Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

Bertolt Brecht : Πέντε δυσκολίες για να γράψει κανείς την αλήθεια

Συνέδριο για την υπεράσπιση της κουλτούρας, Παρίσι 1935.





Κι η τέχνη πρέπει, σε αυτούς τους καιρούς των αποφάσεων να αποφασίσει. Μπορεί να κάνει  τον εαυτό της όργανο µιας µικρής µερίδας ορισµένων που παίζουν τις θεότητες της µοίρας για τους πολλούς και που απαιτούν µια πίστη που πρέπει πρώτα από όλα να είναι τυφλή, και µπορεί να σταθεί στο πλευρό των πολλών και να βάλει τη µοίρα τους στα δικά τους χέρια. Μπορεί να παραδώσει τον άνθρωπο στις συγχύσεις, τις αυταπάτες και τα θαύµατα, και µπορεί να παραδώσει τον κόσµο στον άνθρωπο. Μπορεί να µεγαλώσει την αµάθεια και µπορεί να µεγαλώσει τη γνώση. Μπορεί να κάνει έκκληση στις δυνάµεις που αποδείχνουν τη δύναµη τους καταστρέφοντας, και στις δυνάµεις που αποδείχνουν τη δύναµή τους Βοηθώντας.
Όποιος σήµερα θέλει να πολεµήσει την ψευτιά και την αµάθεια και να γράφει την αλήθεια έχει να ξεπεράσει το λιγότερο πέντε δυσκολίες. Πρέπει να έχει το θ ά ρ ρ ο ς να γράφει την αλήθεια παρόλο που παντού την καταπνίγουν· την ε ξ υ π ν ά δ α να την αναγνωρίσει παρόλο που τη σκεπάζουν παντού· την τ έ χ ν η να την κάνει ευκολοµεταχείριστη σαν όπλο, την κ ρ ί σ η να διαλέξει εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια θα αποχτήσει δύναµη, την π ο ν η ρ ι ά να τη διαδώσει ανάµεσά τους. Αυτές οι δυσκολίες είναι µεγάλες για κείνους που γράφουν κάτω από το φασισµό, υπάρχουν όµως και για αυτούς που τους κυνήγησαν ή που έφυγαν, ακόµα και για όσους γράφουν στις χώρες της αστικής ελευθερίας.

 Α: Το Θάρρος να γράψει κανείς την αλήθεια
Φαίνεται αυτονόητο πως αυτός που γράφει πρέπει να γράφει την αλήθεια, με την έννοια δηλαδή πως δεν πρέπει να την καταπνίγει ή να την αποσιωπά και πως δεν πρέπει να γράφει τίποτα που δεν είναι αληθινό. ∆εν πρέπει να σκύβει στους ισχυρούς, δεν πρέπει να εξαπατά τους αδύναμους. Είναι φυσικά πολύ δύσκολο να μη σκύβεις στους ισχυρούς, και είναι πολύ κερδοφόρο να εξαπατάς τους αδύναμους. Το να μην αρέσεις στους πλούσιους σημαίνει να παραιτείσαι απ’ τον πλούτο. Το να παραιτείσαι από την πληρωμή για καμωμένη δουλειά πάει να πει, σε ορισμένες συνθήκες, να θυσιάζεις τη δουλειά, και το ν’ αποδιώχνεις τη φήμη ανάμεσα στους ισχυρούς σημαίνει συχνά ν’ αποδιώχνεις κάθε φήμη. Όλα αυτά απαιτούν θάρρος. Οι καιροί της πιο σκληρής καταπίεσης είναι τις πιο πολλές φορές καιροί όπου γίνεται πολύς λόγος για μεγάλα και υψηλά πράγματα. Χρειάζεται θάρρος για να μιλάς σε τέτοιους καιρούς για πράγματα τόσο χαμηλά και τόσο φτηνά, όπως το φαγητό και το σπίτι του εργαζόμενου, μέσα σε μια βοή από ξεφωνητά ότι το βασικό είναι το πνεύμα της θυσίας. Όταν φορτώνουν τους αγρότες με τιμές, χρειάζεται θάρρος να μιλάς για μηχανήματα και φτηνές ζωοτροφές που θα ευκόλυναν την τιμημένη δουλειά. Όταν απ’ όλους τους ραδιοσταθμούς ουρλιάζουν πως ο άνθρωπος χωρίς γνώση και μάθηση είναι καλύτερος από το μορφωμένο, θέλει τότε θάρρος να ρωτήσεις: καλύτερος για ποιόν; Όταν γίνεται λόγος για τέλειες και ατελείς φυλές, χρειάζεται θάρρος να ρωτήσεις αν ή πείνα κι η αμάθεια κι ο πόλεμος δεν φέρνουν βαριές παραμορφώσεις. Και ξανά, θέλει θάρρος να πει κανείς την αλήθεια για τον εαυτό του, το νικημένο.

Πολλοί καταδιωγμένοι χάνουν την ικανότητα να βλέπουν τα λάθη τους. Η καταδίωξη τους φαίνεται η πιο μεγάλη αδικία. Αφού οι διώχτες που τους καταδιώκουν είναι οι κακοί· εκείνοι, οι καλοί, διώκονται για την αρετή τους. Αυτή όμως ή αρετή χτυπήθηκε, νικήθηκε κι εμποδίστηκε. Ήταν άρα μια αδύναμη αρετή, μια κακή, ανεπίτρεπτη, απαράδεχτη αρετή. Γιατί δε μπορεί ποτέ να παραδεχτούμε στην αρετή την αδυναμία της, όπως στη βροχή την υγράδα της. Το να πεις πως οι καλοί δεν νικήθηκαν γιατί ήταν καλοί παρά γ ι α τ ί  ή τ α ν  α ν ή μ π ο ρ ο ι, α υ τ ό  χ ρ ε ι ά ζ ε τ α ι  θ ά ρ ρ ο ς . Φυσικά η αλήθεια πρέπει να γράφεται μέσα στον αγώνα με την ψευτιά, και δεν πρέπει να ‘ναι κάτι το γενικό, το απρόσιτο και πολυσήμαντο. Γιατί απ’ αυτήν ακριβώς τη γενική, απρόσιτη στόφα, είναι καμωμένη η ψευτιά. Όταν λένε για κάποιον πως είπε την αλήθεια, πάει να πει πως μερικοί ή πολλοί ή κάποιος είπαν κάτι άλλο, κάποιο ψέμα ή κάποια γενικότητα. Α υ τ ό ς όμως είπε την αλήθεια, κάτι το πραχτικό. το πραγματικό, το αναντίρρητο, αυτό ακριβώς που έπρεπε να πει.
∆ε χρειάζεται πολύ θάρρος για να παραπονεθεί κανείς για την κακία του κόσμου γενικά και για το θρίαμβο της ωμότητας και για ν’ απειλεί με το θρίαμβο του πνεύματος από ένα μέρος του κόσμου όπου του επιτρέπουν ακόμα να το κάνει αυτό. Ορθώνονται τότε πολλοί σα να ‘ταν κανόνια στραμμένα ενάντια τους, ενώ τους κοιτάζουν μονάχα. μονόκλ. Ξεφωνίζουν τις γενικές τους απαιτήσεις σ’ ένα κόσμο που αγαπά τους ακίνδυνους ανθρώπους. Απαιτούν μια καθολική δικαιοσύνη για την οποία δε δούλεψαν ούτε στο ελάχιστο και μια γενική ελευθερία. Απαιτούν ένα κομμάτι απ’ τη λεία που έχει τάχα κιόλας μοιραστεί από καιρό μαζί τους. Αλήθεια νομίζουν πως είναι μονάχα αυτό που ακούγεται όμορφα. Κι όταν ή αλήθεια είναι κάτι με αριθμούς, κάτι το ξερό και χειροπιαστό, κάτι που για να το ‘βρεις θέλει κόπο και μελέτη, αυτά για κείνους δεν είναι αλήθεια, δεν τους εκστασιάζει. Αυτοί έχουν το εξωτερικό παρουσιαστικό μονάχα των ανθρώπων που λένε την αλήθεια. Το τραγικό μ’ αυτούς είναι: ∆ ε ν  ξ έ ρ ο υ ν  π ο ι α  ε ί ν α ι  ή  α λ ή θ ε ι α .

Β: Η εξυπνάδα να αναγνωρίσει κανείς την αλήθεια.

Μια κι είναι δύσκολο να γράψει κανείς την αλήθεια. αφού την καταπνίγουν παντού, στους πιο πολλούς φαίνεται ζήτημα πεποιθήσεων μονάχα το αν θα γραφτεί ή όχι. Πιστεύουν πως το μόνο που χρειάζεται είναι το κουράγιο. Ξεχνούν τη δεύτερη δυσκολία το  ν α  β ρ ε θ ε ί  η αλήθεια. Γιατί με κανένα τρόπο δεν είναι εύκολο να τη βρει κανείς. Πρώτα - πρώτα είναι κιόλας δύσκολο να βρει κανείς  π ο ι α αλήθεια αξίζει να ειπωθεί.
Για παράδειγμα τώρα, μπρος σ’ όλα τα μάτια, τα μεγάλα πολιτισμένα κράτη βουλιάζουν το ένα μετά το άλλο στην πιο τρομερή βαρβαρότητα. Κι ακόμα, είναι γνωστό πως ο εσωτερικός πόλεμος, που γίνεται με τα πιο τρομαχτικά μέσα, μπορεί από ώρα σε ώρα να μετατραπεί σε εξωτερικό, που μπορεί θαυμάσια να κάνει τον πλανήτη μας ένα γιγάντιο σωρό συντρίμμια. Αυτό είναι χωρίς αμφιβολία μια. αλήθεια, υπάρχουν όμως φυσικά κι άλλες αλήθειες. Για παράδειγμα, δεν είναι ψέμα το ότι οι καρέκλες έχουν πάτο και το ότι ή βροχή πέφτει από πάνω προς τα κάτω. Πολλοί γράφουν τέτοιου είδους αλήθειες. Μοιάζουν με ζωγράφους που φιλοτεχνούν με νεαρές φύσεις τους τοίχους καραβιών που βουλιάζουν. Η πρώτη μας δυσκολία δεν υπάρχει γι’ αυτούς, κι έχουν παρόλα αυτά τη συνείδηση τους ήσυχη. Ανεπηρέαστοι από τους ισχυρούς, χωρίς όμως και να τους επηρεάζουν κι οι φωνές των κατατρεγμένων, ζωγραφίζουν τα τοπία τους. Το παράλογο στον τρόπο που ενεργούν τους δημιουργεί ένα «βαθύ» πεσσιμισμό, που τον πουλάνε σε καλή τιμή και που θα ‘πρεπε στην πραγματικότητα να τον έχουν οι υπόλοιποι, που βλέπουν τέτοιους καλλιτέχνες και τέτοια ξεπουλήματα. Και δεν είναι εύκολο ούτε καν να διακρίνεις πως οι αλήθειες τους μοιάζουν μ’ αυτές για τις καρέκλες ή τη βροχή· τις πιο πολλές φορές δείχνουν ολότελα διαφορετικές, δείχνουν γι’ αλήθειες πάνω σε σημαντικά θέματα. Γιατί ή ουσία της καλλιτεχνικής διαμόρφωσης βρίσκεται ακριβώς στο ότι δίνει σημασία σ’ αυτό που διαμορφώνει.
Χρειάζεται προσεχτική παρατήρηση για να διακρίνει κανείς πως το μόνο που λένε είναι: «Μια καρέκλα είναι μια καρέκλα», και: «Κανείς δε μπορεί να εμποδίσει τη βροχή να πέφτει προς τα κάτω».
Αυτοί οι άνθρωποι δεν καταφέρνουν να βρουν την αλήθεια που αξίζει να γραφτεί. Άλλοι πάλι πραγματικά καταπιάνονται με τα πιο ζωντανά προβλήματα, δεν τρέμουν ούτε τους καταπιεστές ούτε τη φτώχεια και παρόλα αυτά δε μπορούν να δρουν την αλήθεια. Σ’ αυτούς λείπουν οι γνώσεις. Είναι γεμάτοι από παλιές προλήψεις, από φημισμένες συχνά καλοδιατυπωμένες αρχαίες προκαταλήψεις. Ο κόσμος είναι πολύ περίπλοκος γι’ αυτούς· δεν ξέρουν τα γεγονότα και δε διακρίνουν τους συσχετισμούς. Εκτός απ’ τις πεποιθήσεις χρειάζονται και γνώσεις, που βρίσκονται, και μέθοδες, που μαθαίνονται. Για όλους όσους γράφουν σ’ αυτούς τους καιρούς των περιπλοκών και των μεγάλων αλλαγών χρειάζεται γνώση του διαλεκτικού υλισμού, της οικονομίας και της ιστορίας. Μπορεί να την αποχτήσει κανείς απ’ τα βιβλία ή με ζωντανή διδασκαλία, φτάνει, να μη λείπει ή απαραίτητη επιμέλεια. Μπορεί κανείς ν’ ανακαλύψει πολλές αλήθειες με πιο απλό τρόπο, αποσπάσματα δηλ. της αλήθειας ή δεδομένα που οδηγούν στην εύρεσή της. Αν θέλει κανείς να ερευνήσει, θα πρέπει να χρησιμοποιεί μια μέθοδο - μπορεί όμως κανείς να βρει κάτι και χωρίς μέθοδο, και χωρίς ακόμα να ψάξει. Όμως με τέτοιο τυχαίο τρόπο δεν πετυχαίνει κανείς σχεδόν ποτέ μια τέτοια παρουσίαση της αλήθειας που να λέει στους ανθρώπους τι πρέπει να κάνουν. Αυτοί που μονάχα καταγράφουν μικρογεγονότα δεν είναι σε θέση να κάνουν τούτο τον κόσμο κατανοητό στους άλλους. Κι’ όμως αυτός, και κανένας άλλος είναι ο σκοπός της αλήθειας. Αυτοί οι άνθρωποι δεν εκπληρώνουν το καθήκον να γράφουν την αλήθεια.
Όταν είναι κανείς πρόθυμος να γράψει την αλήθεια και ταυτόχρονα ικανός να την αναγνωρίσει, μένουν ακόμα τρεις δυσκολίες.

Γ: Η τέχνη να κάνει κανείς την αλήθεια ευκολομεταχείριστη σαν όπλο.

