Κυριακή 21 Αυγούστου 2011

Slavoj Zizek : Κλέφτες καταστημάτων όλου του κόσμου ενωθείτε

Ο Slavoj Zizek σχετικά με το νόημα των ταραχών

Shoplifters of the World Unite 

Slavoj Žižek on the meaning of the riots


ΠΗΓΗ: London Review of Books

Η μετάφραση στα Ελληνικά έγινε από το blog "για την κοινωνική αριστερά" στις  21/8/2011


                Ο Slavoj Zizek στην Αθήνα, στις 19/12/2010, στην εκδήλωση με τίτλο: “Ζώντας στην Εποχή των Τεράτων”. 

Κλέφτες καταστημάτων όλου του κόσμου ενωθείτε
        Ο Slavoj Zizek σχετικά με το νόημα των ταραχών

Η επανάληψη, σύμφωνα με τον Χέγκελ, παίζει σημαντικό ρόλο στην ιστορία: όταν κάτι συμβαίνει μόνο μία φορά, μπορεί να εκληφθεί ως ατύχημα, κάτι δηλαδή που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί εάν η κατάσταση είχε εξελιχθεί διαφορετικά. Αλλά όταν το ίδιο γεγονός επαναλαμβάνεται, αυτό είναι σημάδι ότι μια βαθύτερη ιστορική διαδικασία εκτυλίσσεται. Όταν ο Ναπολέων ηττήθηκε στη Λειψία το 1813, φάνηκε σαν κακοτυχία. Όταν όμως ηττήθηκε και πάλι στο Waterloo, ήταν σαφές πλέον ότι η εποχή του τελείωνε.
Το ίδιο ισχύει και για τη συνεχιζόμενη οικονομική κρίση. Τον Σεπτέμβριο του 2008, παρουσιάστηκε από κάποιους ως μια ανωμαλία που θα μπορούσε να διορθωθεί με καλύτερους κανονισμούς κλπ. Τώρα που συγκεντρώνονται τα σημάδια μιας επαναλαμβανόμενης οικονομικής διάλυσης, είναι σαφές ότι έχουμε να κάνουμε με ένα διαρθρωτικό φαινόμενο.

Μας λένε ξανά και ξανά ότι ζούμε σε μια κρίση χρέους, και ότι όλοι πρέπει να μοιραστούμε το βάρος και σφίξουμε  το ζωνάρι μας. Όλοι, δηλαδή, εκτός από τους (πολύ) πλούσιους. Η ιδέα μεγαλύτερης φορολόγησής τους είναι ταμπού: αν το κάναμε, το επιχείρημα που επικρατεί είναι ότι οι πλούσιοι δεν θα είχαν πλέον κανένα κίνητρο να επενδύσουν, θα δημιουργούνταν λιγότερες θέσεις εργασίας και όλοι μας θα υποφέραμε. Ο μόνος τρόπος για να σωθούμε στους δύσκολους καιρούς είναι οι φτωχοί να γίνονται φτωχότεροι και οι πλούσιοι να γίνονται πλουσιότεροι. Τι θα έπρεπε να κάνουν οι φτωχοί? Τι μπορούν να κάνουν?

Αν και οι ταραχές στο Ηνωμένο Βασίλειο προκλήθηκαν από τον πυροβολισμό του Mark Duggan, όλοι συμφωνούν ότι εκφράζουν μια βαθύτερη ανησυχία - αλλά τι είδους? Όπως και με το κάψιμο αυτοκινήτων στα περίχωρα (banlieues) του Παρισιού το 2005, οι εξεγερμένοι του Ηνωμένου Βασιλείου δεν είχαν κανένα μήνυμα να παραδώσουν. (Υπάρχει σαφής αντίθεση με τις μαζικές φοιτητικές διαδηλώσεις το Νοέμβριο του 2010, οι οποίες επίσης στράφηκαν προς τη βία. Οι φοιτητές έκαναν σαφές ότι απέρριπταν τις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση). Γι 'αυτό και είναι δύσκολο να αντιληφθούμε τους ταραξίες του Ηνωμένου Βασιλείου με μαρξιστικούς όρους, ως ένα περιστατικό που σχετίζεται με την εμφάνιση του επαναστατικού υποκειμένου. Οι ταραξίες ταιριάζουν πολύ καλύτερα στην εγελιανή (του Hegel) έννοια του «όχλου», εκείνων δηλαδή που βρίσκονται εκτός οργανωμένων κοινωνικών χώρων και οι οποίοι μπορούν να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους μόνο μέσα από «παράλογες» εκρήξεις καταστροφικής βίας - αυτό που ο Χέγκελ που ονομάζεται «αφηρημένη αρνητικότητα». Υπάρχει μια παλιά ιστορία για έναν εργαζόμενο ύποπτο για κλοπή: κάθε βράδυ, καθώς φεύγει από το εργοστάσιο, το καροτσάκι που σπρώχνει μπροστά του ελέγχεται προσεκτικά. Οι φρουροί δεν βρίσκουν τίποτα. Το καρότσι είναι πάντα άδειο. Τελικά το μυστήριο αποκαλύπτεται: αυτό που ο εργαζόμενος κλέβει είναι τα ίδια τα καροτσάκια. Οι φρουροί δεν έβλεπαν την προφανή αλήθεια, όπως ακριβώς κάνουν και οι σχολιαστές των ταραχών. Μας λένε ότι η κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων στις αρχές της δεκαετίας του 1990 σήμανε το τέλος της ιδεολογίας: η ώρα των μεγάλης κλίμακας ιδεολογικών προγραμμάτων που κορυφώνονται με απολυταρχική καταστροφή τελείωσε. Είχαμε εισέλθει σε μια νέα εποχή ορθολογικής και ρεαλιστικής πολιτικής. Εάν η κοινοτυπία ότι ζούμε σε μια μετα-ιδεολογική εποχή ισχύει υπό οποιαδήποτε έννοια, αυτό μπορεί να ειδωθεί σε αυτό το πρόσφατο ξέσπασμα της βίας. Αυτό ήταν μια μηδενικού βαθμού διαμαρτυρία, μια βίαιη δράση που δεν απαιτούσε τίποτα. Στην απεγνωσμένη προσπάθειά τους να βρουν νόημα στις ταραχές, οι κοινωνιολόγοι και οι συντάκτες-συγγραφείς συσκότισαν το αίνιγμα που αυτές παρουσιάζουν.

Οι διαδηλωτές, αν και μη προνομιούχοι και εκ των πραγμάτων κοινωνικά αποκλεισμένοι, δεν ζουν στα όρια της λιμοκτονίας. Άλλοι άνθρωποι, σε πολύ μεγαλύτερες υλικές δυσκολίες - για να μην αναφέρουμε περιπτώσεις φυσικής και ιδεολογικής καταπίεσης – είχαν καταφέρει να αυτοοργανωθούν σε πολιτικές δυνάμεις με ξεκάθαρο πρόγραμμα. Το γεγονός ότι οι εξεγερμένοι δεν έχουν πρόγραμμα, είναι επομένως το ίδιο ένα γεγονός που πρέπει να ερμηνευθεί: μας αποκαλύπτει πολλά για την ιδεολογική-πολιτική κατάστασή μας και για το είδος της κοινωνίας που ζούμε, μια κοινωνία η οποία διατυμπανίζει την επιλογή, αλλά στην οποία η μόνη διαθέσιμη εναλλακτική λύση στην επιβαλλόμενη δημοκρατική συναίνεση είναι μια τυφλή δράση.

Η αντίθεση με το σύστημα δεν μπορεί πλέον να εκφραστεί με τη μορφή μιας ρεαλιστικής εναλλακτικής λύσης, ή ακόμα και ως ένα ουτοπικό πρόγραμμα, αλλά μπορεί μόνο να λάβει τη μορφή ενός χωρίς νόημα ξεσπάσματος. Ποιο είναι το νόημα της διατυμπανιζόμενης ελευθερίας μας για επιλογή, όταν η μόνη επιλογή είναι μεταξύ τήρησης των κανόνων και (αυτο) καταστροφικής βίας?

Ο Alain Badiou (σ.τ.μτφρ. 1937-, γάλλος φιλόσοφος, εξέχουσα φιγούρα του αντι-μεταμοντέρνου κινήματος. Εργάζεται πάνω στην ανασύνθεση των εννοιών της ύπαρξης, της αλήθειας και του υποκειμένου με έναν τρόπο που δεν θα είναι ούτε μεταμοντέρνος ούτε μια απλή επανάληψη του μοντερνισμού. Πολιτικά ανήκει στην άκρα αριστερά και στην κομμουνιστική παράδοση: http://en.wikipedia.org/wiki/Alain_Badiou) υποστηρίξει ότι ζούμε σε έναν κοινωνικό χώρο ο οποίος ολοένα και περισσότερο βιώνεται ως «χωρίς παγκοσμιότητα» (worldless): σε ένα τέτοιο χώρο, η μόνη μορφή που μπορεί να λάβει η διαμαρτυρία είναι η χωρίς νόημα βία. Ίσως αυτός είναι ένας από τους κύριους κινδύνους του καπιταλισμού: αν και – ακριβώς επειδή είναι παγκοσμιοποιημένος - αγκαλιάζει όλο το κόσμο, διατηρεί έναν χωρίς παγκοσμιότητα (worldless) ιδεολογικό αστερισμό στον οποίο οι άνθρωποι δεν διαθέτουν τα μέσα για να ανακαλύπτουν νοήματα. Το θεμελιώδες δίδαγμα της παγκοσμιοποίησης είναι ότι ο καπιταλισμός μπορεί να εγκατασταθεί σε όλους τους πολιτισμούς, από χριστιανικούς και ινδουιστικούς ή βουδιστικούς, από τη Δύση στην Ανατολή: δεν υπάρχει παγκόσμια «καπιταλιστική κοσμοθεωρία», δεν υπάρχει πρότυπο «καπιταλιστικού πολιτισμού». Η παγκόσμια διάσταση του καπιταλισμού, αντιπροσωπεύει αλήθειες χωρίς νόημα.

Το πρώτο συμπέρασμα που πρέπει να εξαχθεί από τις ταραχές, ως εκ τούτου, είναι ότι τόσο οι συντηρητικές όσο και οι φιλελεύθερες αντιδράσεις (reactions) απέναντι στις ταραχές είναι ανεπαρκείς. Η συντηρητική αντίδραση ήταν προβλέψιμη: δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για τέτοιου είδους βανδαλισμούς. πρέπει κανείς να χρησιμοποιήσει όλα τα απαραίτητα μέσα για να αποκαταστήσει την τάξη. για να αποτραπούν περαιτέρω εκρήξεις τέτοιου είδους δεν χρειάζεται περισσότερη ανοχή και κοινωνική βοήθεια, αλλά περισσότερη πειθαρχία, σκληρή δουλειά και αίσθημα ευθύνης.

Το λάθος με αυτό τον συλλογισμό είναι όχι μόνο ότι αγνοεί την απελπιστική κοινωνική κατάσταση η οποία ωθεί τους νέους προς βίαια ξεσπάσματα, αλλά, ίσως πιο σημαντικό, ότι αγνοεί τον τρόπο που αυτά τα ξεσπάσματα αντηχούν τις κρυφές προϋποθέσεις της ίδιας της συντηρητικής ιδεολογίας. Όταν, στη δεκαετία του 1990, οι Συντηρητικοί ξεκίνησαν την εκστρατεία τους για «επιστροφή στα βασικά», το άσεμνο συμπλήρωμά της αποκαλύφθηκε από τον Norman Tebbitt: Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ζώο της κοινωνίας (social animal) αλλά και ζώο της περιοχής (territorial animal). Πρέπει να είναι μέρος του προγράμματός μας να ικανοποιούνται τα βασικά ένστικτα του φυλετισμού (της φυλής, tribalism) και της εδαφικότητας (territorialism). Αυτή ήταν η πραγματική ουσία του προγράμματος «επιστροφή στα βασικά: η απελευθέρωση του βαρβάρου που κρύβεται κάτω από την φαινομενικά πολιτισμένη, αστική κοινωνία μας, μέσα από την ικανοποίηση των βαρβάρων "βασικών ενστίκτων».

Στη δεκαετία του 1960, Herbert Marcuse εισήγαγε την έννοια του «καταπιεστικού απο-εξαγνισμού» για να εξηγήσει την «σεξουαλική επανάσταση»: τα ανθρώπινα κίνητρα θα μπορούσαν να από-εξαγνιστούν, να αφεθούν αχαλίνωτα, και παρ’ όλα αυτά να εξακολουθούν να υπόκεινται στον καπιταλιστικό έλεγχο – βλέπε την  βιομηχανία του πορνό. Στους βρετανικούς δρόμους κατά τη διάρκεια των ταραχών, αυτό που είδαμε δεν ήταν άνθρωποι που είχαν μετατραπεί σε «θηρία», αλλά η απογυμνωμένη μορφή του «θηρίου» που παράγεται από την καπιταλιστική ιδεολογία.

