο που χρησιμοποιεί την ιδιωτικοποίηση και την απορρύθμιση προκειμένου να μεταφέρει κεφάλαιο και εξουσία από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα. Συνειδητοποιώντας την αντίφαση ανάμεσα στην επίφαση δημόσιας αρετής που χρησιμοποιείται για ιδιωτική εξαχρείωση, οφείλουμε να αποτρέψουμε την διαίρεση της κοινωνίας σε δύο αντιμαχόμενους χώρους, δημόσιο και ιδιωτικό. Οι αλληλοκατηγορίες για τεμπέληδες και διεφθαρμένους δημόσιους υπάλληλους ή για φοροφυγάδες και διεφθαρμένους ελεύθερους επαγγελματίες υπηρετεί μόνο τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική του διαίρει και βασίλευε.

Πέρα από τη διάκριση δημόσιου και ιδιωτικού, υπάρχει ένας τρίτος όρος: το κοινό καλό, res publica. Το κοινό καλό αντιπροσωπεύει την κοινωνική δικαιοσύνη και την αλληλεγγύη του μεταπολιτευτικού κοινωνικού συμβολαίου, την ενέργεια που εμψυχώνει την κοινωνία και δημιουργεί την αίσθηση της αλληλεγγύης. Ο δημόσιος τομέας εκπροσωπούσε παραδοσιακά αυτό το κοινό καλό, που όμως σήμερα δεν εκφράζεται πια αποκλειστικά από το κράτος. Αυτό το κοινό συμφέρον, ή κοινοπολιτεία (commonwealth), οριοθετείται αναμφισβήτητα από τον βαθύ ανταγωνισμό και την σύγκρουση ανάμεσα στο λαό και τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ. Ωστόσο, σε αυτό τον καιρό της επικείμενης καταστροφής, οι προοδευτικές δυνάμεις οφείλουν να απευθυνθούν στην δεξαμενή του κοινού αισθήματος για να σώσουν το ανθρώπινο πρόσωπο της ελληνικής κοινωνίας.

Η κοινωνική αποστροφή για τις πολιτικές ελίτ πρέπει να μετατραπεί από απαθή αποστασιοποίηση σε ενεργή δύναμη. Διάφορες ιδέες μπορούν να χρησιμοποιηθούν σ΄ αυτή την κατεύθυνση. Θα μπορούσε ίσως να δημιουργηθεί μια εξεταστική επιτροπή, πέρα από τα δύο μεγάλα κόμματα, από Έλληνες και ξένους οικονομολόγους και κοινωνικούς επιστήμονες για να εξετάσει γιατί εκτινάχτηκε το χρέος και πως ξοδεύτηκαν τα κονδύλια. Οι Έλληνες πρέπει να προετοιμαστούν πολιτικά και οικονομικά για μεγάλη μείωση του χρέους η και έξοδο από το ευρω. Αυτές οι λύσεις θεωρούνταν ακραίες μέχρι πρόσφατα, τώρα όμως προτείνονται τόσο από συστημικούς αναλυτές όσο και από τις αγορές. Το αν η αναδιάρθρωση του χρέους (haircut) ή η στάση πληρωμών θα γίνει προς όφελος του λαού η των χρηματιστών, θα εξαρτηθεί από την πολιτική κινητοποίηση της επόμενης περιόδου.

Οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ πρέπει να λογοδοτήσουν για την καταστροφή της χώρας. Θα μπορούσε να συγκροτηθεί ένα δικαστήριο τύπου Bertrand Russell για να διερευνήσει την ηθική και νομική ευθύνη τους. Η κυβέρνηση δεν έχει την παραμικρή νομιμοποίηση για τα μέτρα και η συμπεριφορά των ελεγκτών του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης θυμίζει αποικιοκράτες σε περιοχές υπό διεθνή κηδεμονία. Επομένως η συνταγματικότητα των μέτρων πρέπει να ελεγχθεί δικαστικά, κάτι που ήδη γίνεται από σημαντικούς φορείς της κοινωνίας, όπως ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθήνας και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας.