Η αλήθεια πρέπει να λέγεται για χάρη των πραχτικών της συνεπειών. Σαν παράδειγμα αλήθειας με καμιά, ή με καμία σωστή πραχτική συνέπεια μπορεί να μας χρησιμέψει ή πλατιά διαδεδομένη άποψη πως σε ορισμένες χώρες επικρατούν άσχημες συνθήκες που αίτια τους έχουν τη βαρβαρότητα. Σύμφωνα μ’ αυτή την άποψη ο φασισμός είναι ένα κύμα βαρβαρότητας που ξέσπασε σε μερικές χώρες με τη δύναμη στοιχείου της Φύσης.
Σύμφωνα μ’ αυτή την άποψη ο φασισμός είναι μια καινούργια, τρίτη δύναμη που στέκεται δίπλα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό (και πάνω απ’ αυτούς)· όχι μονάχα το σοσιαλιστικό κίνημα, αλλά κι ο καπιταλισμός θα μπορούσε, και μετά τη γένεση του κινήματος αυτού να συνεχίσει να υπάρχει και χωρίς το φασισμό.
Η παραπάνω άποψη είναι βέβαια φασιστική, αποτελεί υποχώρηση μπροστά στο φασισμό. Ο φασισμός είναι μια ιστορική φάση όπου μπήκε τώρα ο καπιταλισμός, κι έτσι είναι κάτι το καινούργιο και παλιό μαζί. Ο καπιταλισμός στις φασιστικές χώρες υπάρχει πια μονάχα σαν φασισμός κι ο φασισμός δε μπορεί να πολεμηθεί παρά σαν καπιταλισμός στην πιο ωμή και καταπιεστική του μορφή, σαν ο πιο θρασύς κι ο πιο δόλιος καπιταλισμός.
Πως λοιπόν τώρα να πει κάποιος αντίπαλος του φασισμού την αλήθεια για το φασισμό όταν δε θέλει να πει τίποτα για τον καπιταλισμό, που τον προκαλεί; Πως να ‘χει η αλήθεια αυτή πραχτική σημασία;
Αυτοί που είναι αντίπαλοι του φασισμού χωρίς να ‘ναι αντίπαλοι του καπιταλισμού, αυτοί που παραπονιόνται για τη βαρβαρότητα που αίτια τάχα έχει τη βαρβαρότητα την ίδια, μοιάζουν μ’ ανθρώπους που θέλουν το μερτικό τους απ’ τ’ αρνί χωρίς όμως να σφαχτεί το αρνί. Θέλουν να φάνε το κρέας, να μη δουν όμως τα αίματα. Αυτοί θα ικανοποιηθούν αν ο χασάπης πλύνει τα χέρια του προτού φέρει το κρέας στο τραπέζι. ∆εν είναι κατά των σχέσεων ιδιοκτησίας, που προκαλούν τη βαρβαρότητα, παρά μονάχα κατά της βαρβαρότητας, υψώνουν τη φωνή εναντίον της, κι αυτό το κάνουν από χώρες όπου κυριαρχούν οι ίδιες σχέσεις ιδιοκτησίας, όπου όμως οι χασάπηδες πλένουν ακόμα τα χέρια τους προτού φέρουν το κρέας στο τραπέζι.
Οι φωνακλάδικες διαμαρτυρίες κατά των βαρβαρικών μέτρων μπορεί να ‘ναι αποτελεσματικές για λίγο καιρό, όσο δηλαδή οι ακροατές τους πιστεύουν πως στη δικιά τους χώρα δε θα ‘ταν ποτέ δυνατό να παρθούν τέτοια μέτρα. Ορισμένες χώρες είναι σε θέση να κρατήσουν τις σχέσεις ιδιοκτησίας τους με λιγότερο βίαια για την ώρα μέσα απ’ ότι άλλες. Εκεί ή δημοκρατία προσφέρει ακόμα τις υπηρεσίες για τις οποίες άλλες χώρες αναγκάζονται να καταφύγουν στη βία, δηλαδή την εξασφάλιση της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Το μονοπώλιο στα εργοστάσια, στα ορυχεία, στα τσιφλίκια δημιουργεί πάντα βάρβαρες καταστάσεις· σ’ αυτές τις χώρες είναι όμως λιγότερο ορατές. Η βαρβαρότητα γίνεται ορατή απ’ τη στιγμή που το μονοπώλιο δε μπορεί πια να προστατευτεί παρά μονάχα με την ανοιχτή βία.
Μερικές χώρες, που δεν το ‘χουν ακόμα αναγκαίο να παρατήσουν για χάρη των βάρβαρων μονοπωλίων ακόμα και τις τυπικές εγγυήσεις του κράτους δικαίου όπως και απολαύσεις σαν την τέχνη, τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία, ακούνε με ιδιαίτερη ευχαρίστηση τους φιλοξενούμενους τους να κατηγορούν την πατρίδα τους για την εγκατάλειψη τέτοιων αγαθών, μια κι ελπίζουν έτσι να βρουν πλεονεκτήματα για τους πολέμους που περιμένουν. Να πει κανείς πως την αλήθεια τάχα τη βρήκαν όσοι φωνάζουν λόγου χάρη: λυσσασμένο αγώνα κατά της Γερμανίας, «γιατί αυτή είναι τώρα ή αληθινή πατρίδα του κακού, το παράρτημα της κόλασης, το κατάλυμα του «Αντίχριστου»; Μάλλον θα πρέπει να πούμε πως πρόκειται για ανόητους, ανήξερους και βλαβερούς ανθρώπους. Γιατί απ’ αυτές τις φλυαρίες συμπέρασμα βγαίνει πως αυτή ή χώρα πρέπει να σβήσει απ’ το χάρτη. Ολόκληρη, μ’ όλους της τους ανθρώπους - τα αέρια δεν ξεδιαλέγουν τους υπαίτιους όταν σκοτώνουν.
Ό επιπόλαιος άνθρωπος που δεν ξέρει την αλήθεια εκφράζεται με γενικότητες, παχιά λόγια κι αοριστίες. Φλυαρεί για «τους» Γερμανούς, κλαψουρίζει για «το» κακό, κι εκείνος που τον ακούει, στην καλύτερη περίπτωση, δεν ξέρει τι πρέπει να κάνει. Ν’ αποφασίσει να πάψει να είναι Γερμανός; Θα εξαφανιστεί η κόλαση αν εκείνος είναι καλός; Κι οι κουβέντες για τη βαρβαρότητα που αιτία έχει τάχα τη βαρβαρότητα, τέτοιας λογής είναι. Λένε πως αιτία της βαρβαρότητας είναι ή βαρβαρότητα, κι η βαρβαρότητα πολεμιέται με την εξημέρωση των ηθών, που τη φέρνει ή μόρφωση. Όλ’ αυτά είναι γενικολογίες πέρα για πέρα, διατυπώσεις καμωμένες όχι για χάρη των πραχτικών συνεπειών, όπως θα ‘πρεπε· κατά βάθος είναι λόγια που δεν απευθύνονται σε κανέναν.
Τέτοιες αναλύσεις δείχνουν μόνο λίγους κρίκους απ’ όλη την αλυσίδα των αιτίων και εμφανίζουν τις κινητήριες δυνάμεις σαν τάχα ακατανίκητες. Τέτοιες αναλύσεις είναι όλο σκοτάδι, σκοτάδι που κρύβει τις δυνάμεις εκείνες που ετοιμάζουν την καταστροφή. Λιγάκι φως, και να που προβάλουν άνθρωποι σαν αίτιοι των καταστροφών! Γιατί ζούμε σε μια εποχή όπου το μέλλον του ανθρώπου είναι ο άνθρωπος.
Ό φασισμός δεν είναι καμία φυσική καταστροφή που εξήγηση της να έχει τη «φύση» του ανθρώπου. Αλλά και στις φυσικές ακόμα καταστροφές υπάρχουν τρόποι παρουσίασης αντάξιοι του ανθρώπου· είναι αυτοί που κάνουν έκκληση στην αγωνιστική του δύναμη.
Μετά από ένα μεγάλο σεισμό που κατάστρεψε τη Γιοκοχάμα, έβλεπε κανείς σε πολλά αμερικάνικα περιοδικά φωτογραφίες εκτάσεων με ερείπια. Από κάτω έγραφε: «Steel stood» (το ατσάλι κράτησε). Και πραγματικά, αυτός που στην πρώτη ματιά είχε δει μονάχα συντρίμμια, έβλεπε τώρα, με οξυμένη την προσοχή απ’ αυτά τα λόγια, πως μερικά μεγάλα κτίρια είχαν σταθεί. Απ’ όλες τις περιγραφές ενός σεισμού, ασύγκριτα οι πιο σημαντικές είναι των μηχανικών, που υπολογίζουν τους κραδασμούς του εδάφους, τις ωθήσεις, τη θερμότητα που αναπτύσσεται και τα παρόμοια, και που οδηγούν μ’ αυτό τον τρόπο σε κατασκευές που αντιστέκονται στο σεισμό. Όποιος θέλει να περιγράψει το φασισμό και τον πόλεμο, τις μεγάλες καταστροφές που δεν είναι φυσικές καταστροφές πρέπει να πει μια πραχτική αλήθεια. Πρέπει να δείξει πως πρόκειται για καταστροφές, που τις ετοιμάζουν ενάντια στις τεράστιες ανθρώπινες μάζες των εργαζομένων χωρίς δικά τους μέσα παραγωγής, οι ιδιοκτήτες ακριβώς αυτών των μέσων παραγωγής.
Αν θέλει κανείς να γράψει μ’ επιτυχία την αλήθεια για τις κακές συνθήκες πρέπει να τη γράψει έτσι που να διακρίνονται οι, όχι αναπόφευκτες, αιτίες τους. Μιας και αν φανούν τα - όχι αναπόφευκτα - αίτια, μπορούν πια να πολεμηθούν οι κακές συνθήκες.

Δ: Η κρίση να διαλέγει κανείς αυτούς που στα χέρια τους η αλήθεια θα αποκτήσει δύναμη.

Οι συνήθειες του εμπορίου του γραπτού λόγου, της αγοράς των περιγραφών και των απόψεων, συνήθειες με ηλικία αιώνων, αφαιρούσαν από το συγγραφέα κάθε έγνοια για. το γραφτό του. Έδιναν δηλαδή στο συγγραφέα την εντύπωση πως ο εκδότης που τ’ αγοράζει, ο μεσάζοντας,, διάδινε τάχα τα γραφτά του σ’ όλο τον κόσμο. Σκεφτόταν: εγώ μιλάω, κι όσοι θέλουν να μ’ ακούσουν με ακούνε. Στην πραγματικότητα, μιλούσε - κι όσοι είχαν να πληρώσουν, τον άκουγαν. Τα λόγια του δεν τ’ άκουγαν όλοι, κι αυτοί που άκουγαν δεν ήθελαν να τ’ ακούσουν όλα. Πάνω σ’ αυτό έχουν ειπωθεί πολλά και πάλι - όχι αρκετά. Εδώ θέλω μονάχα να τονίσω πως το «γράφω σε κάποιον» έγινε «γράφω». 

Την αλήθεια όμως δε μπορεί κανείς να τη «γράψει» πρέπει να τη γράψει  σ ε  κ ά π ο ι ο ν , που να ‘χει κάτι να την κάνει. Η γνώση της αλήθειας είναι μια διαδικασία κοινή σ’ αυτούς που γράφουν κι αυτούς που διαβάζουν. Για να γράψει κανείς σωστά πράγματα πρέπει να ξέρει ν’ ακούει και πρέπει ν’ ακούει σωστά πράγματα. Η αλήθεια πρέπει να λέγεται με περίσκεψη και ν’ ακούγεται με περίσκεψη. Και για μας που γράφουμε έχει σημασία σε ποιον τη λέμε και ποιος μας τη λέει. Την αλήθεια για τις κακές συνθήκες πρέπει να τη λέμε σ’ εκείνους που τις αντιμετωπίζουν στη χειρότερη τους όψη κι απ’ αυτούς πρέπει να τις πληροφορούμαστε. ∆εν πρέπει να μιλάει κανείς μονάχα σ’ ανθρώπους ορισμένων πεποιθήσεων, παρά σ’ εκείνους που θα τους ταίριαζαν αυτές οι πεποιθήσεις εξαιτίας της κατάστασης τους. Κι οι ακροατές σας αλλάζουν αδιάκοπα! Ακόμα κι οι δήμιοι μπορούν ν’ ακούσουν, όταν κοπούν οι πληρωμές για το κρέμασμα ή όταν ο κίνδυνος μεγαλώσει πολύ. Οι αγρότες της Βαυαρίας ήταν αντίπαλοι κάθε ανατροπής· όταν τέλειωσε όμως ο πόλεμος κι όταν οι γιοί τους γύριζαν σπίτι και δεν έβρισκαν πια τόπο στα χωράφια, τότε μπορούσε κανείς να τους κερδίσει για την επανάσταση.
Γι’ αυτούς που γράφουν έχει σημασία να πετύχουν το σωστό τόνο της αλήθειας. Τις πιο πολλές φορές ακούει κανείς ένα πολύ μαλακό, πονεμένο τόνο, φωνή ανθρώπων που δε μπορούν να βλάψουν ούτε μύγα. Όποιος ακούει αυτόν τον τόνο και ζει μέσα στην εξαθλίωση βουλιάζει ακόμα βαθύτερα μέσα σ’ αυτήν. Έτσι μιλάνε οι άνθρωποι που δεν είναι ίσως εχθροί, ποτέ όμως και συναγωνιστές. Η αλήθεια είναι κάτι το μαχητικό, πολεμάει όχι άπλα και μόνο την ψευτιά, άλλα και ορισμένους ανθρώπους, που τη διαδίδουν.

Ε: Η πονηριά να διαδίδει κανείς σε πολλούς την αλήθεια.

Πολλοί, όντας περήφανοι που έχουν το θάρρος να λενε την αλήθεια, ευτυχισμένοι που τη βρήκαν, κουρασμένοι ίσως απ' τη δουλειά που χρειάζεται για να γίνει ευκολομεταχείριστη, μες στην ανυπόμονη αναμονή της παρέμβασης εκείνων που τα δικά τους συμφέροντα υπερασπίζονται, δεν νομίζουν απαραίτητο να χρησιμοποιήσουν τώρα πονηριά για τη διάδοση της αλήθειας. Έτσι, πολλές φορές, η δουλειά τους χάνει κάθε αποτέλεσμα. Σ’ όλες τις εποχές, όταν η αλήθεια καταπνίγονταν και κρύβονταν, χρησιμοποιούσαν πονηριά για τη διάδοση της.
Ο Κομφούκιος παραχάραξε ένα παλιό, πατριωτικό ιστορικό χρονικό. Άλλαξε μονάχα ορισμένες λέξεις. Εκεί που έλεγε: «Ο κυρίαρχος της Κουν έβαλε να θανατώσουν το φιλόσοφο Βαν γιατί είχε πει αυτό κι εκείνο», ο Κομφούκιος έβαλε αντί «θανατώσουν» - «δολοφονήσουν». Εκεί που έλεγε, ο τύραννος τάδε σκοτώθηκε σε μια απόπειρα εναντίον του, ο Κομφούκιος έβαζε «εκτελέστηκε». Έτσι άνοιξε ο Κομφούκιος το δρόμο για μια καινούργια εκτίμηση της Ιστορίας.