Εν τω μεταξύ αριστεροί φιλελεύθεροι, όχι λιγότερο προβλέψιμα, παραμένουν προσκολλημένοι στα δικά τους «μάντρα» (σ.τ.μτφρ.: τα mantra είναι στιχάκια που βοηθούν στον διαλογισμό, στην συγκέντρωση και στην σωστή αναπνοή, στην γιόγκα) σχετικά με τα κοινωνικά προγράμματα και τις πρωτοβουλίες ενσωμάτωσης, η εγκατάλειψη των οποίων έχει στερήσει τους δεύτερης και τρίτης γενιάς μετανάστες από οποιαδήποτε οικονομική και κοινωνική προοπτική: τα βίαια ξεσπάσματα είναι τα μόνα μέσα που διαθέτουν για να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους. Αντί να εντρυφούμε σε φαντασιώσεις εκδίκησης, θα έπρεπε να κάνουμε προσπάθεια να κατανοήσουμε τα βαθύτερα αίτια των ξεσπασμάτων αυτών. Μπορούμε κάν να φανταστούμε τι σημαίνει να είσαι ένας νεαρός άνδρας σε μια φτωχή, φυλετικά μικτή περιοχή, να θεωρείσαι εκ των προτέρων ύποπτος και να παρενοχλείσαι από την αστυνομία, όχι μόνο άνεργος, αλλά συχνά μη «απασχολήσιμος», χωρίς καμία ελπίδα για το μέλλον?

Η επίπτωση είναι ότι οι όροι μέσα στους οποίους βρίσκονται αυτοί οι άνθρωποι καθιστούν αναπόφευκτο ότι θα βγουν στους δρόμους. Το πρόβλημα με αυτό το συλλογισμό, όμως, είναι ότι εμφανίζει μόνο τις αντικειμενικές συνθήκες για τις ταραχές. Η εξέγερση είναι μια υποκειμενική δήλωση, διακηρύσσει εμμέσως τον τρόπο με τον οποίο κάποιος συσχετίζεται με τις αντικειμενικές του συνθήκες.

Ζούμε σε κυνικούς καιρούς, και εύκολα φανταζόμαστε ότι αν ένας διαδηλωτής πιανόταν να λεηλατεί και να καίει ένα κατάστημα και πιεζόταν να δηλώσει τους λόγους για τις πράξεις του, θα απαντούσε στη γλώσσα που χρησιμοποιείται από τους κοινωνικούς λειτουργούς και τους κοινωνιολόγους, και θα επικαλούνταν την μειωμένη κοινωνική του κινητικότητα, την αύξηση της ανασφάλειάς του, την αποσύνθεση της πατρικής εξουσίας, την έλλειψη της μητρικής αγάπης στην πρώιμη παιδική ηλικία του. Ξέρει τι κάνει, αλλά το κάνει παρ 'όλα αυτά.

Είναι άσκοπο να αναλογιστούμε ποια από τις δύο αυτές αντιδράσεις, η συντηρητική ή η φιλελεύθερη, είναι χειρότερη: όπως θα το έθετε Στάλιν, είναι και οι δύο χειρότερες, και αυτό περιλαμβάνει την προειδοποίηση που δίνεται και από τις δύο πλευρές ότι ο πραγματικός κίνδυνος από αυτά τα ξεσπάσματα έγκειται στην προβλέψιμη ρατσιστική αντίδραση της «σιωπηλής πλειοψηφίας». Μία από τις μορφές που πήρε αυτή την αντίδραση ήταν η «φυλετική» δραστηριότητα των τοπικών (τουρκικής, Καραϊβικής, Σιχ) κοινοτήτων που οργάνωσαν γρήγορα τις δικές τους μονάδες επαγρύπνησης για να προστατεύσουν τις περιουσίες τους.

Είναι οι καταστηματάρχες, η μικρή αστική τάξη που υπερασπίζεται την περιουσία της από μια πραγματική, αν και βίαιη, διαμαρτυρία, ενάντια στο σύστημα? Ή είναι (οι καταστηματάρχες) εκπρόσωποι της εργατικής τάξης, που καταπολεμούν τις δυνάμεις της κοινωνικής αποσύνθεσης?
Και εδώ επίσης, θα πρέπει να απορρίψει κανείς το αίτημα να πάρει θέση. Η αλήθεια είναι ότι η σύγκρουση ήταν ανάμεσα σε δύο πόλους των μη προνομιούχων: εκείνους που έχουν καταφέρει να λειτουργούν μέσα στο σύστημα ενάντια σε εκείνους που είναι πολύ απογοητευμένοι για να συνεχίσουν να προσπαθούν.

Η βία των εξεγερμένων ήταν σχεδόν αποκλειστικά ενάντια στους δικούς τους. Τα αυτοκίνητα που κάηκαν και τα καταστήματα που λεηλατήθηκαν δεν ήταν σε πλούσιες γειτονιές, αλλά στις ίδιες τις γειτονιές των εξεγερμένων. Η σύγκρουση δεν είναι μεταξύ διαφορετικών τμημάτων της κοινωνίας. Είναι, στην πιο ριζοσπαστική τους μορφή, η σύγκρουση μεταξύ κοινωνίας και κοινωνίας. Μεταξύ αυτών που έχουν τα πάντα, και εκείνων που δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Μεταξύ εκείνων που δεν έχουν τίποτε στην κοινότητά τους και εκείνων που έχουν.

Ο Zygmunt Bauman χαρακτήρισε τις ταραχές ως πράξεις «ελαττωματικών και αποκλεισμένων καταναλωτών»: περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, ήταν μια εκδήλωση καταναλωτικής επιθυμίας η οποία εκδηλώνεται βίαια όταν αδυνατεί να υλοποιηθεί με τον «κατάλληλο» τρόπο – δηλαδή με ψώνια.
Ως εκ τούτου, περιέχουν επίσης μια στιγμή πραγματικής διαμαρτυρίας, με τη μορφή μιας ειρωνικής απάντησης στην καταναλωτική ιδεολογία: «Μας καλείτε να καταναλώνουμε, ενώ ταυτόχρονα μας στερείτε από τα μέσα για να το κάνουμε με κατάλληλο τρόπο – έτσι το κάνουμε με το μόνο τον τρόπο που μπορούμε!»

Οι ταραχές είναι μια επίδειξη της υλικής δύναμης της ιδεολογίας – πολύ περισσότερο, ίσως, για την « μετα-ιδεολογική κοινωνία». Από μια επαναστατική σκοπιά, το πρόβλημα με τις εξεγέρσεις δεν είναι η βία ως τέτοια, αλλά το γεγονός ότι η βία δεν είναι πραγματικά αυτο-κατηγορηματική. Είναι ανίσχυρη οργή και απελπισία μεταμφιεσμένη ως επίδειξη δύναμης. Είναι ο φθόνος μασκαρεμένος ως θριαμβευτής καρνάβαλος.

Οι ταραχές θα πρέπει να τοποθετηθούν σε σχέση με ένα άλλο είδος βίας που η φιλελεύθερη πλειοψηφία σήμερα αντιλαμβάνεται ως απειλή για τον τρόπο ζωής μας: τις τρομοκρατικές επιθέσεις και τις βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας. Και στις δύο περιπτώσεις, η βία και η καταπολέμηση της βίας είναι παγιδευμένες σε έναν φαύλο κύκλο, κάθε μία τους δημιουργεί τις δυνάμεις που η ίδια προσπαθεί να καταπολεμήσει. Και στις δύο περιπτώσεις, έχουμε να κάνουμε με τυφλά passages à lacte (στμτφρ ψυχολ: παρορμητικά ξεσπάσματα), όπου η βία αποτελεί μια σιωπηρή αποδοχή της ανικανότητας. Η διαφορά είναι ότι, σε αντίθεση με τις ταραχές στο Ηνωμένο Βασίλειο ή στο Παρίσι, οι τρομοκρατικές επιθέσεις πραγματοποιούνται στην υπηρεσία του απόλυτου Νοήματος που παρέχεται από τη θρησκεία.

Αλλά δεν ήταν οι αραβικές εξεγέρσεις μια συλλογική πράξη αντίστασης που απέφυγε την ψευδή εναλλακτική λύση της αυτοκαταστροφικής βίας και του θρησκευτικού φονταμενταλισμού? Δυστυχώς, το Αιγυπτιακό καλοκαίρι του 2011 θα μείνει στην ιστορία ως η σηματοδοσία του τέλους της επανάστασης, μια εποχή που η απελευθερωτική της δυνατότητα έπαθε ασφυξία. Νεκροθάφτες του είναι ο στρατός και οι ισλαμιστές. Το περίγραμμα της συμφωνίας μεταξύ του στρατού (που είναι στρατός του Μουμπάρακ) και των Ισλαμιστών (που ήταν στο περιθώριο κατά τους πρώτους μήνες της αναταραχής, αλλά κερδίζουν πλέον έδαφος) είναι όλο και πιο σαφές: οι ισλαμιστές θα ανεχτούν τα υλικά προνόμια του στρατού και σε αντάλλαγμα θα εξασφαλίσουν την ιδεολογική τους ηγεμονία.

Οι χαμένοι θα είναι οι φιλοδυτικοί φιλελεύθεροι, πολύ αδύναμοι - παρά τη χρηματοδότηση που παίρνουν από την CIA – για να «προωθήσουν την δημοκρατία», καθώς και οι πραγματικοί φορείς των γεγονότων της άνοιξης, η αναδυόμενη κοσμική (σ.τμτφρ. =secular, σε αντίθεση με το θρησκευτική) αριστερά που προσπαθεί να στήσει ένα δίκτυο οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, από συνδικαλιστικές οργανώσεις έως φεμινίστριες.

Η ραγδαία επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης αργά ή γρήγορα θα φέρουν τους φτωχούς, οι οποίοι ήταν σε μεγάλο βαθμό απόντες από τις διαμαρτυρίες της άνοιξης, στους δρόμους.
Είναι πιθανό να υπάρξει μια νέα έκρηξη, και το δύσκολο ερώτημα για τα πολιτικά υποκείμενα της Αιγύπτου είναι ποιος θα καταφέρει να κατευθύνει την οργή των φτωχών; Ποιος θα την μεταφράσει σε πολιτικό πρόγραμμα: η νέα κοσμική αριστερά ή οι ισλαμιστές?

Η κυρίαρχη αντίδραση της δυτικής κοινής γνώμης για το σύμφωνο μεταξύ Ισλαμιστών και στρατού, αναμφίβολα θα είναι μια θριαμβευτική επίδειξη κυνικής σοφίας: θα μας πουν ότι, όπως έγινε σαφές και στην περίπτωση του (μη αραβικού) Ιράν, οι λαϊκές εξεγέρσεις - αναταραχές στις αραβικές χώρες πάντα καταλήγουν σε μαχητικό ισλαμισμό. Ο Μουμπάρακ θα εμφανιστεί ότι αποτελούσε ένα πολύ μικρότερο κακό - καλύτερα να μείνεις με το διάβολο που γνωρίζεις παρά να κάνεις παιχνίδια με τη χειραφέτηση. Ενάντια σε τέτοιο κυνισμό, θα πρέπει κανείς να παραμείνει πιστός χωρίς όρους στον ριζοσπαστικό-απελευθερωτικό πυρήνα της Αιγυπτιακής εξέγερσης.

Αλλά θα πρέπει να αποφύγει κανείς και τον πειρασμό του ναρκισσισμού της χαμένης υπόθεσης: είναι πάρα πολύ εύκολο να θαυμάζουμε την μεγαλειώδη ομορφιά εξεγέρσεων καταδικασμένων να αποτύχουν. Η σημερινή αριστερά αντιμετωπίζει το πρόβλημα της «προκαθορισμένης άρνησης»: ποια νέα τάξη θα πρέπει να αντικαταστήσει το παλιό μετά την εξέγερση, όταν ο μεγαλειώδης ενθουσιασμός της πρώτης στιγμής έχει τελειώσει? Στο πλαίσιο αυτό, το μανιφέστο των ισπανών indignados (αγανακτισμένων), που εκδόθηκε μετά από τις διαδηλώσεις τους το Μάιο, είναι αποκαλυπτικό. Το πρώτο πράγμα που πιάνει το μάτι είναι ο επίμονα απολιτικός τόνος: «Μερικοί από εμάς θεωρούμε τους εαυτούς μας προοδευτικούς, άλλοι συντηρητικούς. Μερικοί από εμάς είναι θρησκευόμενοι, άλλοι όχι. Μερικοί από εμάς έχουν σαφώς καθορισμένες ιδεολογίες, άλλοι είναι απολιτικοί, αλλά είμαστε όλοι ανησυχούντες και θυμωμένοι για τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές προοπτικές που βλέπουμε γύρω μας: η διαφθορά ανάμεσα στους πολιτικούς, τους επιχειρηματίες, τους τραπεζίτες, μας αφήνει αβοήθητους, χωρίς φωνή».

Κάνουν τη διαμαρτυρία τους για λογαριασμό του: «αναφαίρετες αλήθειες που πρέπει να τηρούμε στην κοινωνία μας: το δικαίωμα στη στέγαση, την απασχόληση, τον πολιτισμό, την υγεία, την εκπαίδευση, την πολιτική συμμετοχή, την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και τα δικαιώματα των καταναλωτών για μια υγιή και ευτυχισμένη ζωή».