Γενικότερα, η Ελλάδα χρειάζεται ένα μεγάλο, πατριωτικό μέτωπο αντίστασης, πέρα από κομματικές εντάξεις. Μια ηγεμονική πολιτική αναγνωρίζει την πολυδιάσπαση των κοινωνικών δυνάμεων και προσπαθεί να αναγάγει μια βασική αντίφαση που συμπυκνώνει τις αντιθέσεις σε γραμμή αντιπαράθεσης των λαϊκών δυνάμεων. Το κοινό καλό και η δημοκρατία είναι οι καλύτεροι υποψήφιοι για ηγεμονική πολιτική. Ένα τέτοιο μέτωπο δημιουργεί την απαραίτητη δυναμική για να μετατρέψει την άμυνα σε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.

Οι ευρωπαϊκές ελίτ φοβήθηκαν ότι η χρεοκοπία της Ελλάδας θα δημιουργήσει προβλήματα για το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά. Τώρα που ξέρουμε ότι η θεραπεία είναι χειρότερη από την ασθένεια, ίσως να καταλάβει η Ευρώπη ότι διάλεξε το λάθος πειραματόζωο. Ο όρος “κρίση νομιμοποίησης” περιγράφει τη μαζική απώλεια εμπιστοσύνης στο εξ ορισμού εύθραυστο κοινωνικό συμβόλαιο, το οποίο δεν μπορεί πλέον να συγκεντρώνει τη λαϊκή συγκατάθεση σε μια ισορροπία ισχύος τόσο κατάφωρα και άδικα οργανωμένη κατά των συμφερόντων της πλειοψηφίας. Τέτοιες κρίσεις εμφανίζονται όταν το κενό που πάντα υπάρχει ανάμεσα στους κυβερνώντες και τους κυβερνωμένους, γίνεται αγεφύρωτο χάσμα και ο ισχυρισμός των ελίτ ότι εκφράζουν το κοινό συμφέρον δεν πείθει πια κανέναν.

Το τέλος ή ο σκοπός της πολιτικής είναι η προσωρινή ειρήνευση της κοινωνικής σύγκρουσης και η προώθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Όταν η πολιτική χάνει αυτό το σκοπό, έρχεται το δικό της τέλος. Σ’ αυτό το σημείο βρισκόμαστε σήμερα: οι Έλληνες πρέπει να παλέψουν για την επιβίωση της πολιτικής. Αν από πειραματόζωα γίνουν η πρωτοπορία της αντεπίθεσης των Ευρωπαίων κατά του καταστροφικού νεοφιλελευθερισμού, θα προσφέρουν στον κόσμο μια υπηρεσία ισάξια με την επινόηση της δημοκρατίας.

*Ο Κώστας Δουζίνας, καθηγητής νομικής, είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών Σπουδών του Birkbeck College (Πανεπιστήμιο του Λονδίνου). Τα βιβλία του Το Τέλος των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και Νόμος και Αισθητική κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Παπαζήση, ενώ Ο Λογος του Νομου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Τα τελευταία του βιβλία, στην αγγλική γλώσσα, είναι τα Adieu Derrida, Critical Jurisprudence και Human Rights and Empire.

[τέλος άρθρου]

 

Δείτε επίσης:

• Costas Douzinas: Greeks must fight the neoliberal E.U. (Οι Έλληνες πρέπει να αντιπαλέψουν τη νεοφιλελεύθερη Ε.E.)

• The idea of communism / edited by Slavoj Žižek and Costas Douzinas 

Κώστας Δουζίνας: Το πλήθος στην πλατεία και στο κέντρο των πολιτικών εξελίξεων / ΕΝΘΕΜΑΤΑ / 5. 6. 2011

Κώστας Δουζίνας: Στην Ελλάδα βλέπουμε τη δημοκρατία στη πράξη /Δημοσιεύθηκε στο Guardian στις 15 Ιούνη 2011 / Μεταφράστηκε στα ελληνικά και δημοσιεύτηκε από το blog Η ΛΕΣΧΗ στις 16 Ιούνη 2011