Όποιος στις μέρες μας λέει « π λ η θ υ σ μ ό ς »  α ν τ ί  γ ι α  « λ α ό ς » κ α ι  « γ α ι ο κ τ η σ ί α »  α ν τ ί  γ ι α  « γ ή » , σταμάτησε κιόλας να υποστηρίζει πολλά απ' τα ψέματα. Βγάζει απ’ τις λέξεις το σάπιο τους μυστικισμό. Η λέξη «λαός» υπονοεί μια κάποια ενότητα και κοινά συμφέροντα, και θα ‘πρεπε επομένως να λέγεται μονάχα όπου πρόκειται για πολλούς λαούς, μια και μονάχα εκεί, το πολύ -πολύ, μπορεί κανείς να φανταστεί κοινά συμφέροντα. Ο πληθυσμός μιας χώρας έχει ποικίλα και μάλιστα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, κι αυτό είναι μια αλήθεια που την καταπνίγουν. Όμοια, όποιος λέει «γη», και δίνει χαρά στην όσφρηση και στα μάτια μιλώντας για τη μυρωδιά της και για το χρώμα, αυτός υποστηρίζει τα ψέματα των εξουσιαστών· γιατί το πρόβλημα δεν είναι η καρπεράδα της γης, ούτε ή αγάπη του ανθρώπου για τη γη, ούτε ή εργατικότητα του, παρά βασικά η τιμή του σταριού κι η αξία της δουλείας. Εκείνοι που βγάζουν τα κέρδη από τη γη δεν είναι αυτοί που βγάζουν το στάρι, κι η μυρωδιά που ‘χει το χώμα είναι άγνωστη στα χρηματιστήρια. Αυτά έχουν άλλες μυρωδιές.
Αντίθετα, η λέξη γαιοκτησία είναι ή σωστή· μ’ αυτή δε μπορεί κανείς να κοροϊδέψει τους άλλους τόσο εύκολα. Για τη λέξη «πειθαρχία» θα ‘πρεπε κανείς, όπου κυριαρχεί ή καταπίεση, να διαλέξει τη λέξη « υ π α κ ο ή » , γιατί ή πειθαρχία μπορεί να υπάρχει και χωρίς τύραννο, κι έτσι έχει πάνω της κάτι το πιο ευγενικό απ’ ό,τι η υπακοή. Και πιο καλή από τη λέξη « τ ι μ ή » είναι το :« α ν θ ρ ώ π ι ν η  α ξ ι ο π ρ έ π ε ι α » . Μ’ αυτή τη λέξη το άτομο δεν εξαφανίζεται τόσο εύκολα. Ξέρουμε δα τι σκυλολόι αγωνίζεται για να καταφέρει να «υπερασπίσει την τιμή» ενός λαού! Και πόσο σπάταλα μοιράζουν οι χορτάτοι τιμές σ’ αυτούς που τους χορταίνουν, πεινώντας οι ίδιοι. Η πονηριά του Κομφούκιου μπορεί και σήμερα να χρησιμοποιηθεί. Ο Κομφούκιος έβαζε στη θέση των αδικαιολόγητων κρίσεων πάνω σε εθνικά περιστατικά τις σωστές κρίσεις. Ο άγγλος Τόμας Μουρ περιέγραψε στην «Ουτοπία» του μια χώρα όπου επικρατούσαν δίκαιες συνθήκες - ήταν μια χώρα πολύ διαφορετική απ’ τη χώρα που ζούσε, της έμοιαζε όμως πολύ, εκτός απ’ το καθεστώς!
Ό Λένιν, κάτω απ' την απειλή της τσαρικής αστυνομίας, ήθελε να περιγράψει την εκμετάλλευση και την καταπίεση του νησιού Σαχαλίνη από τη ρωσική μπουρζουαζία. Έβαλε Ιαπωνία αντί Ρωσία και Κορέα αντί για Σαχαλίνη. Οι μέθοδες της γιαπωνέζικης μπουρζουαζίας θύμιζαν σ’ όλους τους αναγνώστες τις μέθοδες της ρώσικης στη Σαχαλίνη, αλλά ή μπροσούρα δεν απαγορεύτηκε, μια κι ή Ιαπωνία ήταν εχθρός της Ρωσίας.
Πολλά που δε μπορούν να ειπωθούν στη Γερμανία για τη Γερμανία μπορούν να ειπωθούν για την Αυστρία.

Υπάρχουν πολλές πονηριές για να ξεγελάσει κανείς το καχύποπτο κράτος.

Ό Βολτέρος πολέμησε την πίστη στα θαύματα που καλλιεργούσε η Εκκλησία μ’ ένα λαμπρό ποίημα για την παρθένα της Ορλεάνης. Περιέγραψε τα θαύματα που θα ‘πρεπε σίγουρα να ‘χαν συμβεί για να μείνει η Ιωάννα παρθένα σ’ ένα στρατό, σε μιαν Αυλή και ανάμεσα σε καλόγερους.
Με την κομψότητα του ύφους του και με το να περιγράφει ερωτικές περιπέτειες απ’ τη γεμάτη πολυτέλεια ζωή των κυρίαρχων τάξεων τις παράσυρε να απομονώσουν μια θρησκεία που τους έδινε τα μέσα γι’ αυτή τη χαλαρή ζωή. Και μάλιστα, δημιούργησε έτσι τη δυνατότητα να φτάσουν τα έργα του, από παράνομους δρόμους, σ’ εκείνους που απευθύνονταν. Οι Ισχυροί από τους αναγνώστες του, προωθούσαν η ανέχονταν τη διάδοση. Απομόνωναν έτσι την αστυνομία, που υπεράσπιζε τις απολαύσεις τους. Κι ο μεγάλος Λουκρήτιος τόνιζε ρητά πως για τη διάδοση του επικούρειου αθεϊσμού πολλά περιμένει από την ομορφιά των στίχων του.

Πραγματικά, το υψηλό λογοτεχνικό επίπεδο μπορεί να χρησιμέψει σαν ασπίδα για ένα κείμενο. Συχνά όμως ξυπνάει και τις υποψίες. Τότε μπορεί κανείς να το χαμηλώσει επίτηδες. Αυτό γίνεται, για παράδειγμα, όταν κανείς με την περιφρονημένη μορφή του αστυνομικού μυθιστορήματος μπάζει λαθραία, σε ανύποπτα μέρη, περιγραφές κοινωνικών συνθηκών. Τέτοιες περιγραφές θα δικαίωναν, το δίχως άλλο, ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Ο μεγάλος Σαίξπηρ χαμήλωσε το λογοτεχνικό επίπεδο για πολύ λιγότερο σοβαρούς λόγους, όταν έγραψε επίτηδες αδύνατο το λόγο της μάνας του Κοριολανού, με τον οποίο αντιμετωπίζει το γιο της που εκστρατεύει ενάντια στην πατρίδα. Ό Σαίξπηρ ήθελε να δείξει πως ο Κοριολανός δεν εγκαταλείπει τα σχέδια του για πραγματικούς λόγους ή από μια βαθιά συγκίνηση, άλλα από μια κάποια αδράνεια που τον έσπρωχνε στις παλιές του συνήθειες. Στο Σαίξπηρ βλέπουμε κι ένα παράδειγμα αλήθειας που διαδίνεται με πονηριά στο λόγο του Αντώνιου για το νεκρό του Καίσαρα. Ασταμάτητα τονίζει πως ο δολοφόνος του Καίσαρα, ο Βρούτος, είναι έντιμος άνθρωπος, περιγράφει όμως και την πράξη του, κι η περιγραφή της πράξης είναι πιο δυνατή απ’ του δράστη· ο ρήτορας αφήνεται έτσι μοναχός του να τον νικήσουν τα γεγονότα - τους δίνει πιο πολλή «ευφράδεια» απ’ όση στον εαυτό του. Ένας Αιγύπτιος ποιητής που έζησε πριν τέσσερις χιλιάδες χρόνια χρησιμοποίησε μια παρόμοια μέθοδο. Η μέχρι τότε κυρίαρχη τάξη υπεράσπισε με κόπο τη θέση της από το .μεγάλο της αντίπαλο, το τμήμα του πληθυσμού που μέχρι τότε την υπηρετούσε. Στο ποίημα που αναφέρουμε, έρχεται στην αυλή του άρχοντα ένας σοφός και καλεί όλους σε αγώνα κατά του εσωτερικού εχθρού. Περιγράφει πολλή ώρα και διεξοδικά την αναταραχή που γεννήθηκε με την εξέγερση των κατώτερων στρωμάτων. Να ποια ήταν η περιγραφή:

Κι είναι έτσι: Οι μεγάλοι όλο παράπονα κι οι ταπεινοί όλο χαρά. Κάθε πόλη λέει: «Aς διώξουμε από δω τους δυνατούς»
Κι είναι έτσι: τα συρτάρια ανοίγουν, παίρνουν τους καταλόγους, οι κολίγοι γίνονται αφέντες
Κι είναι έτσι: Ό γιος του φημισμένου πια δεν ξεχωρίζει· το παιδί της κυράς γίνεται της σκλάβου της γιος.
Κι είναι έτσι: Τους αφέντες ζέψανε στο μαγγανοπήγαδο. Αυτοί που τη μέρα δεν είχαν αντικρίσει, βγήκανε στο φως.
Κι είναι έτσι: Τις εβένινες κάσες της θυσίας τις συνέτριψαν· το υπέροχο ξύλο σεστέμ το πελεκάνε για κρεβάτια.
Κοιτάτε, έπεσε η πρωτεύουσα μέσα σε μιαν ώρα.
Κοιτάτε, της χώρας οι φτωχοί γένηκαν πλούσιοι.
Κοιτάτε, ψωμί όποιος δεν είχε έχει τώρα αποθήκη· κι αυτό που είναι μέσα ήταν το βιός ενός αλλού.
Κοιτάτε, είναι καλό στον άνθρωπο το φαγητό του.
Κοιτάτε, καλαμπόκι· όποιος δεν είχε έχει τώρα αποθήκες· καλαμποκόσπορο όποιος ζητιάνευε μοιράζει τώρα μοναχός του.
Κοιτάτε, όποιος δυο βόδια δεν είχε, κοπάδια έχει τώρα· αυτός που του ‘λειπαν ζώα για τ’ αλέτρι έχει τώρα κοπάδια από ζώα.
Κοιτάτε, εκείνος που κάμαρη δεν είχε να χτίσει έχει τώρα τέσσερις τοίχους.
Κοιτάτε, οι Σύμβουλοι στις αποθήκες γυρεύουν καταφύγιο· αυτός που στον τοίχο να γείρει δε μπορούσε, κρεβάτι έχει τώρα.
Κοιτάτε, αυτός που βάρκα δεν έφτιαχνε, δικιά του καράβια έχει τώρα και σαν ο ιδιοκτήτης τα κοιτάξει, δικά του δεν είναι τώρα πια.
Κοιτάτε, ρούχα όσοι είχαν τώρα είναι κουρελήδες κι όποιος πριν ύφαινε γι’ άλλον, τώρα φοράει λεπτό λινό.
Ό πλούσιος νηστικός κοιμάται· αυτός που πριν για ζητιανιά τον παρακάλαγε έχει και πίνει καλό κρασί.
Κοιτάτε, αυτός που τίποτα δεν ήξερε από άρπα έχει μια τώρα· αυτός που μπρος του δεν τραγουδούσαν παινεύει τώρα τη μουσική.
Κοιτάτε, αυτός που από φτώχεια μονάχος κοιμόταν βρίσκει τώρα γυναίκα· αυτή που στο νερό κοιτούσε το πρόσωπο, τώρα έχει καθρέφτη.
Κοιτάτε, οι μεγάλοι της χώρας γύρω τρέχουν χωρίς να ‘χουν δουλειά. Στους μεγάλους τίποτα δε λένε πια.
Ο παλιός αγγελιαφόρος στέλνει τώρα άλλον.
Κοιτάτε, πέντε σταλμένοι από τον κύριό τους. Λένε: Ας πάρει τώρα ο καθένας το δρόμο του, φτάσαμε.

Καταλαβαίνει κανείς πως μια τέτοια περιγραφή της αναταραχής θα πρέπει να την παρουσιάζει στους καταπιεζόμενους σαν πολύ επιθυμητή κατάσταση. Κι όμως, τον ποιητή δύσκολα μπορούν να τον πιάσουν. Καταδικάζει αυτές τις συνθήκες ρητά, όμως αδέξια...

Ό Τζόναθαν Σουίφτ πρότεινε σε μια μπροσούρα, για να οδηγηθεί ή χώρα στην ευημερία να παστώσουν τα παιδιά των φτωχών και να τα πουλήσουν για κρέας. Παρουσίασε ακριβείς υπολογισμούς που αποδείκνυαν πως μπορεί κανείς να εξοικονομήσει πολλά αν δε διστάζει μπροστά σε τίποτα.
Ό Σουίφτ παρίστανε τον κουτό. Υπεράσπισε ένα ορισμένο, μισητό του τρόπο σκέψης με πολλή φλόγα κι ευσυνειδησία, σ’ ένα θέμα όπου ολόκληρη η προστυχιά του ερχόταν στο φως, ορατή στον καθένα. Ό καθένας θα μπορούσε να ‘ναι πιο έξυπνος απ’ τον Σουίφτ, ή τουλάχιστο πιο ανθρώπινος, ιδιαίτερα εκείνος που μέχρι τότε δεν είχε ερευνήσει τι συνέπειες έχουν ορισμένες απόψεις.