Απορρίπτοντας τη βία, καλούν σε μια: «ηθική επανάσταση, αντί να τοποθετούμε τα χρήματα πάνω από τα ανθρώπινα όντα, θα τα θέσουμε εκ νέου στην υπηρεσία μας. Είμαστε άνθρωποι, όχι προϊόντα. Δεν είμαι το προϊόν του τι αγοράζω, γιατί αγοράζω και από ποιόν αγοράζω».
Ποιοί θα είναι οι φορείς αυτής της επανάστασης; Οι indignados απορρίπτουν το σύνολο της πολιτικής τάξης, δεξιά και αριστερά, ως διεφθαρμένης και ελεγχόμενης από τον πόθο για εξουσία, αλλά το μανιφέστο αποτελείται παρ 'όλα αυτά από μια σειρά αιτημάτων που απευθύνεται σε - ποιον;

Ούτε στους ίδιους: οι indignados δεν υποστηρίζουν (ακόμη) ότι κανένας άλλος δεν θα το κάνει για αυτούς, ότι αυτοί οι ίδιοι θα πρέπει να είναι η αλλαγή που θέλουν να δουν. Και αυτή είναι η θανάσιμη αδυναμία των πρόσφατων διαδηλώσεων: εκφράζουν μια αυθεντική οργή που όμως δεν είναι σε θέση να μεταμορφωθεί σε ένα θετικό πρόγραμμα κοινωνικοπολιτικών αλλαγών. Εκφράζουν ένα πνεύμα εξέγερσης, χωρίς επανάσταση.

Η κατάσταση στην Ελλάδα φαίνεται πιο ελπιδοφόρα, ίσως εξ’ αιτίας της πρόσφατης παράδοσης για προοδευτική αυτο-οργάνωση (η οποία εξαφανίστηκε στην Ισπανία μετά την πτώση του καθεστώτος του Φράνκο).
Αλλά ακόμα και στην Ελλάδα, το κίνημα διαμαρτυρίας εμφανίζει τα όρια της αυτο-οργάνωσης: οι διαδηλωτές διατηρούν ένα χώρο ισόνομης ελευθερίας χωρίς κεντρική αρχή για να το ρυθμίσει, έναν δημόσιο χώρο όπου σε όλους παραχωρείται το ίδιο χρονικό διάστημα για να μιλήσει και ούτω καθεξής.

Όταν οι διαδηλωτές άρχισαν να συζητάνε τι θα κάνουν στη συνέχεια, πώς να προχωρήσουν πέρα ​​από την απλή διαμαρτυρία, η συναίνεση της πλειοψηφίας έλεγε ότι αυτό που χρειαζόταν δεν ήταν ένα νέο κόμμα ή μια άμεση προσπάθεια να καταληφθεί η κρατική εξουσία, αλλά ένα κίνημα που σκοπός του θα είναι να  ασκεί πίεση στα πολιτικά κόμματα. Αυτό σαφώς δεν αρκεί για να επιβάλει μια αναδιοργάνωση της κοινωνικής ζωής. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται ένα ισχυρό σώμα (body) ικανό να παίρνει γρήγορα αποφάσεις και να τις υλοποιεί με όλη την απαραίτητη δριμύτητα.

Σ.τμτφρ. Ο Slavoj Zizek είναι Σλοβένος φιλόσοφος που εργάζεται πάνω στις παραδόσεις του Χέγκελ, του Μάρξ και της ψυχανάλυσης του Λακάν.  


Η μετάφραση στα Ελληνικά έγινε από το blog "για την κοινωνική αριστερά" στις 21/8/2011

http://giatinkinonikiaristera.blogspot.com/2011/08/slavoj-zizek.html

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011

Το κύκνειο άσμα του Ευρώ



Swan Song for the Euro

Junk It and Start Over Again

By MIKE WHITNEY


 Το κύκνειο άσμα του Ευρώ

Πετάξτε το και ξαναρχίστε από την αρχή

του MIKE WHITNEY

( Δημοσιεύτηκε στο COUNTERPUNCH στις 8/8/2011:

Όλοι ξέρουμε την άσκηση: Οι αποδόσεις των ομολόγων αρχίζουν να  εκτινάσσονται σε μια από τις μικρότερες χώρες της ΕΕ, και προτού να το καταλάβετε, οι μεγαλύτερες χώρες καλούνται να τη διασώσουν.
Αυτό το είδαμε να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά.

Αυτή τη φορά, η Ιταλία και η Ισπανία είναι στο στόχαστρο. Εκνευρισμένοι επενδυτές εγκατέλειψαν τις αγορές ομολόγων των μικρότερων χωρών για την ασφάλεια των γερμανικών ομολόγων, των αμερικανικών κρατικών ομολόγων και των πολύτιμων μετάλλων. Οι ρευστοποιήσεις έχουν στείλει τις αποδόσεις των ιταλικών ομολόγων στη στρατόσφαιρα, καθιστώντας πιο ακριβή την χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της κυβέρνησης.

Έτσι, τα χρέη και τα ελλείμματα μεγαλώνουν και η καθοδική πορεία ξεκινά. Τα ίδια και τα ίδια….
Γι αυτό η ΕΚΤ κάλεσε έκτακτη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΕ την Κυριακή (σ.τ.μτφρ. 14/8/2011) για να κατασκευάσουν άλλη μια διάσωση στο παρά πέντε, πριν οι αγορές ανοίξουν την Δευτέρα.

Αν είχαν αγνοήσει το πρόβλημα, θα είχαμε το φαινόμενο Lehman Brothers και πάλι. Χρηματιστήρια να βυθίζονται, κόσμος να τρέχει πανικόβλητος στις τράπεζες και μια παγκόσμια οικονομική κρίση.

Διαβάστε παρακάτω μια περίληψη από το Bloomberg:

«Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Jean-Claude Trichet άρχισε σήμερα να αγοράζει ιταλικά και ισπανικά ομόλογα, σε μια από τις  πιο επικίνδυνες προσπάθειές του όμως να δαμάσει την κυριαρχούσα κρίση του δημόσιου χρέους.
Οι τιμές των ιταλικών και ισπανικών ομολόγων ομόλογα αυξήθηκαν, καθώς η ΕΚΤ εισήλθε στην αγορά, μειώνοντας τις αποδόσεις των 10ετών ομολόγων περισσότερο από 70 μονάδες βάσης. Το ευρώ ανήλθε στα 1,4355 δολάρια στις 10:30 π.μ. στη Φραγκφούρτη, από 1,4277 δολάρια κατά το κλείσιμο των ευρωπαϊκών συναλλαγών την Παρασκευή.
Με τις κυβερνήσεις να αποτυγχάνουν να ενεργήσουν αρκετά γρήγορα ώστε να σταματήσουν την εξάπλωση της δημοσιονομικής κατάρρευσης από την Ελλάδα, το βάρος έχει πέσει στην ΕΚΤ να αντιμετωπίσει μια κρίση που απειλεί τώρα την επιβίωση του ευρώ.
Η αγορά ιταλικού και ισπανικού χρέος μπορεί να απαιτήσει από την ΕΚΤ να αυξήσει σημαντικά τον ισολογισμό της, ενώ την αφήνει έκθετη σε κατηγορίες ότι προσπαθεί να διασώζει σπάταλα έθνη, παραβιάζοντας έτσι μια βασική αρχή στην ιδρυτική συνθήκη του ευρώ (στμτφρ: συνθήκη περί μη επεμβάσεων για διάσωση – no bailout) και υπονομεύοντας έτσι την αξιοπιστία του ευρώ. Η Γερμανική Κεντρική Τράπεζα (Bundesbank) διαφωνεί με την κίνηση αυτή του Τρισέ» (Bloomberg)

Εντάξει, έτσι η αγορά ομολόγων της Ιταλίας αποκτά έναν αναπνευστήρα, αλλά για πόσο καιρό; Σε τελευταία ανάλυση, οι επενδυτές δεν είναι ηλίθιοι. Ξέρουν ότι η Ιταλία έχει την 3η μεγαλύτερη αγορά ομολόγων στον κόσμο ($ 2,6 τρισεκατομμύρια) και ότι, αν ο επικεφαλής της ΕΚΤ Jean-Claude Trichet εννοεί  στα σοβαρά ότι θα την διασώσει, αυτός θα πρέπει να πείσει τα υπόλοιπα μέλη να τριπλασιάσουν το μέγεθος του ταμείου έκτακτης ανάγκης. (Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας – EFSF, διαθέτει σήμερα € 440 δισ).
Κάτι τέτοιο δεν έχει καμία πιθανότητα να περάσει στη Γερμανία, όπου οι τελείως αντιδημοφιλείς  διασώσεις έχουν ήδη πλήξει το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα της καγκελάριου Άνγκελας Μέρκελ και έχουν αλλάξει εντελώς το πολιτικό σκηνικό.

Έτσι, το αν αυτή η κίνηση ηρεμεί τις αγορές ή όχι, μπορεί να μην έχει καμία σημασία, γιατί η νομισματική ένωση οδεύει προς διάλυση ούτως ή άλλως.

Εδώ είναι ένα απόσπασμα από ένα άρθρο στο Nasdaq που βοηθά στην εξήγηση:

«Η Κυβέρνηση της Γερμανίας θεωρεί ότι η Ιταλία είναι πολύ μεγάλη για να διασωθεί από το ταμείο διάσωσης της Ευρώπης, αναφέρει το περιοδικό Der Spiegel σε μια προδημοσίευση ενός άρθρου του που θα βγει τη Δευτέρα.
Η κυβέρνηση αμφιβάλλει κατά πόσον, ακόμη και τριπλασιάζοντας το μέγεθος του ταμείου διάσωσης (αυτού που είναι γνωστό ως το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας), θα μπορέσει να σώσει την Ιταλία, επειδή οι ανάγκες χρηματοδότησης της χώρας αυτής είναι τεράστιες, αναφέρει το περιοδικό χωρίς να ονοματίζει την πηγή των πληροφοριών του.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jose Manuel Barroso, αυτή την εβδομάδα πρότεινε την αύξηση του μεγέθους του EFSF (το οποίο έχει επί του παρόντος προβλεπόμενη ικανότητα δανεισμού EUR 440 δις), προκειμένου να  σταματήσει την επιδείνωση της κρίσης χρέους της Ευρώπης.
Οικονομικοί εμπειρογνώμονες της Γερμανικής κυβέρνησης πιστεύουν ότι τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ δεν θα μπορούσαν να εγγυηθούν τα 1,8 τρισεκατομμύρια ευρώ του δημόσιου χρέους της Ιταλίας, χωρίς να χρειαστεί να συνεισφέρει (να ταλαιπωρηθεί) πάρα πολύ η Γερμανία, αναφέρει το Der Spiegel.
Έτσι, η Κυβέρνηση της Γερμανίας επιμένει ότι η Ιταλία θα πρέπει να κατευθυνθεί προς περικοπές και μεταρρυθμίσεις, για να βγει από την κρίση, αναφέρει το περιοδικό. Η Γερμανική κυβέρνηση θεωρεί ότι το EFSF θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο για τη διάσωση των μικρών και μεσαίου μεγέθους χωρών, αναφέρει το περιοδικό. (" Η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί την Ιταλία πολύ μεγάλη για να διασωθεί από το EFSF. Spiegel», Nasdaq)

Οπότε, ναι, η Γερμανία κάνει κινήσεις και προσπαθεί να καταπραΰνει τις αγορές, αλλά, πίσω από τις κουρτίνες, οι πολιτικοί της πιστεύουν ότι οι κινήσεις αυτές είναι μάταιες.
Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) θα πρέπει να αυξηθεί κατά περισσότερο από 1,5 τρισεκατομμύρια δολάρια και, ακόμα και τότε, δεν θα υπήρχε καμία εγγύηση ότι τα ασθενέστερα μέλη θα συμμορφωθούν με τις κατευθυντήριες γραμμές του ελλείμματος ή θα κατευθυνθούν προς την έξοδο από την βύθιση που τους επιβάλλει η ΕΚΤ. Δηλαδή ποιο είναι το νόημα?
Είτε όλα τα 17 μέλη θα θυσιάσουν λίγη από την δική τους και θα δημιουργήσουν μια ισχυρότερη οικονομική ένωση ή θα εγκαταλείψουν το σχέδιο του ευρώ συνολικά.

Αλλά τι σημαίνει στην πραγματικότητα μια "ισχυρότερη οικονομική ένωση"? Περισσότερη δύναμη στους μη εκλεγμένους, αυτο-εξυπηρετούμενους γκάνγκστερ της ΕΚΤ? Όχι ευχαριστώ!

Ο καλύτερος τρόπος να προχωρήσουμε είναι να εγκαταλείψουμε το ευρώ και να ξεκινήσουμε από το μηδέν.

Όσο επώδυνο και αποδιοργανωτικό μπορεί να είναι κάτι τέτοιο, η εναλλακτική λύση είναι απείρως χειρότερη. Αρκεί να δει κανείς τον τρόπο με τον οποίο έγινε η διαχείριση των οικονομικών κρίσεων: σε κάθε περίπτωση, τα συμφέροντα των τραπεζιτών και των ομολογιούχων προηγήθηκαν σε βάρος των συμφερόντων του λαού. Και, σε κάθε περίπτωση, ζητήθηκε από τους εργαζόμενους να σηκώσουν το κύριο βάρος των απωλειών, μέσω μέτρων λιτότητας.
Αυτό οδήγησε σε κατακερματισμό του δικτύου κοινωνικής προστασίας, αύξηση της ανεργίας, και ιδιωτικοποίηση δημόσιων κεφαλαιουχικών αγαθών.
Γιατί; Επειδή η πολιτική αυτή υπαγορεύεται από την ΕΚΤ, και το πρωταρχικό καθήκον της ΕΚΤ είναι να εξασφαλίσει ότι οι τράπεζες δεν θα χάσουν χρήματα.