Η προπαγάνδα για τη σκέψη, σ’ όποιον τομέα και να γίνεται, ε ί ν α ι  χ ρ ή σ ι μ η  γ ι α  τ η ν  υ π ό θ ε σ η  τ ω ν  κ α τ α π ι ε σ μ έ ν ω ν . Μια τέτοια προπαγάνδα είναι απόλυτα απαραίτητη. Κάτω από κυβερνήσεις που υπηρετούν την εκμετάλλευση, η σκέψη περνάει για ταπεινή ασχολία.
Ταπεινή ασχολία περνιέται αυτή που είναι χρήσιμη σ’ αυτούς που τους κρατάνε ταπεινούς. Ταπεινή λογίζεται η αδιάκοπη έγνοια για το φαγητό· η περιφρόνηση των διακρίσεων που κρεμάνε στους υπερασπιστές μιας χώρας όπου οι ίδιοι πεινούν· η αμφιβολία για τους ηγέτες που οδηγούν στην καταστροφή· η απέχθεια στη δουλειά που δε δίνει ψωμί· η εναντίωση στον εξαναγκασμό σε παράλογες πράξεις· η αδιαφορία απέναντι στην οικογένεια που το ενδιαφέρον δεν της έκανε τίποτα πια. Τους πεινασμένους τους βρίζουν έκλυτους που δεν έχουν τίποτα να υπερασπίσουν, δειλούς που αμφιβάλλουν για τους καταπιεστές τους, τους βρίζουν πως δεν έχουν εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους, πως θέλουν πληρωμή για τη δουλειά τους, τους λένε αρχιτεμπέληδες και τα παρόμοια. Κάτω από τέτοιας κυβερνήσεις η σκέψη γενικά λογίζεται ταπεινό πράγμα και πέφτει σε κατατρεγμό. Πουθενά πια δε διδάσκουν, κι όπου βλέπουν κάτι τέτοιο το καταδιώκουν. Παρόλα αυτά πάντα υπάρχουν πεδία όπου μπορεί κανείς να μιλήσει ατιμώρητα για τα επιτεύγματα της σκέψης· είναι τα πεδία όπου οι δικτατορίες χρειάζονται τη σκέψη. Έτσι, μπορεί κανείς για παράδειγμα ν’ αποδείξει τα επιτεύγματα της σκέψης στον τομέα της πολεμικές επιστήμης και της τεχνικής. Και η παράταση των αποθεμάτων μαλλιού με μια καλύτερη οργάνωση ή με την εφεύρεση συνθετικών, κι αυτό χρειάζεται σκέψη. Το σκάρτεμα των μέσων διατροφής, η εκπαίδευση των νέων για τον πόλεμο, όλα αυτά χρειάζονται σκέψη: η σκέψη αυτή μπορεί να περιγραφεί. Μπορεί κανείς με πονηριά να αποφύγει τον έπαινο του πολέμου, του χωρίς σκέψη σκοπού αυτής της σκέψης. Έτσι, η σκέψη που ξεκινάει από το πρόβλημα του πως να κάνει κανείς ένα πόλεμο κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο μπορεί να οδηγήσει στο ερώτημα αν αυτός ο πόλεμος έχει νόημα, και μπορεί να το χρησιμοποιήσει για να λύσει το πρόβλημα του πως αποφεύγεται με τον καλύτερο τρόπο ένας πόλεμος χωρίς νόημα.
 Μπορεί αυτό το ερώτημα ν’ αξιοποιηθεί, δηλαδή να διαμορφωθεί σε σκέψη που να επεμβαίνει στην πραγματικότητα; Φυσικά  μπορεί.

Για να συνεχίσει σε μια εποχή σαν τη δική μας να είναι δυνατή η καταπίεση, που υπηρετεί την εκμετάλλευση της μιας (της μεγαλύτερης) μερίδας του πληθυσμού από την (μικρότερη) άλλη μερίδα, χρειάζεται μια πέρα για πέρα συγκεκριμένη βασική στάση του πληθυσμού, που πρέπει να απλώνεται σ’ όλα τα πεδία. Μια ανακάλυψη στον τομέα της ζωολογίας, όπως του Άγγλου ∆αρβίνου, θα μπορούσε ν’ αποβεί ξαφνικά επικίνδυνη για την εκμετάλλευση· παρόλα αυτά, για ένα διάστημα μονάχα η Εκκλησία ασχολιόταν μ’ αυτή, ενώ η αστυνομία δεν καταλάβαινε τίποτα. Οι έρευνες των φυσικών οδήγησαν τα τελευταία χρόνια σε συμπεράσματα στον τομέα της λογικής που θα μπορούσαν να βάλουν σε κίνδυνο μια σειρά άρθρων πίστης χρήσιμων στην καταπίεση. Ο φιλόσοφος του πρωσικού κράτους Χέγκελ, στη διάρκεια δύσκολων αναζητήσεων στον τομέα της λογικής, έδωσε στους Μαρξ και Λένιν, τους κλασικούς της προλεταριακής επανάστασης, μέθοδες ανυπολόγιστης αξίας. Η ανάπτυξη των επιστημών γίνεται σε αλληλεξάρτηση, ανισόμετρα όμως, και το κράτος δεν είναι σε θέση να τα επιβλέπει όλα. Οι μαχητές της αλήθειας μπορούν να διαλέγουν πεδία μάχης σχετικά αφύλαχτα. Όλα κρέμονται από το αν διδάσκεται ο σωστός τρόπος σκέψης, ένας τρόπος σκέψης που να ρωτάει όλα τα πράγματα κι όλες τις διαδικασίες για την προσωρινή τους και τη μεταλλάξιμη πλευρά. Οι εξουσιαστές έχουν ισχυρή αποστροφή στις μεγάλες αλλαγές, θα ‘θελαν όλα να μείνουν όπως είναι, τουλάχιστο για χίλια χρόνια. Το καλύτερο θα ‘ταν το φεγγάρι να ‘μένε ακίνητο, κι ο ήλιος να μην προχωρούσε πια! Τότε κανέναν δε θα τον έπιανε πείνα και δε θα γύρευε να φάει για βράδυ. Όταν πυροβολήσουν θέλουν ο αντίπαλος να μη μπορεί πια να ρίξει, θέλουν ο δικός τους πυροβολισμός να ‘ναι ο τελευταίος. Ένας τρόπος παρατήρησης που τονίζει ιδιαίτερα το παροδικό, είναι καλό μέσο για να δώσει κανείς κουράγιο στους καταπιεσμένους. Ακόμα, το ότι σε κάθε πράγμα και σε κάθε κατάσταση παρουσιάζεται κι αναπτύσσεται μια αντίφαση, κι αυτό είναι κάτι που πρέπει ν’ αντιπαραχτεί στους νικητές. Ένας τέτοιος τρόπος παρατήρησης (όπως η διαλεκτική, η διαδικασία για τη ροή των πραγμάτων) μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην έρευνα αντικειμένων που για ένα διάστημα ξεφεύγουν απ’ την προσοχή των εξουσιαστών. Μπορεί να τον εφαρμόσει κανείς στη βιολογία ή στη χημεία. Μπορεί όμως κανείς να τον εξασκήσει και περιγράφοντας την τύχη μιας οικογένειας, χωρίς να προκαλέσει πολύ την προσοχή. Η εξάρτηση κάθε πράγματος από πολλά αλλά, που αδιάκοπα αλλάζουν, είναι μια σκέψη επικίνδυνη για δικτατορίες, και μπορεί να εμφανιστεί με διάφορους τρόπους χωρίς να δώσει λαβή στην αστυνομία. Μια ολοκληρωμένη περιγραφή όλων των καταστάσεων και διαδικασιών που συναντά ένας άνθρωπος που ανοίγει ένα καπνοπωλείο μπορεί ν’ αποτελέσει σκληρό χτύπημα στην δικτατορία. Ο καθένας που σκέφτεται λίγο θα βρει το γιατί. Οι κυβερνήσεις που οδηγούν τις μάζες των ανθρώπων στην εξαθλίωση πρέπει ν’ αποφύγουν το να σκέφτονται οι εξαθλιωμένοι την κυβέρνηση. Μιλάνε πολύ για μοίρα. Αυτή, κι όχι οι ίδιοι, φταίει τάχα για την ανέχεια. Όποιος ερευνάει την αίτια της ανέχειας τον συλλαμβάνουν, προτού φτάσει στην κυβέρνηση. Είναι όμως δυνατό ν’ αντιμετωπίσει κανείς γενικά τις φλυαρίες για τη μοίρα· μπορεί κανείς να δείξει πως τη μοίρα του ανθρώπου τη φτιάχνουν άνθρωποι.

Αυτό πάλι μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους. Μπορεί, για παράδειγμα, να διηγηθεί κανείς την ιστορία ενός υποστατικού στην Ισλανδία· ολόκληρο το χωριό μιλάει για μια κατάρα εκεί. Μια αγρότισσα ρίχτηκε στο πηγάδι, ένας αγρότης κρεμάστηκε. Μια μέρα γίνεται ένας γάμος, ο γιος του αγρότη παντρεύεται με μια κοπέλα που φέρνει μερικά χωράφια προίκα. Η κατάρα εξαφανίζεται. Το χωριό δεν έχει ομόφωνη γνώμη για την αιτία αυτής της αλλαγής προς το καλύτερο. Άλλοι την αποδίνουν στη χαρούμενη φύση του νεαρού αγρότη, άλλοι στα χωράφια που έφερε μαζί της η νεαρή αγρότισσα και που κάνουν το υποστατικό για πρώτη φορά βιώσιμο. Άλλα και σ’ ένα ποίημα ακόμα που περιγράφει ένα τοπίο μπορεί κανείς κάτι να πετύχει, αν δηλαδή στη φύση ενσωματωθούν τα πράγματα τα καμωμένα από τον άνθρωπο. Χρειάζεται πονηριά για να διαδοθεί η αλήθεια.


Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

“ΕΥΤΥΧΩΣ ΕΠΤΩΧΕΥΣΑΜΕΝ” ( του Σπύρου Μαρκέτου, 19.4.2009 )


Με αφορμη τη δημοσιευση του προσφατου αρθρου του Σπυρου Μαρκετου 

" All that jazz, η Αριστερα του Ευρωομολογου " στο blog  Η ΛΕΣΧΗ  στις 21/08/2011

και τις αναδημοσιευσεις του στα blog  you pay your crisis  και  //ΠαραλληλοΓράφος//

Αναδημοσιευουμε δυο παλιοτερα και προδρομικα κειμενα του Σ. Μαρκετου, με θεμα την προταση του για " αναστολη πληρωμων " τα οποια γραφτηκαν σε καιρους ανυποπτους, γιατι μας αρεσει να θυμομαστε πως ξεκινησαν ολα, τωρα που βομβαρδιζομαστε απο τους αριστερους τηλεαστερες προπαγανδιστες της χρεοκοπιας και τους εσχατως αφυπνισμενους (;) "επιτελεις" της συντεταγμενης εσω - εξω κοινοβουλευτικης αριστερας. Ελπιζουμε, με ολη τη σεμνοτητα που τον διακρινει, να μας συγχωρεσει αυτη μας την επιμονη.

Το πρωτο 

με τιτλο "ΕΥΤΥΧΩΣ ΕΠΤΩΧΕΥΣΑΜΕΝ", δημοσιευμενο αρχικα στα "ενθεματα" της ΑΥΓΗΣ στις 19/04/2009 ( επι κυβερνησης Κωστα Καραμανλη ) το αναδημοσιευουμε απο το blog anant garde κοκκινη ορχηστρα αθηνας

Το δευτερο 

με τιτλο " Μονη λυση σημερα η αναστολη πληρωμων" δημοσιευμενο στις 23/02/2010 ( επι κυβερνησης Γιωργου Παπανδρεου ) το αναδημοσιευουμε απο το δημοσιογραφικο site tvxs.gr

  «για την κοινωνική αριστερά» 23.8.2011 

 

 

"ΕΥΤΥΧΩΣ ΕΠΤΩΧΕΥΣΑΜΕΝ"

του Σ. Μαρκέτου*  (19/04/2009)

Η εξέγερση της νεολαίας ( σημ. τον Δεκέμβρη του 2008) ανοίγει έναν νέο κύκλο εξελίξεων στη χώρα μας και ενδεχομένως στην Ευρώπη. Χαρακτηριστικά του στοιχεία η ρήξη των νέων με τη μοίρα που τους επιφυλάσσεται και η ριζοσπαστικοποίηση πολλών από αυτούς, η μαζική κινητοποίηση, η πολιτικοποίηση στρωμάτων που ώς πρόσφατα λίγο ενδιαφέρονταν για τα κοινά, η εκτεταμένη και δημόσια ενεργοποίηση των μεταναστών, η ενίσχυση της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς, και η σύγκρουση της αυταρχικής λογικής των ομάδων που νέμονται το κράτος με μαχητικές διεκδικήσεις εκδημοκρατισμού της κοινωνικής ζωής και προστασίας των πολιτικών δικαιωμάτων.

Οι συνέπειες τούτου του σεισμού γίνονται ακόμη πιο απρόβλεπτες καθώς πλαισιώνεται από πολλαπλές κρίσεις: παγκόσμια οικονομική ύφεση που δημιουργεί ολοένα πιο εκρηκτικές συνθήκες στέρησης, ανασφάλειας και κοινωνικής πόλωσης· γεωπολιτική ρευστότητα, η οποία αποτυπώθηκε στην πρόσφατη αποτυχία του ΝΑΤΟ στη Γεωργία και την επακόλουθη παράλυσή του· και, τέλος, ιδεολογική σύγχυση αφότου κατέρρευσαν τα ακραία ιδεολογήματα που ώς χτες κυριαρχούσαν στη Δύση — ο ψευδεπίγραφος «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» και η άλλο τόσο ψευδώνυμα φιλελεύθερη «συναίνεση της Ουάσιγκτον» που καθαγίαζε παντού την άκρατη κυριαρχία του κεφαλαίου και τις «δομικές μεταρρυθμίσεις» υπέρ των αγορών (δηλαδή των πλούσιων).

Κινητοποιώντας ολόκληρη την κοινωνία, η εξέγερση των νέων περιπλέκει αυτό που θα είναι το κρίσιμο πολιτικό στοίχημα των ερχόμενων μηνών, δηλαδή την προσπάθεια μετακύλισης των βαρών της οικονομικής κρίσης στους ώμους των ασθενέστερων. Καθώς αναγνωρίζεται ξανά η αναγκαιότητα κρατικής παρέμβασης στην οικονομία, το ποιος πληρώνει τι στο κράτος και ποιος εισπράττει πόσα από αυτό γίνεται κεντρικό πολιτικό ζήτημα. Αλλά αυτά που πρέπει πια να πληρωθούν είναι πάρα πολλά, και τα δημόσια έσοδα δεν αρκούν. Ο φετινός προϋπολογισμός προβλέπει ελλείμματα που, για να καλυφθούν, δεν φτάνουν κάποια σωστά και αναγκαία μέτρα δημοσιονομικής σωφροσύνης, τα οποία άλλωστε για την ώρα ούτε καν συζητιούνται, όπως η επείγουσα επανεξέταση από μηδενική βάση των δαπανών του υπουργείου Άμυνας (προϋπολογισμός για το 2009: 6,5 δις) ή η κοινωνικά δίκαιη φορολόγηση της Εκκλησίας και των τραπεζών, ενδεχομένως με την παραδοσιακή μέθοδο των βυζαντινών αυτοκρατόρων που τόσο δημοφιλείς ξανάγιναν τελευταία, δηλαδή την επιβολή έκτακτων εισφορών (γιατί αυτό ακριβώς ήταν το λιώσιμο των δισκοπότηρων και οι δημεύσεις των περιουσιών των τραπεζιτών).

Ένα κακό και δύο εφιαλτικά σενάρια για τα ελλείμματα
Τα ελλείμματα όμως που προβλέπονται για το 2009 είναι κυριολεκτικά άλλης τάξης, τουλάχιστον 45 δις, ίσως και 50 δις. Η κυβέρνηση δεν ξέρει πώς θα βρει τα χρήματα. Ελπίζει να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό εκδίδοντας ομόλογα, αλλά οικονομικοί αναλυτές βλέπουν γι’ αυτά «ένα κακό και δύο εφιαλτικά σενάρια». Το απλώς κακό, στο οποίο προσβλέπει η κυβέρνηση, είναι να βρουν δανειστές με επαχθέστατους για το δημόσιο όρους και δίνοντας στις τράπεζες νέα προνόμια. Αν το φιλόδοξο αυτό σχέδιο αποτύχει, συζητιέται να φτιαχτεί ένας νέος μηχανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να μας επιβάλει σκληρά μέτρα περιορισμού των κρατικών δαπανών και του δημόσιου χρέους. Πού και πού, κάποιοι δημοσιογράφοι μας φωτίζουν για το τι γίνεται πίσω από τα σύννεφα αδιαφάνειας που περιβάλλουν τις σχετικές διαπραγματεύσεις. Στ’ αλήθεια η Κομισιόν «περιμένει από την Ελλάδα να εφαρμόσει ένα περιοριστικό μάλλον πρόγραμμα, παρά την κρίση και την υποχώρηση του ρυθμού ανάπτυξης»;1 Πρέπει, δηλαδή, να περικοπούν όλες οι κοινωνικές δαπάνες και να μπει φυτίλι στη δημοκρατία και την κοινωνική συνοχή για να πληρωθούν κατά προτεραιότητα οι δανειστές τα 41,7 δις που κρατά γι’ αυτούς ο φετινός προϋπολογισμός; Κάτι τέτοιο, βέβαια, σημαίνει καταστροφική και βίαιη υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου και υπόσχεται, οδηγώντας τη χώρα δεκαετίες πίσω, εντάσεις τέτοιες που δεν έχουμε ξαναδεί από τον καιρό του Εμφυλίου.

Υπάρχει και το πιο αισιόδοξο σενάριο, ότι η Κομισιόν μάς ζητά απλώς να προσφύγουμε στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ο πρόεδρός του μοιάζει να έχει απαρνηθεί τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό που ήταν ώς τώρα σήμα κατατεθέν του και ζητά πλέον από τις κυβερνήσεις να ξοδέψουν και να δανειστούν, τονίζοντας ότι η αύξηση του δημόσιου χρέους είναι η «λιγότερο κακή λύση» στη χειρότερη οικονομική συγκυρία των τελευταίων εβδομήντα χρόνων.2 Με άλλα λόγια, η σύγχυση στις Βρυξέλλες και τη Νέα Υόρκη δεν είναι μικρότερη απ’ ό,τι στην Αθήνα. Οι ιθύνοντες, αμήχανοι και διχασμένοι, προτείνουν διαμετρικά αντίθετες λύσεις, που κυμαίνονται από έναν εμβαλωματικό κεϋνσιανισμό ώς έναν ανάλγητο νεοφιλελευθερισμό παλαιάς κοπής, αλλά έχουν κοινό παρονομαστή την προστασία των συμφερόντων των δανειστών.

Μια κοινωνικά δικαιότερη λύση: προσωρινή διακοπή εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους

Ωστόσο οι λύσεις αυτές, που συζητιούνται τώρα κατ’ ιδίαν για να μας επισκεφτούν αύριο σαν αναπόφευκτες, «Δεν υπάρχει άλλη λύση!», με την ελπίδα ότι θα σκύψουμε το κεφάλι ζαλισμένοι και θα τις δεχτούμε, δεν είναι στ’ αλήθεια οι μόνες που έχουμε μπροστά μας. Στην πραγματικότητα, υπάρχει και μια άλλη λύση που μένει στα αζήτητα, μια κομψή, ιστορικά δοκιμασμένη και κοινωνικά πολύ πιο δίκαιη λύση, την οποία τα κράτη χρησιμοποιούν με αξιοσημείωτη κανονικότητα εδώ και πολλούς αιώνες, και όχι σπάνια στις ημέρες μας. Στη χώρα μας έχει εφαρμοστεί παλιότερα, με μεγάλη επιτυχία, από αστούς πολιτικούς του διαμετρήματος του Χαρίλαου Τρικούπη και του Ελευθέριου Βενιζέλου. Η λύση αυτή θωρακίζει τη δημοκρατία, αποτρέποντας την εσωτερική πόλωση και διασφαλίζοντας το κοινωνικό μας κεφάλαιο. Ωστόσο, λίγο συζητιέται και δύσκολα εφαρμόζεται, ακριβώς επειδή ρίχνει τα βάρη στους ώμους των ισχυρών και όχι των αδύνατων. Για τον ίδιο λόγο προϋποθέτει, για να επιβληθεί, πολιτική τόλμη, εγρήγορση του λαού και μαζική κινητοποίηση.

Μιλώ για την προσωρινή διακοπή της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και την αναδιαπραγμάτευση των όρων αποπληρωμής του. Μια τέτοια κίνηση μεταφέρει άμεσα σημαντικούς πόρους από τα θυλάκια των πλούσιων στην εσωτερική κατανάλωση και επένδυση, τονώνοντας έτσι την εσωτερική ζήτηση, εκτονώνοντας την κοινωνική ένταση και θέτοντας προϋποθέσεις για ανάπτυξη την επόμενη περίοδο. Στην Ελλάδα του 2009 αυτό μπορεί να σημαίνει την ανάσυρση ενός ποσού ώς 41,7 δις από τις μαύρες τρύπες των τραπεζών για την κάλυψη άμεσων αναγκών της παιδείας, της υγείας, της κοινωνικής πρόνοιας, της αποκατάστασης της οικολογικής ισορροπίας και της δημιουργίας υποδομής. Ή, εναλλακτικά, για την αποφυγή του νέου και επαχθέστατου δανεισμού.

Όπως και αν έχει το πράγμα, χάρη στην εξέγερση της νεολαίας, που έδειξε πόσο επισφαλής ήταν η κοινωνική ηρεμία που είχαμε ώς χτες, μοιάζουν να ωριμάζουν γοργά οι πολιτικές συνθήκες για την προβολή ενός τέτοιου αιτήματος. Οι επόμενοι μήνες θα δείξουν. Σημαντικό είναι όμως ν’ αντιληφθούμε εγκαίρως, προτού περιοριστικές πολιτικές πλήξουν ανεπανόρθωτα την κοινωνική συνοχή, πως είναι επιθυμητή, εφικτή και ίσως αναγκαία για την προάσπιση της δημοκρατίας η αναστολή της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και η αναδιαπραγμάτευσή του. Η κίνηση δηλαδή που ονομάζεται «πτώχευση» μιας χώρας φορτισμένα και παραπλανητικά: τα κράτη που δηλώνουν «Δυστυχώς, επτωχεύσαμεν!» δεν είναι εμπορικές εταιρείες ούτε έχουν τις ίδιες λειτουργίες ή τους ίδιους σκοπούς με αυτές. Από νομική άποψη, μάλιστα, βρίσκονται σε ριζικά διαφορετική θέση από τις εταιρείες που χρεοκοπούν, καθώς δεν νοείται κατάσχεση σε βάρος τους ούτε υπάρχουν δικαστήρια που να μπορούν να εκδώσουν εκτελεστές αποφάσεις εναντίον τους. Αν αυτοί που κυβερνούν στ’ όνομα του λαού θελήσουν επιτέλους να προτάξουν τις δικές του ανάγκες και να βάλουν σε δεύτερη μοίρα εκείνες των δανειστών, μόνο πολιτικά μπορεί ν’ ανατραπεί η απόφασή τους.

Μια τέτοια κίνηση δεν σημαίνει βέβαια εγκατάλειψη του καπιταλισμού. Αντίθετα, συνοδεύεται πάντοτε, αργά η γρήγορα, από μια πιο ρεαλιστική συμφωνία με τους δανειστές, η οποία εγκαινιάζει μια νέα περίοδο χρηματοπιστωτικής ομαλότητας. Το ενδεχόμενο της στάσης πληρωμών προεξοφλείται άλλωστε σε κάθε συμφωνία δανείου, και ο δανειστής αποζημιώνεται προκαταβολικά για τον κίνδυνο που διατρέχει υψώνοντας ανάλογα το επιτόκιο· ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο το «spread» των επιτοκίων των ελληνικών κρατικών ομολόγων σε σχέση με άλλα τινάχτηκε πρόσφατα στα ύψη, επειδή οι τραπεζίτες και οι επενδυτές αντιλαμβάνονται πολύ καλά ότι δεν είναι ουτοπικό αλλά απεναντίας άκρως ρεαλιστικό το ενδεχόμενο να μην πληρωθούν εγκαίρως και να χρειαστεί να ξανασυζητήσουν τους όρους δανεισμού. Αλλά με το κράτος δεν συζητούν από θέση ισχύος, όπως συζητούν μαζί σας και μαζί μου· αντίθετα, το κράτος μπορεί να τους μιλήσει από θέση ισχύος εφόσον συντρέχουν οι πολιτικές προϋποθέσεις, αν δηλαδή βρίσκεται στα χέρια δυνάμεων που προτάσσουν τις ανάγκες της δημοκρατίας και τα συμφέροντα του λαού, και στηρίζονται στην αναγκαία μαζική κινητοποίηση.

Πολύ καλά όλα αυτά για να είναι αληθινά; Δεν έχει παρενέργειες μια τέτοια κίνηση; Οι κίνδυνοι που επάγεται, σύμφωνα με τη σχετική βιβλιογραφία,3 είναι, στη δική μας περίπτωση, μάλλον θεωρητικοί. Ο βασικός είναι ο αποκλεισμός από τις διεθνείς χρηματαγορές, οι οποίες ωστόσο έτσι και αλλιώς μοιάζουν πλέον να παραλύουν παγκόσμια και σίγουρα δεν είναι φέτος πρόθυμες να μας δανείσουν με λογικούς όρους. Δεύτερος είναι η διαταραχή στις συναλλαγές που φέρνει η αναστολή πληρωμών σε χώρες με αδύνατο νόμισμα, αλλά από αυτήν το ευρώ μάς προστατεύει. Άλλα σημαντικά ρίσκα δεν αναφέρονται· σαφώς μεγαλύτερους κινδύνους σημαίνει η λύση που προτείνει η Κομισιόν.

Μια λύση που εφαρμόζεται σιωπηλά

Γιατί λοιπόν, ρωτά κανείς τώρα ρητορικά, τα κράτη δεν διαλέγουν συχνότερα αυτήν τη λύση; Η απάντηση εδώ είναι: μα φυσικά την διαλέγουν, απλώς δεν συμφέρει τους δανειστές να μαθεύεται αυτό. Παραπάνω από σαράντα επεισόδια στάσης πληρωμών και αναδιαπραγμάτευσης του δημόσιους χρέους σημειώθηκαν μετά το 1970. Σύμφωνα με τις παγκόσμιες αυθεντίες στο ζήτημα, «η σειριακή αναστολή της εξυπηρέτησης του εξωτερικού χρέους, δηλαδή η επανειλημμένη κήρυξη του κράτους σε πτώχευση, αποτελεί τον κανόνα σε όλες τις περιοχές του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης και της Ασίας και της Ευρώπης».4 Για παράδειγμα, η αδιάκοπη οικονομική άνθηση στη Ρωσία μετά το 1998 εγκαινιάστηκε με την κήρυξη του δημοσίου σε πτώχευση. Τον μισό καιρό από το 1970 και μετά η Αργεντινή και η Βραζιλία βρίσκονται σε τούτην ακριβώς την κατάσταση, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τις οικονομίες τους ν’ αναπτύσσονται δυναμικά.5 Στην ίδια θέση βρέθηκε και το ελληνικό κράτος για παραπάνω από το ένα τέταρτο της ύπαρξής του, πενήντα χρόνια, αλλά ούτε και εμείς δεν φαίνεται να πάθαμε τίποτε.6 Αντίθετα, όπως μας εξηγεί ο Μαρκ Μαζάουερ στην κλασική του μελέτη για τη μεσοπολεμική Ελλάδα,7 μετά την πτώχευση του 1932 (την οποία ο Βενιζέλος αποφάσισε πολύ αργά, μόνον αφού πρώτα της είχε αντισταθεί με νύχια και με δόντια, στραγγίζοντας από ρευστότητα την αγορά και χάνοντας την υποστήριξη των οπαδών του), η οικονομία ξαναζωντάνεψε. Ενεργοποιήθηκαν πόροι που νωρίτερα παραμελούνταν, η γεωργική και η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκαν γοργά φέρνοντας τη χώρα τρίτη παγκόσμια σε ρυθμό βιομηχανικής ανάπτυξης, μετά τη Σοβιετική Ένωση και την Iαπωνία, και γενικά σημειώθηκε θεαματική ανάκαμψη, προκαλώντας έκπληξη στους (φιλελεύθερους) παρατηρητές.

Η στάση πληρωμών του δημοσίου δεν επάγεται την ηθική απαξία που επιφέρουν οι χρεοκοπίες των ιδιωτών, καθώς οφείλεται κυρίως σε παράγοντες του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, και κατεξοχήν σε μεταβολές στις τιμές των εμπορευμάτων και τα επιτόκια,8 αυτό δηλαδή που συνέβη τα τελευταία χρόνια. Υπάρχει μάλιστα σαφής συσχέτιση, στη μακρά διάρκεια, μεταξύ ελεύθερης διακίνησης των κεφαλαίων και εκδήλωσης καταστάσεων οι οποίες επιβάλλουν στάση πληρωμών του δημόσιου χρέους,9 κάτι το οποίο θα έπρεπε βέβαια να γνωρίζουν όσοι ώς πρόσφατα εκθείαζαν τη γενική απορρύθμιση των κεφαλαιαγορών. Η περιοδική ελάφρυνση του δημόσιου χρέους με αυτήν τη μέθοδο περιλαμβάνεται στην κανονική λειτουργία του συστήματος και εξασφαλίζει την επιβίωσή του. Και αν, στη δική μας περίπτωση, ένα αξιόλογο μέρος αυτού του χρέους αφορά ελληνικές τράπεζες και εγχώριους επενδυτές, και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο γίνεται πολιτικά δύσπεπτο, πάντως όλοι αυτοί δεν χειμάζονται· όχι μόνον οφείλουν αλλά και μπορούν να συνεισφέρουν τον οβολό τους για τη διατήρηση της δημοκρατίας και της κοινωνικής συνοχής. Είναι μάλιστα ουσιώδες να δοθεί λύση σύντομα, αφού κάθε μέρα που χάνεται σημαίνει περιττό κοινωνικό πόνο, εντάσεις και ρήξεις που δύσκολα θεραπεύονται.