Να πώς το συνοψίζουν οι Financial Times:

«Η Ιταλία έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει την άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων για μήνες. Οι Ευρωπαϊκές Τράπεζες όμως δεν μπορούν να περιμένουν. Οι ανησυχίες για τις τράπεζες, μετρούμενες με το χάσμα ανάμεσα στα επιτόκια των προθεσμιακών συμφωνιών σε ευρώ και στα ημερήσια swaps, είναι πλέον μεγαλύτερο από ό, τι κατά την διάρκεια της κορύφωσης του πανικού του περασμένου έτους με αφορμή την Ελλάδα. Η τελευταία φορά που οι τιμές των μετοχών των τραπεζών είχαν φτάσει πάλι τόσο χαμηλά ήταν τον Απρίλιο του 2009, όταν η αγορά είχε πατώσει» («Το φάρμακο του Δρ. Trichet αφήνει πικρή επίγευση», Financial Times)

Έτσι, το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων του Trichet δεν έχει στην πραγματικότητα να κάνει καθόλου με την Ιταλία. Είναι απλώς άλλη μια διάσωση των τραπεζών. Και ο λόγος που οι τράπεζες χρειάζονται άλλη μία διάσωση είναι επειδή πρόκειται να χάσουν τόνους χρημάτων από τα παλιο-ομόλογα που αγοράστηκαν κατά τη διάρκεια των ετών της φούσκας.

Το παρακάτω είναι από την εφημερίδα The Independent:

«Το πρόβλημα είναι ότι όλες οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν δανείσει τεράστια χρηματικά ποσά η μία στην άλλη. - Η Ιταλία έχει δανείσει $ 31 δις στην Ισπανία, η Γερμανία έχει δανείσει $ 238 δισ στην Ισπανία και η Ιταλία έχει δανειστεί $ 511 δισ από τη Γαλλία. Η ανησυχία έγκειται στο ότι αυτό μοιάζει με έναν πύργο από τραπουλόχαρτα: μόλις φύγει ένα, θα πέσουν όλα μαζί. Και οι τράπεζες φοβούνται ότι αν οι πολιτικοί ηγέτες συμφωνήσουν για ένα νέο πακέτο, πολλές από αυτές θα αναγκαστούν να αναλάβουν ζημίες στα δάνεια τους». ("Ανησυχίες για την παγκόσμια κρίση; Οι ειδικοί μας εξηγούν τι συμβαίνει", The Independent).


Αυτό επιβεβαιώνει ακριβώς αυτό που λέμε από την αρχή, ότι το όλο θέμα είναι για τις τράπεζες. Και τι θα γίνει δηλαδή εάν πέσουν πολύ οι τιμές των ομολόγων; Απλώς, οι χώρες που επηρεάζονται θα πρέπει να αναδιαρθρώσουν τα χρέη τους και αυτό είναι όλο.
 Σίγουρα, είναι μια επίπονη διαδικασία, αλλά δεν είναι το τέλος του κόσμου. Αντίθετα, ΘΑ ΗΤΑΝ το τέλος του κόσμου για πολλές από τις τράπεζες, επειδή δεν έχουν αρκετά κεφάλαια.  Να γιατί η ΕΚΤ παρεμβαίνει: για να κρατήσει με τεχνητό τρόπο τις τιμές των ομολόγων ψηλά. Είναι βασικά μια επιδότηση προς τις τράπεζες την οποία πληρώνουν οι φορολογούμενοι.
 Μπορείτε να θυμηθείτε κάποια φορά που η ΕΚΤ ή Αμερικανική Κεντρική Τράπεζα έκαναν ποτέ το ίδιο και για τους απλούς εργαζόμενους ανθρώπους?  Όπως και με το θέμα των στεγαστικών δανείων;

Ποτέ. Οι μεσαίοι ιδιοκτήτες σπιτιών έλαβαν ένα λογαριασμό 8 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, όταν η φούσκα των ακινήτων έσκασε αφανίζοντας τις περισσότερες από αποταμιεύσεις τους και αφήνοντας την οικονομία σε υψηλά επίπεδα και στεγνωμένη.  Μόνο για τις τράπεζες γίνονται χάρες.

Εάν κερδίζουν, κρατούν τα κέρδη. Και αν χάσουν, τους περιμένει μια διάσωση. Και, φυσικά, όλο αυτό έχει τρομερές συνέπειες για την πραγματική οικονομία, επειδή η εκτροπή κεφαλαίων προς τα παραπαίοντα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αποτελεί τροχοπέδη της ανάπτυξης και παρατείνει την ύφεση.

Δεν είναι τυχαίο ότι η μαζική διάσωση των τραπεζών συνοδεύεται από μέτρα σφιξίματος του ζωναριού που έχουν ωθήσει την ευρύτερη οικονομία στο χείλος άλλης μιας ύφεσης. Η στήριξη τοξικών στοιχείων του ενεργητικού είναι μια δαπανηρή επιχείρηση που έχει ως αποτέλεσμα χρόνια υψηλή ανεργία, μείωση της ζήτησης, και επιβράδυνση της ανάπτυξης. Αρκεί να δει κανείς τα δεδομένα.

Αυτό είναι από ένα άρθρο στο περιοδικό The Economist:

"Αυξάνονται οι ανησυχίες σχετικά με τη χρηματοδότηση τραπεζών, καθώς ιδιαίτερα οι ευρωπαϊκές τράπεζες, δυσκολεύονται να βρουν βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις. Οι αναλυτές παρακολουθούν στενά το περιθώριο (spread) ανάμεσα στο Euribor και το OIS (overnight indexed swap) το οποίο, στην πραγματικότητα, μετάει το πόσο νευρικές είναι οι Ευρωπαϊκές Τράπεζες στον να δανείζουν χρήματα η μία στην άλλη: αυτό το χάσμα διευρύνεται και πάλι.
Το ποσό των μετρητών που οι τράπεζες της ευρω-ζώνης έχουν καταθέσει στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ποσό που βεβαίως δεν πρόκειται να δανεισθεί σε άλλες τράπεζες) έφτασε στα πιο υψηλά επίπεδα των τελευταίων έξι μηνών αυτή την εβδομάδα.
Πέρα από τον Ατλαντικό, οι επενδυτές απέσυραν $ 66 δισεκατομμύρια από την χρηματαγορά στην εβδομάδα που έληξε στις 3 Αυγούστου, σύμφωνα με στοιχεία της Lipper, μιας εταιρεία ερευνών. Αυτή είναι η δεύτερη μεγαλύτερη καθαρή εκροή που έχει καταγραφεί. Τα κεφάλαια της χρηματαγοράς πιέζουν  σκληρά προς τα κάτω σκληρά για τις ημερομηνίες λήξης των ομολόγων. Το αφεντικό μίας ευρωπαϊκής τράπεζας, δήλωσε ιδιαιτέρως αυτή την εβδομάδα ότι δεν είχε δει ποτέ τόσο έντονη αποφυγή κινδύνου.
Σε απάντηση η ΕΚΤ ανακοίνωσε χθες την επανεισαγωγή της εξάμηνης απεριόριστης χρηματοδότησης στις τράπεζες που την χρειάζονται, από τρίμηνη που ήταν μέχρι σήμερα. («Ίλιγγος», The Economist)

Καταλαβαίνετε το νόημα; Οι δραστηριότητες οικονομικού ξεριζωμού που ασκούν οι τράπεζες μας έχουν βάλει όλους σε κίνδυνο και πάλι. Το σκουληκιασμένο οικονομικό κατασκεύασμα αρχίζει τρέμει και πάλι, όπως ακριβώς και το 2008.
Οι τράπεζες αποθησαυρίζουν μετρητά κατά την διάρκεια της νύχτας από την ΕΚΤ, οι επενδυτές αποτραβούν τα χρήματά τους από τις χρηματαγορές, τα όργανα μέτρησης της πίεσης της αγοράς είναι στα κόκκινα και ο διατραπεζικός δανεισμός έχει αρχίσει να διαλύεται. Τι θα γίνει αν τελειώσει η ρευστότητα? Game Over.
Το χρηματοπιστωτικό σύστημα της ΕΕ θα παραλύσει και η παγκόσμια οικονομία θα πάει σε ελεύθερη πτώση. Γι 'αυτό ο Trichet παρενέβη παρά τις αντιρρήσεις από τους γερμανούς- μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ. Ήταν η μόνη ευκαιρία που είχε να αποφύγει άλλη μια καταστροφή.

Αλλά τι σημαίνει αυτό για την κατάσταση της δημοκρατίας στην ευρωζώνη; Οι άνθρωποι θέλουν πραγματικά τους καρχαρίες της ΕΚΤ να υπαγορεύουν την οικονομική πολιτική; Μάλλον όχι.
Έτσι, αξίζει πραγματικά να διασωθεί το ευρώ?

Θα αφήσουμε τον οικονομολόγο Mark Weisbrot να δώσει την απάντηση στο ερώτημα αυτό:

«Φαίνεται ότι ένα μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής Αριστεράς δεν κατανοεί τη δεξιά φύση των θεσμών, των  αρχών, και κυρίως των μακροοικονομικών πολιτικών που υπάρχουν στην Ευρωζώνη....
Το πρόβλημα είναι ότι η νομισματική ένωση, σε αντίθεση με την ίδια την ΕΕ, είναι αναμφίβολα ένα δεξιό πρόγραμμα. Εάν αυτό δεν έχει καταστεί σαφές από το ξεκίνημά του, θα πρέπει να είναι οδυνηρά σαφές τώρα, καθώς οι   ασθενέστερες οικονομίες της ευρωζώνης υπόκεινται στην τιμωρία που προηγουμένως προοριζόταν για χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος χώρες που αλιεύονται στη πιάνονται στην δαγκάνα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείο (ΔΝΤ) και των διοικητών του από το G-7.
 Αντί να προσπαθεί να βγει από την ύφεση, μέσω οικονομικών ή / και νομισματικών μέτρων τόνωσης της οικονομίας- αυτό δηλαδή που έκαναν οι περισσότερες κυβερνήσεις του κόσμου το 2009 - αυτές οι κυβερνήσεις εξαναγκάζονται να κάνουν το ακριβώς αντίθετο, με τεράστιο κοινωνικό κόστος.
Και μάλιστα με ακόμη χειρότερο τρόπο: με τις ιδιωτικοποιήσεις στην Ελλάδα ή τις «μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας» στην Ισπανία. Με τα μέτρα που έχουν ως αποτέλεσμα την χειροτέρευση της διανομής του εισοδήματος και του πλούτου. Με τη συρρίκνωση και αποδυνάμωση του κράτους πρόνοιας, ενώ οι τράπεζες διαζώσονται με έξοδα των φορολογουμένων - όλα αυτά προβάλλουν το σαφώς δεξιό πρόγραμμα των ευρωπαϊκών αρχών, καθώς και την προσπάθειά τους να επωφεληθούν από την κρίση για να εγκαθιδρύσουν μακροπρόθεσμες δεξιές πολιτικές μεταρυθμίσεις» («Γιατί το ευρώ δεν αξίζει να σωθεί». Mark Weisbrot, CounterPunch).

Επαναλαμβάνουμε: «…η νομισματική ένωση αποτελεί αναμφίβολα δεξιό πρόγραμμα…»

Είναι ώρα να τελειώνουμε με το ευρώ και την μιζέρια του και να ξαναρχίσουμε από την αρχή.

Ο Mike Whitney ζεί στην Πολιτεία της Ουάσιγκτον. Μπορεί να τον βρεί κανείς στο fergiewhitney@msn.com

ΟΔΟΙ ΔΙΑΦΥΓΗΣ ΣΤΗΝ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΓΑΛΛΙΚΩΝ ΠΡΟΑΣΤΙΩΝ (περιοδικό Θέσεις, Τεύχος 95, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2006)


(Αναδημοσιεύουμε από το περιοδικό Θέσεις, Τεύχος 95, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2006)

Τρείς χώρες εκδήλωσαν κατα τη γνώμη μας μητροπολιτικές εξεγέρσεις συγκρίσιμης φύσης τα τελευταία τριάντα χρόνια. Η Βρετανία, οι ΗΠΑ και η Γαλλία. Οι λόγοι είναι για συζήτηση και το παρακάτω κείμενο θέτει ορισμένες κρίσιμες πλευρές. 

Μπορεί να γράφτηκε για την περίπτωση της Γαλλίας αλλά το πεδίο που του αναλογεί είναι ευρύτερο και αφορά σε όλες τις πρώην αποικιακές δυνάμεις ή για να το κάνουμε πιό συγκεκριμένο, σε όλες τις χώρες που στα πλαίσια της αποικιοκρατίας ή της αποίκησης, συνέδεσαν τη μοίρα τους και την ανάπτυξή τους με οποιοδήποτε τρόπο με την δουλεία ή την εκμετάλλευση άλλων ανθρώπινων φυλών.

Με την αφορμή της εξέγερσης των Βρετανών, μαύρων και λευκών "εκτός τόπου" ή μήπως "εκτός χρόνου"; , ας  θυμηθούμε το άρθρο αυτό κι ας πιάσουμε πάλι τη συζήτηση από εκεί που την αφήσαμε.
  