Εν κατακλείδι. Η δημοκρατία και η ελευθερία, η αποκατάσταση της οικολογικής ισορροπίας, η διατήρηση του βιοτικού επιπέδου του λαού, η μείωση της κοινωνικής ανισότητας και η εξάλειψη της φτώχειας είναι βασικοί στόχοι μιας καλής κοινωνίας, και αναγνωρίζονται ως τέτοιοι από τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Είναι, με άλλα λόγια, εθνικοί στόχοι με την ουσιαστικότερη και καθαρότερη έννοια του όρου. Πρέπει λοιπόν και ν’ αναγνωριστούν ως βασικοί στόχοι και στη χάραξη της κρατικής πολιτικής, και αυτό, στις στιγμές κρίσης που διανύουμε, έχει συγκεκριμένες συνεπαγωγές, οι οποίες ακόμη δεν έχουν συζητηθεί αρκετά. Ειδικότερα, αν αυτοί οι εθνικοί στόχοι συγκρούονται με τα συμφέροντα των δανειστών του δημοσίου, τα δεύτερα υποχωρούν. Και αυτό είναι κάτι που μπορεί και πρέπει να επιβάλει η κυβέρνηση, η σημερινή ή η αυριανή.

αναδημοσίευση από τα Ενθέματα της Αυγής (19.4.2009)


*Ο Σπύρος Μαρκέτος διδάσκει νεότερη και σύγχρονη Ιστορία στο ΑΠΘ

 

 ΠΗΓΗ:  avant-garde ΚΟΚΚΙΝΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΑΘΗΝΑΣ

 

Μόνη λύση σήμερα η αναστολή πληρωμών, του Σπύρου Μαρκέτου (23/02/2010)


Είναι αδύνατο να ανακάµψει η οικονοµία στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που υιοθετεί πλέον η κυβέρνηση, πιεσµένη από τις «αγορές», οι οποίες επιβάλλουν τις επιλογές τους και στην ΕΕ. Πρiν από καιρό, κι ενώ περί άλλα τύρβαζαν πολλοί που σήµερα κινδυνολογούν, είχα υποστηρίξει ότι πρέπει να κηρυχθεί στάση πληρωµών του δηµόσιου χρέους (ξεπέρασαν τα 41 δις το 2009) και να γίνει αναδιαπραγµάτευσή του. Ειδάλλως θα χρειαζόταν «να περικοπούν όλες οι κοινωνικές δαπάνες και να µπει φυτίλι στη δηµοκρατία και την κοινωνική συνοχή για να πληρωθούν κατά προτεραιότητα οι δανειστές [...] Κάτι τέτοιο, βέβαια, σηµαίνει καταστροφική και βίαιη υποβάθµιση του βιοτικού επιπέδου και υπόσχεται, οδηγώντας τη χώρα δεκαετίες πίσω, εντάσεις τέτοιες που δεν έχουµε ξαναδεί από τον καιρό του Εµφυλίου». [1]

Οι εξελίξεις που µεσολάβησαν δυστυχώς επικυρώνουν αυτή την εκτίµηση. Απλώς το δηµόσιο χρέος βάρυνε στο µεταξύ άλλα 40 δις, τα οποία φυσικά δεν έγιναν µισθοί και συντάξεις, αλλά και πάλι γλίστρησαν προς τους ισχυρούς. Πολιτική µε τραγική κατάληξη: υπογράφοντας η Ελλάδα το σύµφωνο οµαδικής αυτοκτονίας που της ζητούν οι «αγορές» γίνεται προτεκτοράτο, µας εξηγεί ένας στρατηγικός αναλυτής παγκόσµιων επενδύσεων χαρτοφυλακίου. [2] Ο πλούτος της χώρας κλείνεται στα θησαυροφυλάκια των τραπεζών και µερικών µεγάλων επιχειρήσεων, ενώ τα νοικοκυριά ρίχνονται στη φτώχεια. Kάθε νεογέννητο βρίσκεται φορτωµένο µε τριάντα χιλιάδες δηµόσιο χρέος, που δεν δαπανήθηκε για χάρη του, και καλείται να δουλεύει ισόβια για να το ξεπληρώσει. Σε τι διαφέρει άραγε από τα παιδιά των µαύρων σκλάβων που γεννιούνταν δούλοι κι έπρεπε έπειτα, τα πιο τυχερά, να εξαγοράσουν την ελευθερία τους; [3]

Οι οικονοµικές θυσίες τα ερχόµενα χρόνια είναι αναπόφευκτες, το ζήτηµα είναι αν θα µοιραστούν δίκαια. Θα είναι τέτοιες που µας κάνουν δουλοπάροικους των τραπεζιτών ή, αντίθετα, θα επιβαρύνουν κυρίως αυτούς που ωφελήθηκαν από τις πολιτικές επιλογές των τελευταίων δεκαετιών και θα συνοδευτούν από αντισταθµιστικές θεσµικές αλλαγές, ευρύτατες και ριζικές, τέτοιες που ν’ αντιστρέφουν την κοινωνική πόλωση; Η έκβαση της µάχης, που δεν αφορά µόνο την Ελλάδα, είναι αβέβαιη, όπως παραστατικά µας εξηγεί ο µεγάλος κοινωνιολόγος Ιµµάνουελ Βαλλερστάιν σ’ ένα βιβλιαράκι απαραίτητο για να γνωρίσουµε την εποχή µας. [4] Αυτό σηµαίνει πως µπορεί να χαθεί, αλλά έχει και πολύ περισσότερες πιθανότητες απ’ όσες φανταζόµαστε να κερδηθεί.

Βασική πολιτική πραγµατικότητα είναι ότι ο ελληνικός λαός είδε το κράτος να δίνει δεκάδες δις για να σώσει τις τράπεζες, ψήφισε την κυβέρνηση επειδή πληροφορήθηκε ότι «λεφτά υπάρχουν», και όµως καλείται τώρα σε θυσίες χωρίς ηµεροµηνία λήξης. Σ’ αυτές τις συνθήκες αποτελεί πράξη ύψιστης πολιτικής ανευθυνότητας να δοκιµαστούν ακόµη περισσότερο οι αντοχές του. Οι θεσµικά ισχυροί αλλά διανοητικά µετέωροι και πολιτικά ευάλωτοι γκουρού του νεοφιλελευθερισµού ζητούν αναδιανοµή του εθνικού προϊόντος υπέρ των πλούσιων. Αυτή όµως θα εξαερώσει άµεσα τη νοµιµοποίηση της κυβέρνησης, και µεσοπρόθεσµα δεν απειλεί απλώς µε εξάρθρωση το κυβερνών κόµµα, αλλά και υπονοµεύει την πραγµατική οικονοµία και την ίδια τη δηµοκρατία µας. Λύση εποµένως ηθικά, πολιτικά και οικονοµικά απαράδεκτη. Επιλέγοντάς την το Πασόκ, για να κερδίσει µερικούς βασανιστικούς µήνες φυγής από την πραγµατικότητα, δυναµιτίζει το κύρος του στους οπαδούς του κι εµπεδώνει το µήνυµα ότι στις σηµερινές συνθήκες του τερµατικά αρτηριοσκληρωτικού καπιταλισµού δικαιώµατα δηµοκρατικής επιλογής έχουµε µόνο σε διακοσµητικούς τοµείς.

Η ιστορία µας δίνει εδώ ένα διδακτικό παράδειγµα. Το 1932 ο ελληνικός λαός ήταν πολύ πιο αµόρφωτος και ανοργάνωτος, και λιγότερο απαιτητικός από σήµερα. Ωστόσο ο χαρισµατικός πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, που είχε πρόσφατα επανεκλεγεί σαρώνοντας τους αντιπάλους του, εξανέµισε τη δηµοτικότητά του ακολουθώντας µια πολιτική σαν κι αυτήν που σχεδιάζει τώρα ο Γιώργος Παπανδρέου. Αφαίµαξε την οικονοµία στη λεγόµενη Μάχη της Δραχµής και όταν τελικά κήρυξε στάση πληρωµών, έπειτα από µερικούς µήνες αντίστασης δηλαδή, ήταν πια πολύ αργά. Το κόµµα του είχε στο µεταξύ διαλυθεί και η δηµοκρατία εκτροχιαστεί,µε τελικούς ωφεληµένους τους Γλύξµπουργκ και τον Μεταξά. Η ειρωνεία είναι ότι µετά την πτώση του Βενιζέλου οι ακροδεξιές κυβερνήσεις σταθεροποιήθηκαν ακριβώς επειδή η ελληνική οικονοµία, διαψεύδοντας τους τότε γκουρού των αγορών, σηµείωσε πρωτοφανείς ρυθµούς ανόδου. Η πτώχευση ξαναζωντάνεψε την αγορά,µεταφέροντας πόρους από τα θησαυροφυλάκια των τραπεζών στην πραγµατική οικονοµία, από το εξωτερικό στο εσωτερικό. Τα καθέκαστα αφηγείται ωραία ο Μαρκ Μαζάουερ, σ’ ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσουν όσοι εκπλήσσονται µε τη σηµερινή κρίση. [5]

Είναι σήµερα εφικτό αυτό που έκανε τότε ο Βενιζέλος; Ναι, είναι, και πρέπει το ταχύτερο δυνατό να το κάνουµε. Παραπάνω από σαράντα «πτωχεύσεις» σηµειώθηκαν παγκόσµια µετά το 1970, και γενικά ωφέλησαν τις χειµαζόµενες οικονοµίες. Η Ρωσία και η Αργεντινή σε τέτοιες «χρεωκοπίες» στήριξαν την υγιή οικονοµική τους µεγέθυνση,µε εξαιρετικούς ρυθµούς, τα τελευταία χρόνια. Σύµφωνα µε τη σχετική βιβλιογραφία οι κίνδυνοι είναι, στη δική µας περίπτωση,µάλλον θεωρητικοί. [6] Κυρίως ο πρόσκαιρος αποκλεισµός από τις διεθνείς χρηµαταγορές, οι οποίες ωστόσο έτσι κι αλλιώς δεν µάς δανείζουν πλέον µε λογικούς όρους. Επίσης η διαταραχή στις συναλλαγές που φέρνει στις χώρες µε αδύνατο νόµισµα η αναστολή πληρωµών, αλλά από αυτήν το ευρώ σήµερα µάς προστατεύει. Άλλα σηµαντικά ρίσκα δεν αναφέρονται. Στην πραγµατικότητα, οι τραπεζίτες που απειλούσαν θεούς και δαίµονες πριν από τη χρεωκοπία δεν άργησαν να επιστρέψουν στηΜόσχα και στο Μπουένος Άιρες µε το καπέλο στο χέρι, προτείνοντας δελεαστικά νέα δάνεια.

Είναι συµβατή η αναστολή πληρωµών του δηµόσιου χρέους µε την παραµονή στο ευρώ; Ναι, είναι. Το Σύµφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης περιορίζει τα επιτρεπόµενα ελλείµµατα κάθε χώρας, αλλά αφήνει τις εθνικές κυβερνήσεις να βρούν µόνες τους το πώς θα ισοσκελίσουν τον προϋπολογισµό. Η Αθήνα αποφασίζει αν θα ρίξει το έλλειµµα κλείνοντας νοσοκοµεία και σχολεία (προϋπολογισµός 2010 για την παιδεία: 7,6 δις• υγεία και πρόνοια, 6 δις) ή αναστέλλοντας τις πληρωµές στους τραπεζίτες (προϋπολογισµός 2010 για τοκοχρεωλύσια: 45 δις). Δεν γράφει πουθενά το σύνταγµα ότι οι υποχρεώσεις του κράτους προς τους πιστωτές υπερτερούν έναντι των ευθυνών του προς τους πολίτες. Το ποιός παίρνει τι ψηφίζεται κάθε χρόνο από την εθνική αντιπροσωπεία, λέγεται προϋπολογισµός. Είναι θέµα πολιτικής απόφασης, της Αθήνας και όχι της Φραγκφούρτης ή των Βρυξελλών, το αν ο προϋπολογισµός θα σώσει το κοινωνικό κράτος ή τις τράπεζες που έχουν ξεχάσει τον αναπτυξιακό τους ρόλο. Όπως και το αν θα φορολογηθεί ο λαός ή οι λίγες µεγάλες επιχειρήσεις που άρµεξαν τις παχειές αγελάδες τα χρόνια της πλασµατικής ευµάρειας.

Συµφέρει άραγε τους ισχυρούς της ΕΕ να µας διώξουν από το ευρώ; Αφενός δεν µπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο αν ισοσκελίσουµε τον προϋπολογισµό, έστω και µην πληρώνοντας τους τραπεζίτες και φορολογώντας τους πλούσιους. Αφετέρου δεν τις συµφέρει. Θα υπονόµευαν έτσι ισχύ και βιωσιµότητα του ευρώ, χωρίς διόλου ν’ αντιµετωπίσουν τις κερδοσκοπικές επιθέσεις των τραπεζών, οι οποίες αµέσως µετά θα στόχευαν Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, το Βέλγιο και ακόµη και τη Γαλλία –χώρες όλες τους µε συνολικές δανειακές ανάγκες επαχθέστερες των δικών µας. Λύση στο πρόβληµα της υπερχρέωσης του ευρωπαϊκού νότου συµβατή µε τα συµφέροντα των τραπεζών δεν βλέπω, και µάλλον δεν βλέπουν ούτε και οι τράπεζες.

Ειδικά η Γερµανία θα έχει βαρύ γεωπολιτικό κόστος αν διαλυθεί το ευρώ, χάνοντας το όραµα της ισχυρής και γερµανοκεντρικής Ευρώπης. Μάλλον δέχεται να πληρώσει για να διατηρήσει την ηγεµονία της -να βάλει το χέρι στην τσέπη "βαθειά, συχνά, και πολύ πολύ σύντοµα", προτού χτυπηθούν οι χώρες που πραγµατικά µετράνε. [7] Ζητά όµως σ’ αντάλλαγµα τον άµεσο έλεγχο των οικονοµικών µας, και είναι αβέβαιο ως πότε θα µπορεί να δίνει• οι δανειακές ανάγκες της ευρωζώνης είναι 2.200 δις µόνο για το 2010. Κηρύσσοντας τώρα στάση πληρωµών διατηρούµε εµείς τον έλεγχο της οικονοµίας, προφυλάσσουµε το στοιχειώδες κοινωνικό κράτος και σώζουµε την, ατελή έστω, δηµοκρατία. Σκεφτείτε µόνο τις συνέπειες αν εκχωρήσουµε στη Φραγκφούρτη τα ηνία µιας βυθισµένης σε κρίση οικονοµίας, αποσταθεροποιώντας στο µεταξύ και το πολιτικό µας σύστηµα,µόνο και µόνο για ν’ ακούσουµεσ’ ένα ή δυο χρόνια ότι η ΕΕ δεν έχει άλλα περιθώρια στήριξής µας.