"για την κοινωνική αριστερά"  19.8.2011


ΟΔΟΙ ΔΙΑΦΥΓΗΣ ΣΤΗΝ ΕΞΕΓΕΡΣΗ 
    ΤΩΝ ΓΑΛΛΙΚΩΝ ΠΡΟΑΣΤΙΩΝ  
των Παύλου Χατζόπουλου και Ελένης Καμπούρη 

 Βρεθήκαμε στο Παρίσι κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Νοεμβρίου. Η πρόσβαση στα προάστια ήταν αδύνατη. Το «κέντρο» της πόλης έμοιαζε ήσυχο, δεν είδαμε καμία διαδήλωση, καμία ιδιαίτερη κινητοποίηση της αστυνομίας. «Το Παρίσι στις φλόγες»;Την ημέρα που φεύγαμε κυκλοφόρησε η φήμη ότι η εξέγερση θα μετατοπιζόταν χωρικά. Οι εξεγερμένοι σχεδίαζαν, σύμφωνα με τις ίδιες φήμες, να μεταβούν σε κάποιο από τα κεντρικά σημεία της πόλης για να διαδηλώσουν, να μεταφέρουν τα αιτήματά τους, ή να τα σπάσουν. Τίποτα τέτοιο δεν συνέβη. Τι ήταν εκείνο που εμπόδιζε την απόδραση από τα γαλλικά προάστια; Τι στάθηκε εμπόδιο στην κατά μέτωπο σύγκρουση με την κεντρική εξουσία; Η «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» που επιβλήθηκε από τη γαλλική κυβέρνηση ή μήπως η επιθυμία των εξεγερμένων να σπάσουν τα δίκτυα επικοινωνίας με το κέντρο;

Η απόδραση αποτελεί μια νοσταλγική φαντασίωση των κοινωνιών του ελέγχου. Με την αποδυνάμωση των χώρων εγκλεισμού, η απόδραση από το άσυλο, το στρατόπεδο συγκέντρωσης, τη φυλακή, το σχολείο, την εργασία δεν οδηγεί πλέον σε ένα ξέχωρο, λιγότερο καταπιεστικό «έξω». [1] Αποκτά έτσι νοσταλγικό και φυσικά εμπορικό χαρακτήρα. Οι κοινωνίες του ελέγχου χαρακτηρίζονται από τη θεώρηση ως αναχρονισμού της άμεσης επιβολής βίας, των στεγανών συνθηκών εγκλεισμού και από τη διαρκή ανακάλυψη εικονικών αποδράσεων από το χώρο και το χρόνο της καθημερινής ζωής. [2] Οι εξεγερμένοι στη Γαλλία δεν προσπάθησαν, όμως, να αποδράσουν, έστω και εφήμερα, έστω και συμβολικά, από τις περιοχές τους. Ούτε και όταν η γαλλική κυβέρνηση τις κήρυξε επίσημα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Σε αντιδιαστολή, η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να οδηγηθεί σε έναν σημαντικό αναχρονισμό, σε μια απεγνωσμένη επιστροφή σε αντιοικονομικές μορφές εξουσίας, σε παρωχημένες αποικιακές μεθόδους.

Εάν εμμείνουμε στο τι δεν έγινε στην Γαλλία, δεν πρόκειται να προβληματιστούμε σχετικά με το σημαντικότερο ερώτημα που στοιχειώνει τις ταραχές. Ποια ακριβώς είναι η επιθυμία των εξεγερμένων; Στόχος μας είναι να δείξουμε ότι η εξέγερση δεν μπορεί να αναχθεί σε μια α-πολιτική πράξη. Αντιθέτως, θα ήταν χρήσιμο να δούμε την εξέγερση ως μια ευκαιρία για να αναπροσδιορίσουμε την έννοια της πολιτικής πράξης σε ένα καθεστώς ελέγχου που διαχέεται. Θα προσπαθήσουμε, με άλλα λόγια, να αναλύσουμε την εξέγερση ως μια πρακτική επέμβασης στις σχέσεις εξουσίας που διαμορφώνουν το χώρο των γαλλικών προαστίων. [3] Η εξέγερση δεν απέρριψε συλλήβδην, όπως υποστηρίχτηκε αλλού, το χώρο των προαστίων. Είχε, αντιθέτως, μια αμφίσημη στάση απέναντι στους χώρους στους οποίους εκδηλώθηκε. [4]

Αντί να εστιάσουμε λοιπόν στις προσπάθειες των ΜΜΕ και των αναλυτών να συνθέσουν κάποιες εμφανείς αιτίες, κάποια ξεκάθαρα αιτήματα, ή έστω έναν πιο συστηματικό απολογισμό των γεγονότων θα ήταν πιο χρήσιμο να προσπαθήσουμε να «διαβάσουμε» τα σημάδια της εξέγερσης, όπως αυτά ξεπροβάλλουν φαντασμαγορικά εντός της κατάστασης έκτακτης ανάγκης και μέσα από την κάλυψη των γεγονότων από τα ΜΜΕ. Τα μοναδικά σημεία όπου διασταυρώνεται η επιθυμία να πλησιάσουμε τις εξεγέρσεις αυτές με την επιθυμία των εξεγερμένων είναι ακριβώς η ανταλλαγή αυτών των σημαδιών που είναι ανοιχτά σε πολλαπλές ερμηνείες, αλλά που συνθέτουν τον κοινό τόπο μέσα στον οποίο είναι πλέον δυνατόν να μιλήσουμε για στρατηγικές ελέγχου αλλά και στρατηγικές αντίστασης.

Σημάδια  
Σημάδι πρώτο: Η ταυτότητα των εξεγερμένων ήταν αμφίσημη και ριζωματική. [5] Η γλώσσα της εξέγερσης ήταν αυτή των blogs.

Γαλλικά γραμμένα με βάση την ακουστική τους. Με συνεχή λογοπαίγνια και ρίμα. Γλώσσα σαφώς και ηθελημένα ανορθόγραφη που παράγει έναν κοινό χώρο για το πλήθος. Μια γλώσσα του στυλ, γραμμένη «σαν να είναι κανείς ξένος στην ίδια του τη γλώσσα», όχι γιατί μιλάει μια γλώσσα διαφορετική αλλά γιατί παραμένει «δίγλωσσος και πολύγλωσσος μέσα στην ίδια του τη γλώσσα». [6]

«Για κάθε φυσιολογικό άτομο το να σχηματίζει γραμματικά ορθές προτάσεις είναι προϋπόθεση για οποιαδήποτε υποταγή στους κοινωνικούς νόμους. Υποτίθεται ότι κανένας δεν θα έπρεπε να αγνοεί την εγγραμματοσύνη, όσοι την αγνοούν ανήκουν σε ειδικά ιδρύματα. Η ενότητα της γλώσσας είναι στην ουσία πολιτική. Δεν υπάρχει μητρική γλώσσα, μονάχα ένα πραξικόπημα της εξουσίας μέσα από την κυρίαρχη γλώσσα που κάποιες φορές επιτίθεται σε ενιαίο μέτωπο και κάποιες φορές ελίσσεται σε διαφορετικά κέντρα συγχρόνως». [7]

Η γλώσσα της εξέγερσης δεν είναι βέβαια κάτι καινούργιο: υπάρχει από καιρό σε μια διακειμενική σχέση με τη γλώσσα των ράπερ της Αμερικής, έχει εμπορευματοποιηθεί με το γαλλικό ραπ και συχνά εξάγεται σαν γαλλικό πολιτιστικό προϊόν. [8] Είναι μια γλώσσα, όμως, που αναπαράγοντας τη δομή των γλωσσών των Αμερικανών ράπερ (συλλαβές με όμοιο ήχο εναλλάσσονται) στρέφεται ενάντια στην ενότητα της γλώσσας, μιλάει σαν ξένη εντός, για να αναδομήσει τον γαλλικό λόγο. Οι συνεχείς αναφορές στην «αποτυχία του γαλλικού εκπαιδευτικού συστήματος στα προάστια» [9] αγνοούν αυτή τη δυναμική παραγωγή γλώσσας: Δεν πρόκειται για διάλεκτο αλλά για ένα σύστημα με διαφορετική γραμματική, συντακτικό, ορθογραφία και λεξιλόγιο, για μια γλώσσα που περισσεύει, που ξεπηδά μέσα από την ανεπαρκή επιβολή του κεντρικού ελέγχου. [10]
Παραδόξως, η πιο αποτελεσματική ενέργεια ενάντια στην εξέγερση προήλθε από τη Lib e ration, που σε μια κίνηση ατυχούς αριστερής δημοσιογραφίας προσπάθησε να ερμηνεύσει τα σημάδια, να μεταφράσει τα μηνύματα, να τα κάνει προσιτά στον μέσο αναγνώστη, να εξηγήσει τις αιτίες του φαινομένου, να δικαιολογήσει την εξέγερση. Την επόμενη ημέρα, οι γαλλικές αρχές κατέβασαν τα blogs από το διαδίκτυο, προκειμένου να μην εξαπλωθεί η εξέγερση. [11]

Για κάποιο περίεργο λόγο, όμως, το blog του clichysousbomb παρέμεινε: ακόμη και σήμερα στο διαδίκτυο εμφανίζονται εκεί μια σειρά φωτογραφίες. [12] Οι πιο πολλές απεικονίζουν τον clichysousbomb σε κοντινά πορτραίτα, τη φίλη του και τους φίλους του. Το τοπίο ίσα ίσα που ξεχωρίζει πίσω από τα κεφάλια τους. Κανείς δεν μπορεί να διακρίνει αν είναι τα banlieues που περικλείουν τα πρόσωπα, ούτε και να προσδιορίσει πού ακριβώς βρίσκονται. Μια δεύτερη σειρά φωτογραφιών απεικονίζει φιγούρες από τη μέση και πάνω, σε εκδρομή σε μια γαλλική παραλία ή για περπάτημα στα γαλλικά βουνά. Τέλος, εμφανίζεται και μια τρίτη κατηγορία: εικόνες χωρίς πρόσωπα, καρτ-ποστάλ από την Αλγερία και η Μέκκα. Στην τελευταία και πιο σημαντική φωτογραφία ο clichysousbomb εμφανίζεται με μια μάσκα θανάτου που μπαίνει και βγαίνει.

Οι εικόνες αυτές έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τις αναπαραστάσεις της εξέγερσης από τα ΜΜΕ: μακρινές φωτογραφίες των γαλλικών προαστίων σε έντονα χρώματα και σκοτεινές φιγούρες με καλυμμένα πρόσωπα. Σε αυτές, κυριαρχεί το τοπίο και τα πρόσωπα χάνονται. Η εξέγερση παρουσιάζεται, εκεί, ως το προϊόν υποβαθμισμένων περιοχών, δυσλειτουργικών οικογενειών, ανύπαρκτων σχολείων, πολυγαμίας, ανεπαρκούς προστασίας, ανίσχυρης αστυνόμευσης.
Τα προάστια, όμως, δεν σχεδιάστηκαν για να αποκλείσουν τους κατοίκους τους, αλλά για να τους ενσωματώσουν επιλεκτικά σε ένα σύστημα αυστηρής ιεραρχίας. Ο ευρωπαϊκός ρατσισμός δεν λειτούργησε ποτέ με βάση τον αποκλεισμό, αλλά με βάση τους βαθμούς απόκλισης από το μοντέλο του λευκού ανθρώπου. [13] Οι εξεγερμένοι αρνούνται το λευκό πρόσωπο και το γαλλικό τοπίο που τους αντιστοιχεί ως κέντρο εξουσίας. Αρχικά προβάλλουν τα δικά τους πρόσωπα σε κοντινά πλάνα έτσι ώστε να εκμηδενίσουν το γαλλικό τοπίο που τους περιβάλλει. Ύστερα αναζητούν άλλα τοπία, τη Μέκκα και την Αλγερία, όπου, όμως, δεν τοποθετούν το πρόσωπό τους. Τέλος, με το ξεκίνημα της εξέγερσης αντιπαραθέτουν τη ριζωματική τους αμφισημία με τα καλυμμένα πρόσωπά τους στο Πρόσωπο και το Τοπίο του λευκού ανθρώπου. «Η μάσκα δεν κρύβει το πρόσωπο, είναι το πρόσωπο». [14] Οι εξεγερμένοι δεν είναι πλέον αποκλίσεις από τον κανόνα, αλλά εισέρχονται σε «ζώνες σιωπηλές», δυσνόητες, όπου μπαίνουν στη διαδικασία του γίγνεσθαι. Η μάσκα ανοίγει περιπαικτικά μια οδό διαφυγής εκτός του σημαινόμενου. Μια μάσκα θανάτου μπαίνει και βγαίνει στη φωτογραφία, το πρόσωπο χάνεται και ξαναεμφανίζεται.

Σημάδι δεύτερο: Οι εξεγερμένοι δεν μετακινήθηκαν κατά τη διάρκεια της εξέγερσης εκτός των ορίων των περιοχών κατοικίας τους.

Σε ένα κλασικό επεισόδιο από τη Δίκη του Κάφκα, ένας χωρικός ταξιδεύει από την ύπαιθρο ως το κεντρικό κάστρο όπου εδρεύει ο Νόμος και ζητά να εισέλθει. Ο φύλακας που στέκεται στην πύλη του Νόμου του απαγορεύει την είσοδο. Ο χωρικός ξοδεύει το υπόλοιπο της ζωής του περιμένοντας την πιθανή διάβασή του από την πύλη –επιχειρηματολογώντας, εκλιπαρώντας, δωροδοκώντας τον φύλακα– όμως αυτή δεν πραγματώνεται ποτέ, ο χωρικός παραμένει ως τέλος της ζωής του στο κατώφλι του Νόμου. Το τελευταίο πράγμα που πληροφορείται από τον φύλακα λίγο πριν πεθάνει είναι ότι αυτή η πύλη προοριζόταν αποκλειστικά για εκείνον. [15]

Σε μια εξίσου σημαδιακή αντιπαράθεση γύρω από την ερμηνεία του μύθου, ο Γκέρσομ Σόλεμ επισημαίνει στην αλληλογραφία του με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν ότι η ριζοσπαστική καινοτομία του Κάφκα είναι η υπόσταση ενός Νόμου που βρίσκεται σε ισχύ άλλα δεν έχει νόημα. Ο Μπένγιαμιν απαντά ότι τη στιγμή που ο Νόμος χάνει το νόημά του είναι εκεί όπου τα όρια μεταξύ Νόμου και ζωής γίνονται δυσδιάκριτα: η αρχή της βιοεξουσίας. [16] Ο Μπένγιαμιν φέρνει στο φως έναν φουκωικό Κάφκα πριν από την έλευση του Φουκώ.