Έχει προοπτικές επιτυχίας η νεοφιλελεύθερη λύση, την οποία προαναγγέλλουν τα κυβερνητικά µέτρα; Όχι, σε καµιά περίπτωση. Πρώτα πρώτα, από αυστηρά οικονοµική σκοπιά, όπως και οι κεϋνσιανοί µεταρρυθµιστές τονίζουν, τα µέτρα καταφέρουν βαρύ πλήγµα στην εσωτερική ζήτηση, η οποία δεν εξηγείται µε ποιόν τρόπο θ’ ανακάµψει έπειτα, ιδίως όσο καιρό το ευρώ κρατά την τωρινή υπερτίµησή του. Το αποτέλεσµα θα είναι να συρρικνωθεί ακόµη περισσότερο η αγορά, κι ελλείµµατα και χρέη να γίνουν ακόµη πιο δυσβάσταχτα. Το κόστος στην πραγµατική οικονοµία, για να µη µιλήσουµε για την καθηµερινότητα των απλών ανθρώπων, θα είναι ασύγκριτα µεγαλύτερο από την εξοικονόµηση µερικών δις, τα οποία άλλωστε δεν πρόκειται ν α διατεθούν για ανάπτυξη, αλλά αµέσως θα ριχτούν στις µαύρες τρύπες των τραπεζών.

Όπως η παγκόσµια οικονοµική κρίση, που ξέσπασε τον Ιούλη του 2007, βρήκε εντελώς απροετοίµαστους τους Δυτικούς ιθύνοντες, έτσι και η έλευσή της στη χώρα µας βρίσκει χωρίς σχέδιο και ιδέες το δικό µας οικονοµικό και πολιτικό επιτελείο. Ενδεικτικό της αφωνίας, της σύγχυσης και της αναισθησίας που επικρατεί στους τραπεζίτες είναι το πρόσφατο άρθρο ενός συµβούλου της Γιούροµπανκ, από τοοποίο απουσιάζει κάθε αναφορά στην κοινωνική κατάσταση και ακόµη και στην πολιτική λυσιτέλεια. [8]

Αρχικά, κατά το άρθρο, το πρόβληµα ήταν οικονοµικό:µεγάλα ελλείµµατα, υψηλό ποσοστό χρέους, χαµηλή ανταγωνιστικότητα. Σε συνδυασµό µε απειλητικές κινήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, έβαλε τη χώρα στα «ραντάρ των αγορών» (ενδιαφέρουσα τούτη η παροµοίωση των «αγορών»µε βοµβαρδιστικά). Οι «αγορές», απόλυτοι κριτές του σωστού και του καλού στις κατά τα άλλα δηµοκρατικές κοινωνίες µας (και ας µας οδήγησαν στην παγκόσµια κρίση), απαίτησαν περικοπές δαπανών µεγαλύτερες από αυτές που υπόσχεται ο πρωθυπουργός. Τη σκυτάλη πήραν έπειτα πολιτικοί παράγοντες, και στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ επικράτησαν σκληροπυρηνικές απόψεις,«ότι η Ελλάδα πρέπει να πληρώσει για τα λάθη του παρελθόντος και να πονέσει ώστε να παραδειγµατιστούν και άλλες µεγαλύτερες χώρες». Τον βοµβαρδισµό ακολούθησε παραδειγµατική µαστίγωση.

Τώρα πια µοιάζουµε µε κείνους τους βασανισµένους του Αµπού Γκραϊµπ, που µόλις κάνουν να κινήσουν χέρια ή πόδια παθαίνουν ηλεκτροσόκ. Αν πάµε να κηρύξουµε στάση πληρωµών, αναγκαστικά θα βγούµε από το ευρώ (χωρίς να εξηγείται το γιατί) και «θα αποκλειστεί η Ελλάδα από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές, θα περιοριστούν και οι εµπορικές µας σχέσεις µε τον υπόλοιπο κόσµο, θα µαραζώσει η οικονοµία». Εποµένως για να τ’ αποφύγουµε όλα αυτά, και προς τέρψη και ξεκούραση των βασανιστών µας, πρέπει ν’ αρχίσουµε ευσυνείδητα να αυτοµαστιγωνόµαστε ώστε το µαρτύριο να τελειώσει πιο γρήγορα:«Η µόνη λύση είναι η Ελλάδα να επισπεύσει και πιθανόν να πολλαπλασιάσει τα περιοριστικά µέτρα [...] Δεν χάνει κάτι µε την πιο αυστηρή επιλογή, διότι περισσότερα µέτρα σήµερα συνεπάγονται λιγότερα µέτρα αύριο για το ίδιο αποτέλεσµα». Αλλά γιατί πρέπει να υποστούµε επιτέλους αυτό τον σαδοµονεταρισµό; για λόγους που έχουν να κάνουν µε την ψυχολογία των εκβιαστών µας, ώστε δηλαδή να τους «πείσουµε» ότι «τα µέτρα υπερεπαρκούν για να φέρουν τη µείωση των ελλειµµάτων και τη µελλοντική ανάπτυξη». Και αν δεν πειστούν;

Αυτές οι απόψεις κινδυνεύουµε να γίνουν επίσηµη πολιτική. Δυστυχώς και η αριστερά δεν είναι περισσότερο προετοιµασµένη ν’ αντιµετωπίσει την κατάσταση. Τις τελευταίες δεκαετίες ο καπιταλισµός, ενώ στην πραγµατικότητα ζούσε µε δανεικά, στο νου των αριστερών ηγεσιών ιδίως έγινε αιώνιος και ακατανίκητος, και η πολιτική τους στρατηγική προσαρµόστηκε ανάλογα. Χωρίς να βλέπουν πως το σύστηµα ολόκληρο κατέρρεε, εστίασαν την προσοχή τους σε µικροµεταρρυθµίσεις κι έχασαν τους βασικούς µηχανισµούς της εκµετάλλευσης από τα µάτια τους. Έχοντας µείνει χωρίς οργανικούς διανοούµενους, ο λαός νόµιζε ότι υπερασπιζόταν τα δικαιώµατά του διεκδικώντας αυξήσεις µερικών ευρώ, την ώρα που η δηµόσια περιουσία του εκποιούνταν ή υποθηκευόταν και,µέσα από κρατικό και ιδιωτικό δανεισµό, οι τράπεζες αποµυζούσαν τους καρπούς της εργασίας του.

Σήµερα η βάση της αριστεράς,µε τις µαχητικές κινητοποιήσεις της, αντιµάχεται στο µέτρο που της αναλογεί την πορεία που χαράζουν οι «αγορές», αλλά πολλοί διανοούµενοίτης κοιµούνται αµέριµνοι και οι ηγεσίες της αποδεικνύονται κατώτερες των περιστάσεων. Ο Σύριζα και ο Συν αρνούνται να τοποθετηθούν στο ζήτηµα, σχεδόν δεν αναγνωρίζουν καν την ύπαρξή του, ενώ το ίδιο κάνει και το ΚΚΕ. Για να σταθούµε σ’ ένα µόνο παράδειγµα, που διερµηνεύει τις θέσεις του τελευταίου. Σ’ ένα πρόσφατο άρθρο του Σταύρου Μαυρουδέα δεν υπάρχει «τίποτα ψευδέστερο» από το ενδεχόµενο (τον «κίνδυνο», όπως το ονοµάζει) της χρεωκοπίας. Οι σχετικές συζητήσεις είναι «άθλιο θέατρο» σκηνοθετηµένο από τους πολυεθνικούς χρηµατοπιστωτικούς οργανισµούς, τους «ηγεµονικούς ευρωπαϊκούς ιµπεριαλισµούς» και την ελληνική αστική τάξη. [9] Με τέτοια οξυδερκή στρατηγική το ΚΚΕ τροµάζει τους τραπεζίτες όσο τρόµαξε και τον Καραµανλή τον Δεκέµβρη. Το Πασόκ, τέλος, παρακαλά τον θεό των αγορών ν’ αποδειχθούν οι οπαδοί του τόσο µαζοχιστές όσο τους θέλει το σαδιστικό του σενάριο, και τρέµει µην τυχόν ξυπνήσουν πρόωρα. Θα διαψευστεί, νοµίζω. Το ερώτηµα είναι αν η αριστερά θα έχει αποκτήσει στο µεταξύ επίγνωση της κατάστασης, ώστε να πάρει την πρωτοβουλία των κινήσεων η ίδια.

[2] Marshall Auerback, «Greece Signs Its National Suicide Pact», Counterpunch, 12 Φεβρουαρίου 2010 ( http://www.counterpunch.org/auerback02122010.html ).
[3] Για το πώς δηµιουργείται αυτό το χρέος βλ. ένα εύληπτο και κατατοπιστικό βίντεο στο http://www.kepik.gr/?p=805 .
[4] Immanuel Wallerstein, Για να καταλάβουµε τον κόσµο µας. Εισαγωγή στην ανάλυση κοσµοσυστηµάτων, Θύραθεν 2009.
[5] Mark Mazower, Η Ελλάδα και η οικονοµική κρίση του Μεσοπολέµου, ΜΙΕΤ 2002. Στο Έβδοµο Κεφάλαιο περιγράφονται η στάση πληρωµών του 1932 και τα ευεργετικά για τη χώρα αποτελέσµατά της.
[6] Ενδεικτικά, Β. De Paoli, G. Hoggarth, V. Saporta, “Costs of sovereign default”, Βank of England Financial Stability Paper no.1, Λονδίνο 2006• C. Reinhart, K. Rogoff, This Time is Different: A Panoramic View of Eight Centuries of Financial Crises, University of Connecticut, Department of Economics, http://ideas.repec.org/
[7] Marko Papic, Peter Zeihan, “Germany's Choice”,
http://www.stratfor.com/weekly/20100208_germanys_choice?utm_source=GWeek... mail&utm_campaign=100208&utm_content=readmore&elq=93649c27d72442f698015521d8e799c5 Παρεµπιπτόντως, οι ίδιοι συντηρητικοί αναλυτές εκτιµούν ότι οι απεργίες και οι άλλες µορφές ανυπακοής µπορούν πράγµατι να εµποδίσουν την εφαρµογή των σχεδίων λιτότητας.
[8] Γκίκας Α. Χαρδούβελης,« Η χειρότερη επιλογή», Το Βήµα, Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010, http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=114&artId=316472&dt=21/02/2010
[9] Σταύρος Δ. Μαυρουδέας,«Το εξωτερικό χρέος, οι ιµπεριαλιστικοί ανταγωνισµοί και ο ‘κλέψας του κλέψαντος’», άρθρο κοινοποιηµένο από τον συγγραφέα στο διαδίκτυο.

ΠΗΓΗ: tvxs.gr

 

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Φαλλογοκεντρισμός, η γεροντική ασθένεια του μοντερνισμού: φλυαρίες (περί) αγανακτισμένων

 του Άκη Γαβριηλίδη
Ένα κοινό ανάμεσα στο κίνημα των «αγανακτισμένων» και το Δεκέμβρη του 2008 είναι ότι και τα δύο κατηγορήθηκαν για «αφωνία», για το ότι ήταν ασαφή, συγκεχυμένα, χωρίς συγκεκριμένα αιτήματα.

Βέβαια, αυτοί που διατύπωσαν εκάστοτε την κατηγορία δεν συμπίπτουν.

Αυτοί που συμβατικά θα αποκαλούσαμε συντηρητικούς, φιλελεύθερους ή mainstream σχολιαστές, την διατύπωσαν και τις δύο φορές. Εκεί που διέφερε η κατάσταση ήταν στο χώρο που μέχρι τώρα χαρακτηρίζαμε χονδρικά «προοδευτικό»: το Δεκέμβρη, για έλλειψη καθαρότητας παραπονέθηκαν οι προερχόμενοι από την ανανεωτική αριστερά, ενώ τώρα οι προερχόμενοι από τη ριζοσπαστική αριστερά και αναρχία.

Όλοι οι ανωτέρω έχουν άδικο. Οι κατηγορίες δεν ευσταθούν ούτε στη μία ούτε στην άλλη περίπτωση.
Γιατί δεν ευσταθούσαν το Δεκέμβρη, έχω ήδη εξηγήσει στο παρελθόν[1]. Για τα τωρινά, θα το δούμε παρακάτω.

Προς τούτο, θα ήταν χρήσιμο να ξεκινήσουμε ακριβώς από τη σχέση των δύο φαινομένων με τη γλώσσα.

Είναι δηλωτικό ότι και στις δύο περιπτώσεις αναδύθηκε μία καινούρια λέξη για να προσδιορίσει το υποκείμενο της αντίστοιχης δράσης. Τότε ήταν οι κουκουλοφόροι[2], τώρα οι αγανακτισμένοι. Και οι δύο όροι είχαν ήδη μια προϊστορία στο πολιτικό και κοινωνικό λεξιλόγιο, συνδεδεμένη όμως με τη ριζοσπαστική δεξιά. Τώρα αναπλαισιώθηκαν και πήραν καινούριο νόημα.

Αυτό αποτελεί από μόνο του αψευδή μαρτυρία του πολιτικού χαρακτήρα των αντίστοιχων φαινομένων, με την ειδική έννοια που αποδίδει στον όρο ο Ρανσιέρ: με την έννοια της ανάδυσης του μέρους εκείνων που δεν έχουν μέρος, της εμφάνισης ενός υποκειμένου το οποίο δεν υπήρχε μέχρι τότε, δεν αποτελεί την έκφραση κάποιας από τις προσδιορισμένες προηγούμενες ταυτότητες στις οποίες ήταν κατανεμημένο το πεδίο της θεσμοποιημένης (και αστυνομευμένης) πολιτικής. Δεν αρκούσε να πούμε ότι ήταν μια κινητοποίηση της αριστεράς, της δεξιάς, της εργατικής τάξης, του λαού, του έθνους κ.λπ. –γι’ αυτό χρειάστηκε ένα νέο σημαίνον.

Ιδίως στην πρώτη περίπτωση, το σημαίνον αυτό δήλωνε ένα υποκείμενο που ήταν ταυτόχρονα μη υποκείμενο, ήταν κάτι φευγαλέο, κάτι που δηλώνει ως ταυτότητα την απουσία ταυτότητας, ή έστω τη συγκάλυψή της, τη μεταμφίεση –ήταν λοιπόν ένα queer υποκείμενο, ήταν ίσως η ίδια η queerness. Αυτό υπήρξε εν πολλοίς η αιτία της αμηχανίας που προκάλεσε στους επαγγελματίες της πολιτικής. (Και με αυτό δεν εννοώ μόνον όσους εισπράττουν μισθό για την ενασχόλησή τους με την πολιτική).

Με τους αγανακτισμένους, ίσως να μην έχουμε απόκρυψη του προσώπου, έχουμε όμως επίσης μία queer διάσταση, η οποία ξενίζει καθόσον κρίνεται ως μη επαρκώς αρρενωπή.