Οι πρακτικές που συνθέτουν την εξέγερση στη Γαλλία αντηχούν το ξεπέρασμα των ορίων που θέτει η προηγούμενη συζήτηση. Απλά: οι εξεγερμένοι δεν πορεύτηκαν καν προς τον κεντρικό πύργο για να ζητήσουν να εισέλθουν στο πεδίο του Νόμου. Δεν παρεμποδίστηκαν, δεν δίστασαν από άγνοια, απλώς δεν το θεώρησαν σκόπιμο. [17] Είναι σημαντικό να επιμείνουμε ότι οι εξεγερμένοι δεν έφυγαν από τους χώρους κατοικίας τους γιατί δεν το θέλησαν και όχι γιατί υποχρεώθηκαν από την κήρυξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης από τη γαλλική κυβέρνηση.

Η εξέγερση αμφισβήτησε, με άλλα λόγια, ή τουλάχιστον δεν αναγνώρισε την ύπαρξη «κέντρου» απ’ όπου ασκείται η εξουσία. Δεν θεωρήθηκε σημαντικό να απευθυνθούν οι εξεγερμένοι με οποιονδήποτε τρόπο στον πύργο της εξουσίας, ο οποίος βρίσκεται σε κρίση. [18] Ίσως και δεν κρίθηκε σκόπιμο να «απευθυνθούν» πουθενά. Για να το διατυπώσουμε διαφορετικά, η εξέγερση δεν προσδιόρισε τον εαυτό της σε μια διαλεκτική σχέση με την εξουσία. Αυτό δεν σημαίνει ότι η εξέγερση ήταν αφελής ή εκ των προτέρων καταδικασμένη. Το ότι δεν αντιπαρατέθηκε σε μια κεντρική εξουσία δεν ισοδυναμεί με το ότι δεν αμφισβήτησε την εξουσία γενικά.

Επιστρέφοντας στον Κάφκα, θεωρούμε ότι οι πρακτικές της εξέγερσης στη Γαλλία βρίσκονται πολύ πιο κοντά σε μια διαφορετική προσέγγιση του μύθου του Νόμου. Σε αυτήν ο Νόμος δεν χάνει τίποτα όταν αφαιρείται η υποτιθέμενη υπερβατικότητά του, αλλά αντιθέτως αποκαλύπτεται σαν ένα άλογο σύμπλεγμα (assemblage). [19] Με βάση το έργο του Κάφκα, το κλειδί για την κατανόηση της λειτουργίας του Νόμου δεν βρίσκεται πουθενά συγκεκριμένα. Η ιστορία του χωρικού δεν έχει ειδικό βάρος αλλά συνιστά μία απ’ όλες τις εκφάνσεις του Νόμου, συμπλέκεται με τη γραμματέα του Δικηγόρου, τον ζωγράφο του Δικαστηρίου, την πλύστρα έξω από τη δικαστική αίθουσα. «Ο Νόμος υπάρχει μόνο στην εμμένεια του μηχανιστικού συμπλέγματος της δικαιοσύνης». [20]

Αντιστοίχως, οι εξεγερμένοι αναγνώρισαν ως αντίπαλο μια εξουσία απόλυτα εμμενή, μια εξουσία διάχυτη, συγκροτημένη από ένα ευρύ φάσμα πολιτικών ελέγχου. Οι εξεγερμένοι δεν έδρασαν με σκοπό να αποκαλύψουν τις κρυφές αιτίες του γαλλικού ρατσισμού, αλλά αντιτάχθηκαν στις καθημερινές μικροπρακτικές της αστυνόμευσης, της παρακολούθησης, των κωδικών ευπρέπειας, της ελεγχόμενης κίνησης στην πόλη, που ουσιαστικά συνθέτουν τον σύγχρονο νεορατσισμό. Οι στρατηγικές της εξουσίας, οι οποίες αμφισβητήθηκαν, ήταν προϊόν όχι ενός υπερβατικού «μεγάλου σχεδίου» της εξουσιαστικής καταστολής, αλλά του καθημερινού ελέγχου της ζωής των κατοίκων των προαστίων. Οι εξεγερμένοι δεν αρνήθηκαν την εξουσία αλλά ακολούθησαν τη λογική της και αντιτάχθηκαν σε μια σειρά από τους κρίκους του συμπλέγματος που τη διαμορφώνει.

Οι εξεγερμένοι προπορεύτηκαν στρατηγικά και εξανάγκασαν τις γαλλικές αρχές σε έναν παρωχημένο ελιγμό που ξεδίπλωσε τις αδυναμίες τους. [21] Η προσφυγή στην άμεση βία, στις μαζικές συλλήψεις προδίδει μια υπαναχώρηση της εξουσίας, την υιοθέτηση αντιοικονομικών μέτρων. Μια εξουσία που αποτυγχάνει να ενσωματώσει ιεραρχικά τους κατοίκους των προαστίων και αναγκάζεται προσωρινά να τους αποκλείσει, μια εξουσία, τελικά, αντιπαραγωγική, που τείνει προς την άμεση καταστολή και αφήνει πίσω της τον έλεγχο της δημιουργικότητας του πληθυσμού. Η Γαλλική Δημοκρατία φάνηκε «γυμνή» όχι μόνο γιατί αποκαλύφθηκε ότι στηρίζεται και τρέφεται από έναν πλεονάζοντα ρατσισμό, [22] αλλά γιατί απέτυχε να ελέγξει τις καινοτόμες πρακτικές τις εξέγερσης των προαστίων.

Σημάδι τρίτο: Η εξέγερση διαχύθηκε μόνον προς περιοχές του ίδιου τύπου, τα γαλλικά προάστια.

Παρ’ όλο που η εξέγερση έμοιαζε αρχικά ένα τοπικό –ίσως και απομονωμένο– φαινόμενο, οι ταραχές εξαπλώθηκαν. Δεν διαχύθηκαν με τυχαίο, απρόβλεπτο τρόπο, αλλά μόνο σε περιοχές της ίδιας μορφής: η εξέγερση συνδέθηκε με έναν συγκεκριμένο τύπο αστικού χώρου. Μοιάζει λοιπόν απαραίτητο να αναλυθεί η δυναμική της εξέγερσης σε σχέση με το χαρακτήρα αυτού του χώρου, του γαλλικού προαστίου.

Ετυμολογικά, η λέξη προέρχεται από τα συστατικά ban (υπό απαγόρευση) και lieu (τόπος). Το banlieu παραπέμπει λοιπόν σε έναν τόπο εξορίας, έναν τόπο κατοικίας εκείνων που εκδιώχτηκαν από την πόλη και από την πολιτική ζωή. Έναν τόπο εξορίας που με καθοριστικό τρόπο βρίσκεται υπό τη δικαιοδοσία της πόλης. Ακόμη περισσότερο όμως, το banlieu παραπέμπει σε έναν τόπο δυνητικής εξορίας, σχετίζεται δηλαδή άμεσα και με όσους συνεχίζουν να διαθέτουν το προνόμιο της ζωής εντός της πόλης. Δεν σηματοδοτεί, λοιπόν, το χώρο που βρίσκεται εκτός των ορίων της πόλης, αλλά έναν τόπο που εξαιρείται ενώ ταυτόχρονα εισάγεται σαν το εκτός-εντός της πόλης. Το banlieu αποτελεί το σημείο μηδέν απ’ όπου δομείται η σύγχρονη μητρόπολη.

Αν και είναι λοιπόν κρίσιμο να αναλυθεί ο συγκεκριμένος χώρος του γαλλικού προαστίου, πρέπει να απορρίψουμε τον αυστηρό διαχωρισμό του από την «κανονική» έννομη πόλη. Τα όρια που διαχωρίζουν το εκτός από το εντός της σύγχρονης μητρόπολης στις κοινωνίες του ελέγχου είναι θολά. Υπό αυτή την οπτική, δεν πρέπει να θεωρήσουμε ότι τα προάστια χαρακτηρίζονται από ξεχωριστές, ακραίες συνθήκες. Δεν είναι απλώς χώροι όπου «απομονώνονται» οι αποκλεισμένοι της σύγχρονης κοινωνίας. Αντιθέτως, πρέπει να δούμε με ποιους μηχανισμούς το προάστιο μπορεί να δημιουργηθεί και τελικά τείνει να δημιουργηθεί παντού. Το προάστιο αντιπροσωπεύει έναν παραδειγματικό χώρο της σύγχρονης οργάνωσης της ζωής. Αποτελεί δηλαδή έναν από τους κύριους μηχανισμούς μέσω των οποίων ζωή και εξουσία μπλέκονται, όπου η εξουσία ελέγχει την ίδια τη ζωή.

Τα γαλλικά προάστια είναι υπό αυτή την οπτική προνομιακοί χώροι. Δεν εννοούμε βέβαια με κανένα τρόπο ότι οι κάτοικοί τους απολαμβάνουν ιδιαίτερη μεταχείριση, ιδιαίτερες ευκαιρίες. Τα προάστια αποτελούν ένα πειραματικό πεδίο όπου εφαρμόζονται πρωτοποριακές στρατηγικές ελέγχου του πλήθους, στρατηγικές που ξεκινούν από εκεί και διαχέονται έπειτα στην υπόλοιπη κοινωνία. Ως αποτέλεσμα, τα προάστια πρέπει να αναλυθούν ως ένα προνομιακό πεδίο πάλης του πλήθους ενάντια στην εξουσία. Δηλαδή η χειρονομία της γαλλικής κυβέρνησης να ανασύρει το καθεστώς εξαίρεσης από το αποικιοκρατικό της παρελθόν για να καταστείλει την εξέγερση ήταν ουσιαστικά κενή. Ήταν κενή γιατί ισχυρίστηκε ότι αναγκάστηκε να επιβάλει κάτι που ήδη υπήρχε: στα προάστια η εξουσία έχει ήδη πάρει την μορφή μιας άτυπης αλλά μόνιμης κατάστασης έκτακτης ανάγκης όπου η ζωή μπορεί να αφαιρείται χωρίς να έχει αξία.

Είναι ιδιαίτερα κρίσιμο να δούμε με ποιους τρόπους αυτές οι στρατηγικές είναι πρωτοποριακές και πώς τείνουν να επεκταθούν για να ασκήσουν τον έλεγχο στο σύνολο του μητροπολιτικού χώρου. Είναι ιδιαίτερα κρίσιμο να επινοήσουμε αντίστοιχα τρόπους αντίστασης σε αυτές τις στρατηγικές: η εξέγερση στη Γαλλία αποτέλεσε ένα πείραμα του πλήθους προς αυτή την κατεύθυνση.

Σημάδι τέταρτο: Οι εξεγερμένοι δεν διατύπωσαν αιτήματα, δεν απευθύνθηκαν με οργανωμένο τρόπο στα κέντρα εξουσίας.

Ήταν λοιπόν μια εξέγερση χωρίς πολιτικό περιεχόμενο; Ακόμη και οι αντιρατσιστικές οργανώσεις στη Γαλλία βρέθηκαν απροετοίμαστες και χωρίς ιδιαίτερες επαφές με τους εξεγερμένους, παρά το γεγονός ότι παρόμοιες εξεγέρσεις είχαν συμβεί και στο παρελθόν και τα μέτρα Σαρκοζί για αυξημένο έλεγχο είχαν αρχίσει να εφαρμόζονται από τον Οκτώβριο. Οι πορείες αλληλεγγύης στο κεντρικό Παρίσι άργησαν πάρα πολύ να πραγματοποιηθούν και αναμφισβήτητα δεν απέβησαν καθοριστικές για την εξέλιξη της εξέγερσης. Οι κινήσεις συμπαράστασης επέμειναν ακριβώς στην ιδέα της Εξουσίας ως κέντρου: διαμαρτυρίες έξω από τα δικαστήρια (κυρίως το Palais de Justice), συμπαράσταση στις οικογένειες των θυμάτων, νομική βοήθεια, παρουσία στα δικαστήρια.

Θέλουμε να αναστρέψουμε αυτή την εικόνα για να φτάσουμε σε μια απόλυτα καταφατική διατύπωση. Θέλουμε να εναντιωθούμε στην ανάλυση της πολιτικής διάστασης της εξέγερσης σαν μια έλλειψη, σαν ένα δυνητικό θετικό πρόγραμμα που οι εξεγερμένοι δεν υιοθέτησαν. Η πολιτική σημασία της απορρέει, αντιθέτως, από το σύνολο των επιθυμιών του πλήθους που εξεγέρθηκε. Το στοιχείο από το οποίο πηγάζει η αμηχανία της Αριστεράς είναι η άρνηση κάθε διαμεσολάβησης, η άρνηση κάθε μορφής αντιπροσώπευσης από τις πρακτικές των εξεγερμένων. Οι εξεγερμένοι δεν έδρασαν σε καμία στιγμή σαν ένα κανονικό «οργανωμένο κίνημα». Δεν προσπάθησαν να συνομιλήσουν με την εξουσία, δεν ζήτησαν την αλληλεγγύη άλλων κοινωνικών δυνάμεων, δεν απευθύνθηκαν στην «κοινή γνώμη», δεν διατύπωσαν αιτήματα, δεν απαίτησαν την εκπροσώπησή τους στη λήψη αποφάσεων που τους αφορούν.

Η εξέγερση διαμορφώθηκε ενάντια σε οποιαδήποτε διαμεσολάβηση και αρνήθηκε οποιαδήποτε μορφή πολιτικής μέσω της αντιπροσώπευσης. Το βασικό πρόβλημα της σύνδεσης της εξέγερσης με άλλα κινήματα έγκειται ακριβώς στο ότι η εξέγερση ήταν πεισματικά ριζοσπαστική. Ακύρωνε, δηλαδή, με βίαιο τρόπο όποιο υπόλειμμα πίστης στην αρχή της αντιπροσώπευσης. Σε αυτό το σημείο, το κρίσιμο πολιτικό ζήτημα που ανακύπτει είναι εάν οι επιθυμίες του πλήθους μπορούν να γίνουν συμβατές με την αρχή της αντιπροσώπευσης. Εάν, με άλλα λόγια, το πλήθος πρέπει να απορρίψει ή να επιχειρήσει να εκδημοκρατίσει την αρχή της αντιπροσώπευσης.

Δεν νομίζουμε ότι θα ήταν παραγωγικό να συνεχιστεί αυτή η συζήτηση διαχωρίζοντας τις αντιμαχόμενες θέσεις στα δύο «προαιώνια» στρατόπεδα: επαναστατικές ή μεταρρυθμιστικές. Προφανώς, η διεκδίκηση δημοκρατικότερων μορφών αντιπροσώπευσης οδηγεί προς μια βελτίωση της πολιτικής κατάστασης και δεν είναι παραγωγικό να θεωρηθεί ασήμαντη ή μειοδοτική. Επιμένουμε, όμως, ότι η προσήλωση στο θεσμό της αντιπροσώπευσης δεν μπορεί να αποτελέσει το βάθος του ορίζοντα της πάλης του πλήθους. Η αρχή της αντιπροσώπευσης είναι ασύμβατη με την απόλυτη δημοκρατία. [23] Ίσως αυτό που θα μπορούσε να μας βοηθήσει να διαπεράσουμε τις συντεταγμένες που ορίζουν αυτή τη συζήτηση είναι να επικεντρωθούμε στους τρόπους οι οποίοι θα μας επιτρέψουν να επινοήσουμε μία σειρά από κοινά εγχειρήματα.

Το κρίσιμο ζήτημα που αναδεικνύεται από την εξέγερση των προαστίων είναι πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί η κατάσταση έκτακτης ανάγκης από το πλήθος. Η προσπάθεια να εκδιώξουν τη γαλλική αστυνομία από τα προάστια, η καταστροφή των μέσων παρακολούθησής τους, ο εμπρησμός αυτοκινήτων από τους εξεγερμένους έγιναν τα όπλα τους για να αποφύγουν τον έλεγχο που επιβάλλει το γαλλικό κράτος. Οι τρόποι με τους οποίους εκτυλίχθηκε η εξέγερση σηματοδοτούν το ξεκίνημα μιας δυναμικής όπου δεν μπορεί να υπάρξει επιστροφή σε μια κανονιστική μορφή του δημοκρατικού πολιτικού πεδίου. Η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης έρχεται σαν το νέο παράδειγμα μέσω του οποίου ασκείται η κυριαρχία σε παγκόσμιο επίπεδο. Σηματοδοτεί, με άλλα λόγια, ένα νέο πεδίο πάλης.

Σημάδι πέμπτο: Η κύρια πρακτική των εξεγερμένων ήταν ο εμπρησμός αυτοκινήτων.

Συμβολικά, το αυτοκίνητο μπορεί να υποδηλώσει μια σειρά σημαινομένων: ένα φετίχ της καταναλωτικής κοινωνίας, ένα αντικείμενο μέσω του οποίου ο κάτοχός του προσμετράται ως ευυπόληπτο μέλος της κοινωνίας, ένα «πολύτιμο» αγαθό το οποίο η εξουσία υπόσχεται να προστατεύσει από κλοπή και φθορά, ένα μέσο που προσφέρει την ασφάλεια της μεταφοράς στον κάτοχό του ή το εισιτήριο για την ένταξή του στη σύγχρονη μητρόπολη. Εδώ βέβαια είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι τα αυτοκίνητα που κάηκαν ανήκαν στους φτωχούς κατοίκους των προαστίων και όχι στα αφεντικά τους: κάηκαν Ρενώ, μικρά γιαπωνέζικα μοντέλα, αλλά καμία Πόρσε ή Φεράρι.

Το αυτοκίνητο, ανεξάρτητα, όμως, από την τεχνολογική και οικονομική του αξία, είναι ένα μέσο που τίθεται σε λειτουργία μέσω της ελεγχόμενης ροής σε προκαθορισμένες πορείες (δρόμους, λεωφόρους με άσφαλτο) και της ελεγχόμενης ταχύτητας ανάλογα με την πορεία. Ο έλεγχος δεν ασκείται, κατά κύριο λόγο, μέσω της απαγόρευσης πρόσβασης προς –ή της απαγόρευσης εξόδου από– τα γαλλικά προάστια. Επιβάλλεται, αντιθέτως, με τον καθορισμό του πώς (ουσιαστικά με ποια ταχύτητα) πρέπει να κινείσαι, όποιος και αν είσαι, όταν κινείσαι σε μια συγκεκριμένη διαδρομή. [24] Καθώς η εξουσία διαχέεται, ο έλεγχος διαδρομών και ταχυτήτων διαμορφώνει το χώρο και το χρόνο της καθημερινής ζωής. Γι’ αυτό και η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι πρωτίστως ο έλεγχος των χρονικών και όχι των χωρικών ορίων. [25] Η διαφοροποίηση του γαλλικού προαστίου από την υπόλοιπη μητρόπολη βασίζεται στο ότι η σύνδεσή του είναι ελεγχόμενη: συντελείται μέσω συγκεκριμένων ελεγχόμενων διαδρομών και συγκεκριμένων ταχυτήτων μετάβασης. Οι εμπρησμοί αυτοκινήτων δήλωσαν συμβολικά την αμφισβήτηση των ορίων αυτών, την άρνηση να ακολουθήσουν οι εξεγερμένοι τις διαδρομές και τις ταχύτητες που επιβάλλει ο έλεγχος.

Εδώ, όμως, πρέπει πάλι να αντισταθούμε σε μια αρνητικιστική θεώρηση αυτής της πρακτικής. Το κάψιμο των αυτοκινήτων δεν σήμαινε απλώς «αφήστε μας ήσυχους». Αντιθέτως, έγινε η βούληση για κοινή ζωή χωρίς τον έλεγχο που ασκείται από την εξουσία. Η μετακίνηση με το αυτοκίνητο, σε αντίθεση με τα «μέσα μαζικής μεταφοράς», αναιρεί τη δυνατότητα δημιουργίας πλήθους. Οι χώροι μαζικής μεταφοράς αποτελούν τόπους συγκέντρωσης του πλήθους, καθώς αναπόφευκτα η ίδια κάψουλα περικλείει ένα ετερόκλητο αμάλγαμα από ανθρώπους διαφορετικών τάξεων, ομάδων, ιδεολογιών, προελεύσεων και φύλων, οι οποίοι παρ’ όλο που κατεβαίνουν σε διαφορετικές στάσεις υποχρεώνονται να συνυπάρξουν λόγω της ταχύτητας. Η συνύπαρξη αυτή επιτρέπει τον έλεγχο, καθώς επιβάλλει κανονιστικές συμπεριφορές ευπρέπειας και κοσμιότητας αλλά και την αμφισβήτησή τους. [26] Αντιθέτως, η χρήση του αυτοκινήτου τείνει να τεμαχίσει και να ιεραρχήσει το πλήθος: η μεταφορά είναι ατομική, οι κανόνες και οι κώδικές της αυστηρά εξατομικευμένοι. Καθένας χωριστά ακολουθεί σήματα στο δρόμο, σε διαφορετικές ταχύτητες ανάλογα με τις δυνατότητες του αυτοκινήτου του. Οι εμπρησμοί αυτοκινήτων αποτέλεσαν συλλογικές δράσεις που επαναπροσδιόρισαν την κίνηση στην πόλη σαν να μην υπήρχε η ανάγκη για τα όρια ταχύτητας και τις προκαθορισμένες διαδρομές που να οδηγούν στο κέντρο. Δεν ευνόησαν ούτε την κανονιστική συνύπαρξη του πλήθους εντός των ίδιων βαγονιών, ούτε την εξατομικευμένη «απόδραση» από τα προάστια, αλλά έδειξαν προς την κατεύθυνση εναλλακτικών αλλά κοινών διόδων διαφυγής, μονοπατιών που αμφισβητούν την ίδια τη λογική της κατάστασης έκτακτης ανάγκης και παρακάμπτουν τα χρονικά και χωρικά όρια που θέτει ο έλεγχος.

Οι εμπρησμοί αυτοκινήτων, αποτελεσματικοί και θεαματικοί μέσα στην παράδοξη στρατηγική τους, άρθρωσαν ένα διπλό κάλεσμα για το πλήθος. Από τη μία πλευρά αμφισβήτησαν τα όρια που διαχωρίζουν τα προάστια από το υπόλοιπο Παρίσι, όρια που δεν έχουν τη μορφή αυστηρών διαχωριστικών γραμμών αλλά ελεγχόμενων διόδων. Και από την άλλη πλευρά, προέταξαν την πιθανότητα κοινής ζωής μέσω της χάραξης οδών διαφυγής. Αν λοιπόν η ελευθερία και η δυνατότητα της μετακίνησης των πολιτών είναι η δημοκρατική επίφαση της γαλλικής κοινωνίας, της ενσωμάτωσης, οι εξεγερμένοι την απαρνήθηκαν. Στις επίσημες διακηρύξεις της γαλλικής κυβέρνησης υπήρχε μια εμμονή: να επαναλαμβάνεται διαρκώς ότι παρ’ όλο που τα προάστια φαίνονται απομονωμένα, είναι στην πραγματικότητα άμεσα συνδεδεμένα με την υπόλοιπη κοινωνία. Σε πείσμα αυτής της εμμονής, όμως, οι εξεγερμένοι αυτοαποκλείστηκαν. Το κάψιμο των αυτοκινήτων αντιτάχτηκε άμεσα σε αυτή την εμμονή, δηλώνοντας την επιθυμία να κοπούν βίαια οι προκαθορισμένες μορφές επικοινωνίας μεταξύ των προαστίων και του κέντρου, να κοπούν οι δίοδοι διαμεσολάβησης και οι πιθανότητες επιλεκτικής ενσωμάτωσης. Το ριζοσπαστικό κομμάτι της εξέγερσης ήταν ακριβώς η στρατηγική αυτή (που δεν ήταν προϊόν άλογου καταναλωτισμού, ούτε όμως και παράλογου ξεσπάσματος βίας), η οποία ανέτρεπε τις παραμέτρους του ελέγχου αρνούμενη ακριβώς τη λογική του.

Η δράση των εξεγερμένων αντιτάχτηκε στην εξουσία, τη διάχυτη εξουσία που ασκεί έλεγχο στα γαλλικά προάστια. Και στο σημείο αυτό βρίσκεται ακριβώς το παράδοξο των εξεγέρσεων, ότι δηλαδή η ανάφλεξή τους συνέπεσε χρονικά με τα σχέδια της κυβέρνησης Σαρκοζί να αυξήσει της αστυνόμευση των προαστίων, δηλαδή να εντατικοποιήσει την αποτελεσματικότητα της εξουσίας χρησιμοποιώντας αντιοικονομικές μεθόδους άμεσης καταστολής. Η εξέγερση ήρθε τη στιγμή ακριβώς που η εξουσία υπαναχώρησε από τον έλεγχο στον εγκλεισμό και στην άμεση άσκηση βίας. Και ενώ οι πιέσεις για το πλήθος εντατικοποιήθηκαν, όπως φαίνεται χαρακτηριστικά και με το θάνατο των δύο ανθρώπων που πυροδότησαν τα γεγονότα, παράλληλα εμφανίστηκε στο προσκήνιο η αδυναμία των γαλλικών αρχών να ελέγξουν μορφές δράσης που διαχέονται. Με άλλα λόγια, καθώς η εξουσία υπαναχώρησε στο συγκεντρωτικό παρελθόν της και ξαναέγινε Εξουσία, οι στρατηγικές διάχυσης των εξεγερμένων αποδείχτηκαν πολύ πιο αποτελεσματικές και ουσιαστικές.

Τις πρώτες νύχτες της εξέγερσης, που οι κάμερες παρακολούθησης είχαν καταστραφεί, που η αστυνομία φοβόταν ακόμη να πλησιάσει, που οι εξεγερμένοι έκρυβαν τα πρόσωπά τους με μαντίλια και έκαιγαν αυτοκίνητα, τα προάστια βρέθηκαν «εκτός ελέγχου». Αυτή η κατάσταση «εκτός ελέγχου» είναι η πιο ευοίωνη υπόσχεση της εξέγερσης των προαστίων. Πρέπει εδώ να θυμηθούμε ότι οι εξεγερμένοι, αν και νέοι, είχαν τη συντριπτική υποστήριξη των κατοίκων των περιοχών τους. Όχι μόνο γιατί και εκείνοι ανατρίχιασαν από το θάνατο άλλων δύο ανθρώπων, όχι μόνο γιατί και εκείνοι μισούν τον Σαρκοζί, όχι μόνο γιατί αισθάνονται πολύ μεγαλύτερη αλληλεγγύη με τους εξεγερμένους απ’ ό,τι με τη γαλλική αστυνομία, αλλά ίσως γιατί αναγνώρισαν ότι εκτυλίσσεται μπροστά τους ένα δυνάμει κοινό εγχείρημα. Η χάραξη οδών διαφυγής από τον έλεγχο της εξουσίας.