Αν διαβάσουμε τα σχόλια κριτικής και αποστασιοποίησης από το κίνημα των αγανακτισμένων, ιδίως αυτά που προέρχονται από λενινιστές ή από φιλελεύθερους, (από τέκνα της διαφωτιστικής μήτρας εν πάση περιπτώσει), θα δούμε ότι αυτά αντλούνται από δύο κατά βάση αφηγηματικά παραδείγματα. Το ένα είναι το αριστοκρατικό παράδειγμα, το αφήγημα του φόβου των μαζών, σύμφωνα με τον όρο που εισήγαγε ο Μπαλιμπάρ μιλώντας για το Σπινόζα· το αφήγημα κατά το οποίο «ο όχλος δεν έχει κανένα μέτρο, ότι τρομοκρατεί όταν δεν είναι ο ίδιος φοβισμένος, και ότι ο λαός είτε υπηρετεί με δουλοπρέπεια, είτε κυριαρχεί με υπεροψία, ότι δεν υπάρχει στο λαό καμία αλήθεια και καμία κρίση κ.ο.κ.»[3]. Η πεποίθηση ότι η κίνηση του πλήθους είναι συγκεχυμένη, ανιεράρχητη, χαώδης, είναι εμφανής σε χωρία όπως το εξής:
Δεν μπορούμε παρά να αντιμετωπίζουμε με σεβασμό κάθε άνθρωπο που διεκδικεί το δικαίωμά του να εκφράσει με ειρηνικό τρόπο τα αισθήματα που τον κατακλύζουν. Όσα ψήγματα κοινωνικής αλληλεγγύης μας έχουν απομείνει στην αφυδατωμένη και αδιάφορη κοινωνία μας πρέπει να είναι αρκετά ώστε να μας ευαισθητοποιούν απέναντι στις δυσκολίες των συνανθρώπων μας. Ωστόσο, αν κάτι εντυπωσιάζει ανάμεσα στις εκδηλώσεις του ετερόκλητου πλήθους των αγανακτισμένων πολιτών, τούτο είναι η αδυναμία διατύπωσης ενός στοιχειωδώς συνεκτικού πολιτικού λόγου, η απουσία λογικών επιχειρημάτων καθώς και η πασιφανής έλλειψη νηφάλιων προτάσεων και ρεαλιστικών αιτημάτων[4].
Αυτό λοιπόν που προξενεί τη δυσφορία και την περιφρόνηση του κατά τα άλλα ανεκτικού (άνδρα) διανοουμένου, είναι η απουσία λογικής. Αυτό ακριβώς απηχεί και σχετική δήλωση που συνυπέγραψαν 11 πανεπιστημιακοί, στην οποία αναφερόταν:
κανείς δεν αμφισβητεί ότι πολλοί συμπατριώτες μας βρίσκονται σε κατάσταση απελπισίας. (…) Εξίσου γνωστό είναι όμως, επίσης, ότι απελπισία και ορθολογισμός σπανίως συμβαδίζουν[5].
Είναι ενδιαφέρον ότι τουλάχιστον δύο από τους 11 πανεπιστημιακούς έχουν κατηγορηθεί από αριστερούς διαφωτιστές για «μεταμοντέρνο σχετικισμό».

Το ίδιο μίσος για τη δημοκρατία εκφράζεται παραδειγματικά σε κείμενα που επιστρατεύουν ως ερμηνεία την «αιφνίδια αφύπνιση από το όνειρο του ηδονιστικού ατοµικισµού»[6] –η οποία αναπαράγει, σχεδόν αυτολεξεί, την προσέγγιση που επικρίνει ο Ρανσιέρ στο σχετικό βιβλίο του. Επίσης, εκφράζεται μέσω της συχνότατης υποτιμητικής σύγκρισης των συνελεύσεων στις πλατείες με ομαδική ψυχοθεραπεία[7] –άρα με ζητήματα «ιδιωτικά», «απλώς πολιτισμικά», που δεν συνάδουν με την «σοβαρή» πολιτική.

Το δεύτερο λοιπόν στοιχείο που γεννά καχυποψία στους μοντερνιστές είναι ο υπερβολικός συναισθηματισμός. Ο φόβος απέναντι στα «αισθήματα που μας κατακλύζουν» παρατηρείται ακόμα και σε σχολιαστές –και των δύο φύλων- από την παραδοσιακή αριστερά οι οποίοι κατά τα λοιπά διάκεινται ευνοϊκά προς το όλο φαινόμενο[8].

Αυτή η φαλλογοκεντρική σύλληψη της πολιτικής εκφράζεται συχνά μέσα από τη γλωσσική χρήση προτροπών πειθαρχικού προσανατολισμού του βλέμματος όπως «να δούμε το δάσος και όχι το δέντρο», ή «όταν το δάχτυλο δείχνει το φεγγάρι ο ηλίθιος κοιτάζει το δάχτυλο». Πιστεύω ότι είναι πλέον καιρός να παραιτηθούμε από την καθολικευτική εμμονή του «δάσους» και να στρέψουμε το βλέμμα μας, αντίθετα, στο δέντρο. Ή, ακόμα καλύτερα, ούτε καν στο δέντρο: στο ρίζωμα. Στα ριζώματα[9]. Είναι καιρός για μια έξοδο από τον καταναγκασμό του «ορθού λόγου». Ας γίνουμε και λίγο ηλίθιοι. Ή μάλλον, ας παραδεχτούμε ότι είμαστε ήδη ηλίθιοι. Και εμ-παθείς. Η αρχική κατάσταση του ανθρώπου είναι η ανοησία. Το μυαλό των ανθρώπων δεν είναι τόσο οξύ ώστε να μπορεί να διεισδύει μεμιάς στην καρδιά όλων των προβλημάτων· όταν όμως οι άνθρωποι συζητούν, ακούνε ο ένας τον άλλο και διαφωνούν, (όπως γίνεται τώρα στις πλατείες), οξύνεται, και όταν δοκιμάζουν όλους τους τρόπους, τελικά επινοούν κάτι το οποίο κανείς δεν θα είχε σκεφτεί προηγουμένως[10].

Αν λοιπόν η (επι)νόηση στην πολιτική είναι κάτι που προκύπτει όχι από τον «ορθό» λόγο, αλλά από τον σκέτο λόγο, από την κουβέντα, ίσως ήρθε η ώρα να ανατιμήσουμε την παραδοσιακά «γυναικουλίστικη» δραστηριότητα της φλυαρίας, και να την συγκαταλέξουμε μεταξύ των πολιτικών αρετών[11].

Oι συνελεύσεις στο Σύνταγμα, στο Λευκό Πύργο, και όπου αλλού έγιναν, ήταν ακριβώς ομαδικές ψυχο-θεραπείες. Δηλαδή προσπάθειες για έναν από κοινού χειρισμό του τραύματος. Αυτή είναι η δύναμη και η σημασία τους. Τι καλύτερο από αυτό; Τι θα προτιμούσαμε δηλαδή; Ο καθένας από αυτούς τους ανθρώπους να καταφύγει σε ατομική ψυχοθεραπεία; Ή να παραστήσει ότι διατηρεί την ψυχραιμία του και ότι δεν συνέβη τίποτε;

Η ίδια η έξοδος των ανθρώπων στις πλατείες συνιστά μια προσπάθεια να συνομιλήσουν, άρα αυτόχρημα να δράσουν, να μη μείνουν στην παράλυση και την παραίτηση[12]. Όποιος προσεγγίζει το λόγο της πλατείας με την προσμονή να βρει σε αυτόν λύσεις για το τι να κάνουμε με τα ελλείμματα, ασφαλώς δεν θα βρει. Ο λόγος αυτός δεν μας λέει πώς θα βγούμε από το οικονομικό αδιέξοδο. (Ούτε όμως και κανένας άλλος λόγος, «διαφωτισμένος» ή μη). Όταν οι άνθρωποι τον επιτελούν δημόσια, παράγουν ένα κοινό νόημα για όλα όσα έγιναν τον τελευταίο χρόνο, συμβολοποιούν το κενό που αυτά προκάλεσαν στη ζωή τους. Μπορεί να λένε «βλακείες», αλλά στην εκτύλιξη αυτού του λόγου ζητούμενο δεν είναι η επιστημονική εγκυρότητα και η (εργαλειακά) ορθολογική «αναζήτηση βέλτιστων λύσεων»[13]. Ούτε εξάλλου την διεκδικούν οι ομιλούντες. Είναι η ίδια η επιτέλεση της κουβέντας ως δεξιοτεχνίας[14], ως «μέσου χωρίς σκοπό»[15]. Γι’ αυτό ακριβώς η εν λόγω δραστηριότητα είναι πολιτική. Με αυτή την επιθυμία συνομιλίας, (και με την κλήρωση η οποία τη ρυθμίζει), αναδύεται η «αρχή του οποιουδήποτε», η αρχή όσων δεν έχουν καμία εκ των προτέρων προσδιορισμένη αρμοδιότητα να άρχουν. Δηλαδή η έμπρακτη λειτουργία της δημοκρατίας, σε βαθμό που είχε να συμβεί στην Αθήνα από την εποχή του Κλεισθένη.


[1] Akis Gavriilidis, «Greek riots 2008: A mobile Tian An Men», in: S. Economides & V. Monastiriotis (Eds.), The Return of Street Politics? Essays on the December Riots in Greece, London: The Hellenic Observatory, LSE, 2009. Eπίσης, Άκη Γαβριηλίδη, «Δεκέμβρης 2008: Μια κινητή Tιαν Aν Mεν», http://rnbnet.gr/details.php?id=1148, και «Οι καθηγητές του τίποτα. Η αντι-εξέγερση ως πολιτική επιστήμη», Θέσεις τ. 113 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2010) = http://wp.me/p1eY1R-38.

[2] Ας μου επιτραπεί να παραπέμψω σε ακόμα ένα σχετικό κείμενο που είχα γράψει τότε «εν βρασμώ» με τίτλο «Γιατί είμαι με τους κουκουλοφόρους», και που δημοσιεύτηκε στο σάιτ του Ελληνικού Κοινωνικού Φόρουμ (η διεύθυνσή του είναι http://www.socialforum-media.gr/forum/viewforum.php?f=5, αλλά τις μέρες που γράφονται οι γραμμές αυτές δεν φαίνεται να λειτουργεί) και εν συνεχεία στο περιοδικό Πανοπτικόν.

[3] Σπινόζα, Πολιτική Πραγματεία, κεφ. 7 § 27· η απόδοση δική μου. Βλ. επίσης Étienne Balibar, «Spinoza, l’ anti-Orwell – la crainte des masses», in: Les Temps Modernes 470, Σεπτέμβριος 1985.

[4] Δημήτρης Σκάλκος, «Της άρνησης και της αγανάκτησης», Athens Voice 07/06/2011. Οι υπογραμμίσεις, όπου δεν αναφέρεται αλλιώς, είναι δικές μου.

[5] «Διακήρυξη πανεπιστημιακών υπέρ του Μεσοπρόθεσμου», Τα Νέα, 14 Ιουνίου 2011.

[6] Ανδρέας Πανταζόπουλος, «Οι κραυγές του συναισθηµατικού πολίτη», Βήμα, 18 Ιουνίου 2011.

[7] Πρβλ.: «υπάρχει πραγματικά ένα χάσμα ανάμεσα στην προσπάθεια συνέλευσης (λέμε προσπάθεια γιατί δεν έχει συγκροτηθεί ουσιαστικά σε σώμα και μοιάζει πολλές στιγμές με ομάδα ψυχοθεραπείας) και στο ετερόκλητο πλήθος απογοητευμένων πατριωτών» (Δ. Χατζής, « Σκέψεις για την πλατεία Συντάγματος », στο μπλογκ με την εύγλωττη επωνυμία avantgarde2009).

[8] Π.χ. ο Νικόλας Σεβαστάκης, σε άρθρο του με τίτλο «Η αγία καθαρολογία και οι πλατείες της ‘αγανάκτησης’» (μπλογκ REDNotebook, 30 Μαΐου 2011), το οποίο ακριβώς γράφτηκε για να επικρίνει τους «οπαδούς της πολιτικής ορθότητας» που στέκονται επιφυλακτικά απέναντι στο κίνημα, σπεύδει ήδη εξ αρχής να διευκρινίσει ότι «Δεν είναι ας πούμε καθαρολογία μια ορισμένη απόσταση από τη μαγεία της ταύτισης στην οποία μπορεί να σε παρασύρει η ‘πολιτική του συναισθήματος’». Επίσης, οι κατά τα άλλα πολύ ενδιαφέρουσες «Σκέψεις με αφορμή την πλατεία Συντάγματος» της Σίας Αναγνωστοπούλου (Αυγή, 12/6/2011), κλείνουν με μια έκκληση για «διεκδίκηση μιας πολιτικής του ορθού λόγου», ελάχιστα ταιριαστή προκειμένου για ένα κίνημα που αυτοπροσδιορίζεται με βάση ένα πάθος, αλλά και εσωτερικά ασυνεπή, εφόσον αναφέρεται στη «συγκρότηση με ορθολογικό τρόπο –δηλαδή ταξικό και ιδεολογικό– πολιτικών μετώπων», λες και τα ταξικά και, ιδίως, τα ιδεολογικά μέτωπα μπορούν να συγκροτηθούν με βάση τον «ορθό λόγο».

[9] Βλ. Gilles Deleuze-Félix Guattari, Mille Plateaux, éd. de Minuit, Paris 1980, σ. 9 επ.

[10] Παράφραση από την Πολιτική Πραγματεία του Σπινόζα, κεφ. 9 § 14.

[11] Πρβλ. σε αυτό το πνεύμα, Paolo Virno, «Φλυαρία και περιέργεια. Η ‘διάχυτη εκπαίδευση’ στο μεταφορντισμό», Σύγχρονα Θέματα τ. 103, σ. 52-57, http://wp.me/p1eY1R-5D. Επίσης, από μια άλλη οπτική, http://imerisiadiataxi.blogspot.com/2011/05/pouerta-de-sol.html.

[12] Κατ’ αυτή την έννοια δεν αποτελεί «έκφραση απελπισίας», όπως φαντάζονται οι 11 πανεπιστημιακοί, αλλά έκφραση ελπίδας.

[13] Κι ωστόσο, αυτή η ά-σκοπη δραστηριότητα, παρά τον «ανοικονόμητο» χαρακτήρα της, ή ίσως εξαιτίας αυτού, είχε ήδη πολύ θετικότερη συμβολή για την άρση του αδιεξόδου απ’ όσο χίλιες διατυπώσεις «νηφάλιων προτάσεων και ρεαλιστικών αιτημάτων» και εκατό συσκέψεις διπλωματών και οικονομολόγων. Μπορεί λοιπόν να είναι ασύμμετρη προς την οικονομική λογική μέσων και σκοπών, προς τον υπολογισμό κόστους και οφέλους, αλλά παράγει αποτελέσματα και στην ίδια την οικονομία.

[14] Βλ. Πάολο Βίρνο, Δεξιοτεχνία και επανάσταση, Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα 2002.

[15] Βλ. Giorgio Agamben, Mezzi senza fine. Note sulla politica, Bollati Boringhieri, Torino 1996, ιδίως σ. 70 –και passim.

Το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύθηκε -χωρίς τον υπότιτλο και με ελάχιστες φραστικές αλλαγές- στο περιοδικό Σύγχρονα Θέματα, τ. 114 (Ιούλιος-Αύγουστος 2011).