Η εξέγερση των προαστίων δεν ήταν ένα γεγονός με αρχή, μέση και τέλος, τουλάχιστον όχι με αυτή τη σειρά. Η εξέγερση αναπτύχθηκε, αντιθέτως, σε ριζωματική μορφή. Δεν ακολούθησε τη γραμμική πορεία κινημάτων που ξεκινούν από ένα σημείο και απλώνονται ώστε να δημιουργήσουν μάζες που δυναμικά πορεύονται με έναν κοινό σκοπό προς τον κεντρικό πύργο. Η εξέγερση ξεπήδησε στα προάστια του Παρισιού και διαχύθηκε σε άλλα προάστια εκτός της πρωτεύουσας. Η αστυνομική καταστολή που ακολούθησε ήταν αποτελεσματική μόνο ως προς την επαναφορά της «τάξης» στα προάστια, αλλά όχι ως προς την επίδραση της εξέγερσης που διαχύθηκε και συνεχίζει να διαχέεται πέρα από τα προάστια, πέρα από τη Γαλλία και πέρα από την Ευρώπη. Δηλαδή η καταστολή της εξέγερσης δεν σηματοδοτεί ένα τέλος. Σαν ρίζωμα, ακόμη και αν αποκοπεί από τις ρίζες της, η εξέγερση θα ξεπηδήσει σε διαφορετικό πλαίσιο, με διαφορετική μορφή.


[1] Για τη μετάβαση από την κοινωνία της πειθαρχίας στην κοινωνία του ελέγχου, βλ. Gilles Deleuze, «Post-scriptum sur les societes controle», στο Pourparlers (Paris: Les Editions de Minuit, 1990).
[2] Η απόδραση ως νοσταλγία αποτυπώνεται σε χολυγουντιανές περιπέτειες σαν το The Beach (σκηνοθέτης: Danny Boyle). Ο Sandro Mezzadra υποστηρίζει, σε ένα πρόσφατο άρθρο, ότι η απόδραση είναι μια μορφή πολιτικής δράσης που πρέπει να επαναπροσδιοριστεί, καθώς έχει στιγματιστεί αρνητικά από το συσχετισμό της με την αποστασία, την εγκατάλειψη, την έξοδο από τον αγώνα. Στο παρελθόν η απόδραση έπαιξε σημαντικό ρόλο στα αντιπολεμικά και οικολογικά κινήματα και σήμερα επιβάλλεται να εισέλθει εκ νέου στο πεδίο της πολιτικής δράσης μέσω των μεταναστευτικών κινημάτων. Προσπαθούμε σε αυτό το άρθρο να ακολουθήσουμε την προτροπή του. Βλ. Sandro Mezzadra, «The Right to Escape», Ephemera 3, no. 4 (2004): 267-75.
[3] Χρησιμοποιούμε τον όρο γαλλικά προάστια για να τονίσουμε τις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου χώρου και χρόνου, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα θέλαμε να προσδώσουμε ενότητα ως προς την εμπειρία των προαστίων, που χαρακτηρίζονται από σημαντικές χωροχρονικές διαφοροποιήσεις εκτός, αλλά και σε πολλές περιπτώσεις εντός, της γαλλικής επικράτειας.
[4] Ο Γάλλος κοινωνιολόγος Μαρλιέρ αναφέρει ότι τα γαλλικά προάστια είναι οι χώροι των εξεγερμένων, οι εξεγερμένοι είναι δηλαδή συμβολικοί ιδιοκτήτες τους, αλλά ταυτόχρονα είναι και φυλακισμένοι σε αυτούς. Eric Marliere «Banlieues: qui sont les jeunes en colere?», Le Monde , 7 Νοεμβρίου 2005: 3.
[5] Ριζωματική υπό την έννοια ότι συντίθεται και αποσυντίθεται, επανασυντίθεται, με πιθανόν διαφορετική μορφή σε ένα πιθανόν διαφορετικό πλαίσιο, και αποσυντίθεται και πάλι: δεν έχει ρίζες, άρα δεν καταστρέφεται. Ριζωματική, σε αντίθεση με γενεαλογική, χωρίς τη συνοχή που δίνει η χάραξη μιας αρχής και η πορεία προς ένα τέλος. Βλ. Gilles Deleuze και Felix Guatarri, A Thousand Plateaus: Capitalism and Schizophrenia , μτφ. Brian Massumi (Λονδίνο: Athlone Press, 1999): 3-25.
[6] Όπ.π.: 98.
[7] Όπ.π.: 101.
[8] 153 βουλευτές και 49 μέλη της Συγκλήτου κυρίως της Δεξιάς ζήτησαν να δικαστούν συγκεκριμένα συγκροτήματα ραπ για ηθική αυτουργία στις εξεγέρσεις. Στην πλειοψηφία τους τα τραγούδια στα οποία αναφέρθηκαν είχαν γραφτεί πριν από μία δεκαετία και πολλά συγκροτήματα είχαν ήδη διαλυθεί. «Des parlementaires reclament des poursuites contre des rappeurs», Le Monde , 24.11.2005 http://atouteslesvictimes.samizdat.net  (10 Φεβρουαρίου 2006).
[9] Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Σαρκοζί δήλωσε πως τα προληπτικά μέτρα θα πρέπει να εστιάζουν στο θέμα του ελέγχου από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου, όταν θα πρέπει να αναγνωρίζονται τα προβλήματα συμπεριφοράς και να αντιμετωπίζονται με τη βοήθεια ψυχιάτρων και επιθεωρητών που θα δηλώνουν τις «προβληματικές περιπτώσεις» στους δήμους. Στο πλαίσιο αυτό πρότεινε να αναλάβουν οι δημοτικές αρχές την εκμάθηση γαλλικών σε γονείς προκειμένου να «ανακτήσουν την εξουσία στα παιδιά τους». Βλ. «Sarkozy aux prefets: reperer les bebes futurs delinquants» στο http://atouteslesvictimes.samizdat.net(10 Φεβρουαρίου 2006).
[10] « la plupart du temps kan on sort d'une cite,
keskon nous fait, on nous met dans un lycee professionnel sa y est il passe un CAP ou BEP et on s'est debarrasse de lui
C'EST FINI SA maintenant on va a la fac, maintenant on fait les memes etudes que ceux ki vivent dans le 16e, dans le 15 ou n'importe ou, on fait les memes etudes, on a les memes capacit ι s d'intelligence, ils sont n ι 9 mois comme nous et on profite de la meme chose,
c'est fini!! notre arme c'est pour revolutionner sa»
Βλ. http://clichysousbomb.skyblog.com/12.html (10 Φεβρουαρίου 2006).
[11] Βλ. http://blogs.guardian.co.uk/news/archives/2005/11/07/blogs_and_banlieues.html(10 Φεβρουαρίου 2006).
[12] Βλ. http://clichysousbomb.skyblog.com/12.html (10 Φεβρουαρίου 2006).
[13] Deleuze and Guatarri, A Thousand Plateaus, όπ.π.: 178.
[14] Όπ.π.: 115
[15] Φραντς Κάφκα, Η Δίκη , μτφρ. Τέα Ανεμογιάννη (Αθήνα: Θεμέλιο, 1981): 217-18.
[16] Βλ τη συζήτηση στο Giorgio Agamben, State of Exception , μτφρ. Kevin Attell (Chicago: ChicagoUniversityPres, 2005): 62-64.
[17] Η πρωτοχρονιάτικη υπόσχεση του προέδρου Σιράκ για υιοθέτηση πρόσθετων μέτρων που θα βοηθήσουν στην ενσωμάτωση των εξεγερμένων στη γαλλική κοινωνία είναι λοιπόν παράδοξη. Ο Σιράκ υποθέτει λανθασμένα, αλλά βέβαια εσκεμμένα, ότι οι εξεγερμένοι απευθύνθηκαν σε αυτόν –τον εκπρόσωπο του «κέντρου» της εξουσίας– και απαντά στα υποτιθέμενα αλλά ανύπαρκτα αιτήματά τους.
[18] Βλ. Michael Hardt και Antonio Negri, Empire (Cambridge, MA: Harvard University Press, 2000): 22-41, για μία ανάλυση της απουσίας κέντρου από τις σύγχρονες μορφές εξουσίας.
[19] Deleuze and Guattari, Kafka: Toward a Minor Literature , μτφρ. Dana Polan (Minneapolis: University of Minnesota Press, 1986).
[20] Όπ.π.: 51.
[21] Είναι χαρακτηριστικό ότι η επιστροφή σε αντιοικονομικές μορφές εξουσίας αποικιακού τύπου που βασίζονται στον εγκλεισμό και την άσκηση άμεσης βίας δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως σκάνδαλο αλλά «διαρρέει» στα ΜΜΕ για να επιδείξει ισχύ και να εκφοβίσει. Τα βίντεο με τους βασανισμούς κρατουμένων στο Γκουαντάναμο ή τις φυλακές του Ιράκ κινηματογραφούνται από τους ίδιους τους στρατιώτες-δεσμοφύλακες με σκοπό να καταγράψουν την απόλυτη «ισχύ» που διαθέτουν απέναντι στα θύματά τους.
[22] Βλ. Yann Moulier Boutang, «The Old New Clothes of the French Republic, in Defense of the Supposedly “Insignificant” Rioters», στο http://multitudes.samizdat.net/article.php3?id_article=2155 (10 Φεβρουαρίου 2006).
[23] Οι Χαρτ και Νέγκρι αναλύουν την αρχή της αντιπροσώπευσης ως έναν μηχανισμό που συνδέει το πλήθος με την κυβέρνηση και ταυτόχρονα το αποκόπτει από αυτή. Η αντιπροσώπευση είναι μια «δημοκρατική» λύση για να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος της απόλυτης δημοκρατίας. Michael Hardt και Antonio Negri, Multitude: War and in the Age of Empire (Cambridge, MA: Harvard University Press, 2004): 241-42.
[24] Βλ. Paul Virilio, Speed and Politics: An Essay on Dromology , μτφρ. Mark Polizzoti (New York: Semiotext(e), 1986).
[25] Γι’ αυτόν το λόγο ο Αγκάμπεν γράφει: «Το πρωταρχικό καθήκον μιας αυθεντικής επανάστασης δεν είναι ποτέ ως εκ τούτου απλά και μόνο “να αλλάξει τον κόσμο”, παρά και προπαντός να “αλλάξει τον χρόνο”». Βλ. Χρόνος και Ιστορία: Κριτική του Στιγμιαίου και του Συνεχούς , μτφρ. Δημήτρης Αρμάος (Αθήνα: Ίνδικτος, 2003): 13.
[26] Το κάψιμο αυτοκινήτων από τους εξεγερμένους μπορεί να διαβαστεί παράλληλα με την άρνηση συμμόρφωσης στους «κώδικες ευπρέπειας και πολιτισμού» που έχουν επιβληθεί στο μετρό και το RER. Η εμπειρία του RER είναι μεταβατική: σκοπεύει να «μυήσει» τους κατοίκους των προαστίων στους κώδικες συμπεριφοράς που πρέπει να ακολουθήσουν αν θέλουν να γίνουν στοιχειωδώς αποδεκτοί στους τόπους προορισμού τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Γαλλία από τη δεκαετία του 1970 έχει ξεκινήσει μια συστηματική προσπάθεια προκειμένου να γίνουν οι χώροι μαζικής μεταφοράς (σταθμοί, βαγόνια, εμπορικά κέντρα) πιο «φιλόξενοι» για τους επιβάτες. Ο προσδιορισμός αυστηρών κανόνων αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην «καταπολέμηση της βίας, της κούρασης, του συνωστισμού, της βρόμας, του θορύβου». Βλ. Alain Milon, «Une Transhospitalite», στο Le Livre de l’hospitalite , επιμ. Alain Montandon (Paris: Bayard, 2004). Η εξουσία ασκείται πλέον μέσω αυτών των πρακτικών καθορισμού «ορθής συμπεριφοράς», και όχι μέσω της άμεσης επιβολής της βίας, είναι η εξουσία του ελέγχου. Ο chef de station μετονομάζεται σε agent d’ accueil et d’ information, οι κάμερες τοποθετούνται σε στρατηγικά σημεία, και η ασφάλεια ανατίθεται σε ιδιωτικές εταιρείες που περιπολούν. Αυτό που αποκτά σημασία είναι η υιοθέτηση των κανόνων «ορθής συμπεριφοράς» προκειμένου το πλήθος να μετακινείται ομοιόμορφα και ελεγχόμενα. Παράλληλα, δημιουργείται και η δυνατότητα εναλλακτικών πρακτικών αντίδρασης στον έλεγχο. Τα γκράφιτι κοντά στις ράγες του τρένου, του μετρό και του RER και η προκλητική ή και απειλητική συμπεριφορά που αναιρεί τους κώδικες αποτελούν πρακτικές αντίδρασης στον έλεγχο. 
http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=938&Itemid=29